"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ


Ἡ ἀσθένεια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου
τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπώγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας καὶ οὐσιαστικὰ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Λίγες μόνο μέρες ἦταν ἀρκετὲς γιὰ νὰ κορυφωθεῖ τὸ δύσκολο ὁδοιπορικὸ τοῦ αὐτοκράτορα, μέσα ἀπὸ τὶς συμπληγάδες τῆς ἀβεβαιότητας, τῶν παθῶν τῆς ἐποχῆς, τῆς δογματικῆς ἀπροσδιοριστίας καὶ ὀλισθηρότητας, τῶν ἐνδοεκκλησιαστικῶν συγκρούσεων, τῆς ἑδραίωσης τῶν νέων ἀξιῶν καὶ τοῦ περάσματος σἕναν καινούριο κόσμο.

Τὰ γεγονότα, σύμφωνα μὲ τὶς ἱστορικὲς περιγραφές, παρουσιάζουν ραγδαία ἐξέλιξη. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Τί ἀκριβῶς τοῦ συνέβη δὲν μᾶς εἶναι γνωστό, ἀφοῦ οἱ ἱστορικοὶ κάνουν ἀόριστα λόγο γιὰ κάποια ἀσθένεια1. […]

Οἱ γιατροὶ συνέστησαν στὸν Μ. Κωνσταντῖνο νὰ καταφύγει σὲ ἰαματικὰ λουτρὰ πράγμα ποὺ ἔκανε. Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται, θεώρησε σκόπιμο νὰ ἐγκαταλείψει τὴ λουτροθεραπεία καὶ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας, τὴν πόλη στὴν ὁποία εἶχε δώσει τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του. Ἐκεῖ, παρέμεινε στὸν ναὸ τῶν Μαρτύρων ὅπου προσευχόταν γιὰ τὴν ὑγεία του2.

Ἡ πορεία πρὸς τὸ μυστήριο τῆς χάριτος
Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου κατακτᾶ ὅλο καὶ περισσότερο χῶρο στὴ σκέψη του. Αὐτὴ ἡ εὐλογημένη μνήμη ὅμως παράγει τὴ δική της χάρη. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ χάρη τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης καὶ στὴ συνέχεια τοῦ βαπτίσματος. Κατανοεῖ πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήσει τὴν ψυχή του κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν του. Γονατίζει μέσα στὸν ναὸ καὶ ἐξομολογεῖται. Ἦταν τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὴ σωτηρία του.

Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας3. Ἐκεῖ συγκαλεῖ τοὺς ἐπισκόπους καὶ τοὺς μιλάει ὄχι πιὰ σὰν βιασιλιάς, ἀλλὰ σὰν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀγγίξει τὸν θάνατο. Ὁ λόγος του εἶναι λόγος καρδιᾶς κι ἐξομολόγησης. Γνωρίζει πὼς ὁ ἐπίγειος κύκλος τῆς ζωῆς του ἔφθασε στὸ τέλος καὶ πὼς ἡ ἐπιθυμία του νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ βαπτίσματος δὲν εἶχε πραγματοποιηθεῖ. Νὰ τί ζητάει ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους:
«Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα κι εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Ἦρθε ὥρα νὰ ἀπολαύσω κι ἐγὼ τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα. Ἦρθε ὥρα νὰ συμμετάσχω στὸ σωτήριο σφράγισμα, πράγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνη, στὰ ὁποῖα, ὅπως λέγεται, Σωτήρας μας δέχθηκε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. Ὁ Θεὸς ὅμως ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μὲ ἀξιώνει νὰ βαπτισθῶ ἐδῶ. Ἃς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμιὰ ἀμφιβολία. Γιατί, κι ἂν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχίσω νὰ βρίσκομαι στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πορευτῶ μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεό»4.

Ὁ ἐξομολογητικὸς λόγος τοῦ Μ. Κωνσταντίνου δὲν ἄφηνε κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας σὲ σχέση μὲ τὶς πραγματικές του προθέσεις. Ἡ ἀπόφασή του δὲν ἦταν οὔτε καρπὸς στιγμιαίας συναισθηματικῆς παρόρμησης οὔτε πράξη πολιτικῆς σκοπιμότητας. Ἡ σκέψη του χρόνια τώρα πετοῦσε πρὸς τὸν Ἰορδάνη. Ἐπιθυμοῦσε νὰ βαπτισθεῖ κατὰ τὸν «τύπον» ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πα- ρέδωσε. Ἡ εἴσοδός του στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν γνήσιο ἀποτύπωμα τῆς καρδιᾶς του. Ἀδιαμφισβήτητη ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς διαπίστωσης εἶναι ἡ ἴδια ἡ εὐχαριστήρια φωνὴ τὴν ὁποία μετὰ τὸ βάπτισμα ἀνυψώνει πρὸς τὸν Κύριο, τὴ συγκινητικὴ κατακλείδα τῆς ὁποίας μᾶς μεταφέρει ὁ Εὐσέβιος: «Τώρα γνωρίζω ὅτι εἶμαι εὐτυχισμένος καὶ ὁ λόγος μου εἶναι ἀληθινός. Τώρα γνωρίζω ὅτι καταξιώθηκα στὴν ἀθάνατη ζωή. Τώρα γνωρίζω ὅτι μετεῖχα στὸ θεῖο φῶς»5.

Μετὰ τὸ βάπτισμα Μ. Κωνσταντῖνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα, ἀλλὰ παρέμεινε ντυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος τὸ ὁποῖο δὲν ἀποχωρίστηκε μέχρι τὸν θάνατό του. Ἡ σκέψη του, ἡ ψυχή του, ὁ λογισμός του εἶχαν ἤδη ἀποδράσει ἀπὸ τὴ γῆ. «Ἄθλιοι εἶναι ὅσοι ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας», ἔλεγε μὲ σβησμένη ἀπὸ τὴν ἐξάντληση φωνή. Φαίνεται πὼς ἡ ἀρρώστια τὸν εἶχε καταβάλει τελείως. Στὴ θέα του οἱ ἀξιωματοῦχοι ἔκλαιγαν καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Κύριο νὰ παρατείνει τὴ ζωή του. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ὅμως, ἤδη εἶχε γίνει ἀποδέκτης τῆς θείας χάρης. Τώρα μποροῦσε νὰ κατανοήσει σὲ ὅλη της τὴ διάσταση, τὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα ποὺ τοῦ πρόσφερε ἡ κορύφωση τῆς πνευματικῆς του διαδρομῆς. Ἐκφράζεται μ’ ἕναν πρωτόγνωρο πνευματικὸ στοχασμό: «Τώρα καταξιώνομαι νὰ ζήσω τὴν ἀληθινὴ ζωὴ»6 λέει στοὺς ἐπισκόπους. Ἡ δόξα, τὸ μεγαλεῖο, ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς ἐγκόσμιας ἐξουσίας, καταγράφονται στὴ συνείδησή του, ὡς θολὲς σκιὲς μιᾶς ληξιπρόθεσμης αἴγλης, ἀδόκιμης καὶ ἀπρόσφορης νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν κατάκτηση τῶν αἰωνίων ἀξιῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι, στὶς προτροπὲς τῶν συνεργατῶν του, ἀπαντᾶ πὼς τίποτε πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχαιτίσει τὴν πορεία του πρὸς τὸν Θεό. Κι ὅλα αὐτά, ὅταν μόλις πρὶν λίγες μέρες προσευχόταν γιὰ τὴν ὑγεία του. Ὅμως τώρα ὅ,τι ἐγκόσμιο, ὅ,τι φθαρτό, ὅ,τι μάταιο τὸν ἀφήνει ἀδιάφορο. Κι αὐτό, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος φεύγει ἀπὸ τὴ ματαιότητα μπαίνοντας σὲ μιὰ πορεία πρωτόγνωρης πνευματικῆς ἐμπειρίας. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πορεία τὴν κατανοεῖ ὡς μετάθεση ἀπὸ τὴν ἐπίγεια στὴν ἐπουράνια βασιλεία. Βιώνει τὴν καινοφανῆ, γι’ αὐτόν, ἔνταση τοῦ μυστηριακοῦ δέους τῆς πίστης καὶ ἀπορρίπτει ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ ἀνακόψει τὴ διαδρομή του πρὸς τὴν αἰώνια ἀλήθεια. […]

Ὅπως ὅλα τὰ σημαντικὰ γεγονότα ποὺ σημάδεψαν τὴ δημόσια, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἔτσι καὶ ἐπίσημη εἴσοδός του στὴ χριστιανικὴ πίστη, μὲ τὸ βάπτισμά του, παρεξηγήθηκε ποικιλοτρόπως.

Πρῶτος Ζώσιμος τὸν κατηγόρησε ὅτι κατέφυγε στὸν χριστιανισμό, γιατὶ μόνον αὐτός, κατὰ τὴν κρίση τοῦ Ζώσιμου, θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει κάθαρση ἀπὸ τὰ ἀνοσιουργήματά του. Ἂν βέβαια Ζώσιμος εἶχε τὴ στοιχειώδη πρόνοια νὰ μελετήσει τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας, θὰ κατανοοῦσε ὅτι στὸ ἐπίκεντρό της δεσπόζει πνευματικὴ ἀξία τῆς μετάνοιας. Πρόκειται γιὰ ἔννοια μὲ ὑπερχειλίζον πνευματικὸ περιεχόμενο, ἀφοῦ δὲν καταδηλώνει τὴν ἁπλὴ μεταστροφὴ τῆς νόησης, ἀλλὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀνάπλαση τῆς ψυχικῆς κατάστασης, ἔτσι ὥστε ἄνθρωπος νὰ ὁδηγεῖται στὴν πνευματική του μεταμόρφωση. Σαὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐκπληκτικὴ δυναμικὴ τῆς μετάνοιας, ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἀρετές, ὀφείλεται δραστική της ἐπίδραση στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου. μετάνοια τοῦ ληστῆ πάνω στὸ Σταυρὸ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς πορείας του. Κατευθυνόταν μὲ ἀκρίβεια πρὸς τὸν βιολογικὸ καὶ πνευματικό του θάνατο, ὅμως ἔκανε κάτι τὸ πολὺ ἁπλό. Μετάνιωσε. [...]

Ἂν λοιπὸν αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τὸνΜ. Κωνσταντῖνο στὴ Βάπτιση, ἦταν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη τῆς ἀπόρριψης τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου», τότε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἄξιος ψόγου, ἀλλὰ ἀντίθετα εἶναι ἄξιος πολλῶν ἐπαίνων. Δυστυχῶς ὅμως, χρήση ἱστορικοπολιτικῶν ὅρων γιὰ τὴν ἀνάλυση πνευματικῶν ζητημάτων, συχνὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ πλασματικὰ συμπεράσματα. [...]

Πάντως σὲ κάθε περίπτωση τὸ βάπτισμα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἦταν μιὰ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση πρὸς ὅλους αὐτοὺς ποὺ τὴ σχέση του μὲ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλήφθηκαν ὡς σχέση πολιτικῆς συναλλαγῆς. Στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου, τὸ μόνο ποὺ δὲν θὰ ἐνδιέφερε τὸν Κωνσταντῖνο, ἦταν ἄσκηση πολιτικῆς. Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς του ἦταν τὸ προέχον. […]

Τὸ εἰρηνικὸ τέλος ἑνὸς πολυτάραχου βίου
Τὸ μεσημέρι τῆς 22ας Μαΐου τοῦ 337 ὁ Μ. Κωνσταντῖνος καταλύει τὸν ἐπίγειο βίο του μετὰ ἀπὸ 31 χρόνια βασιλείας7. Ἦταν ἡ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς βεβαιώνει ὁ Εὐσέβιος8. Πρέπει νὰ παρατηρήσουμε πὼς ὁ συγκεκριμένος ἱστορικός, ἀφοῦ προηγουμένως περιγράφει τὸ βάπτισμα καὶ τὴ δημόσια εὐχαριστία τοῦ Μ. Κωνσταντίνου πρὸς τὸν Θεό, ἐκθέτει πὼς «Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν στὴ γιορτὴ τῆς πάνσεμνης καὶ σεβάσμιας πεντηκοστῆς»9. […]

Ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ θάνατος τοῦ Μ. Κωνσταντίνου προκάλεσε βαθύτατο πένθος σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία. Ἰδιαίτερα οἱ χριστιανοὶ εἶχαν κάθε λόγο νὰ θρηνοῦν τὴν ἀπώλεια τοῦ πρώτου χριστιανοῦ αὐτοκράτορα καὶ ταυτόχρονα τοῦ πρώτου προστάτη τους. Νὰ θρηνοῦν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ κατὰ τὸν ὑμνογράφο τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα ὑπῆρξε «πρῶτος καὶ κρηπίδα, ἀνάκτων θεοσεβῶν», κατὰ τὸν Σωζομενὸ «πρῶτος βασιλέων τῆς περὶ τῆς Ἐκκλησίας σπουδῆς», κατὰ τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο «πρῶτος ἐν βασιλεῦσι χριστιανὸς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας», κατὰ τὸν Κωνσταντῖνο Μανασῆ «πρῶτος ἀνάκτων τῷ Χριστῷ προσκολληθεὶς γνησίως» καὶ κατὰ τὸν Δοσίθεο «πρεπόντως φημίζεται ὀρθοδόξων βασιλέων πατὴρ καὶ βάσις τοῦ χριστιανικοῦ πολιτεύματος»10.

Στὴ χριστιανικὴ συνείδηση, οἱ ἐκφραστὲς τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας εἶχαν καταγραφεῖ ὡς πρωταγωνιστὲς μιᾶς πρωτόγνωρης μαζικῆς καὶ κρατικῆς βίας ποὺ ὅμοιά της δὲν εἶχε προηγούμενο ἱστορικῆς ἀποτύπωσης. Μέχρι τὴν ἄνοδο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου στὴν ἐξουσία, δέκα ἑκατομμύρια χριστιανῶν εἶχαν ἀφήσει τὴν τελευταία τους πνοὴ στὸν βωμὸ τοῦ μαρτυρίου. Ἡ ρήση ἑνὸς Λατίνου συγγραφέα τοῦ 2ου αἰώνα κατὰ τὴν ὁποία «τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων ὑπῆρξε ὁ σπόρος τῆς Ἐκκλησίας»11 διαγράφει ἀνάγλυφη τὴν εἰκόνα τῆς ἐποχῆς.

Στὸ πρόσωπο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἡ προϋπάρχουσα σχέση κράτους – χριστιανῶν ἀνατρέπεται καὶ ἡ ρωμαϊκὴ ἐξουσία ἀπὸ διώκτρια μεταβάλλεται σὲ ἀρωγὸ καὶ προστάτιδα. Οἱ κώδικες καὶ τὰ μυστικὰ σύμβολα ἐπικοινωνίας παραχωροῦν τὴ θέση τους στὴν ἐλεύθερη ἔκφραση τῆς χριστιανικῆς συνείδησης μὲ τὴν ἀνέγερση μεγαλόπρεπων ναῶν, τὴν ἐλεύθερη ἐκδήλωση τῆς λατρείας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴ χωρὶς προσκόμματα διάδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων, ἡ θλίψη τῆς χριστιανικῆς κοινότητας γιὰ τὸν θάνατο τοῦ πρώτου προστάτη της καὶ ταυτόχρονα «εὐεργέτη καὶ ἀδελφοῦ» ἦταν αὐτονόητη. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ εἰδωλολάτρες τίμησαν ἰδιαίτερα τὸν ἄνδρα. Παρὰ τὴ διαρκῶς ἐντεινόμενη συμπάθειά του πρὸς τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία – καὶ τὴν τελική του προσχώρηση σ’ αὐτήν – αἰσθανόταν ἐπιτακτικὰ τὸ καθῆκον τῆς εὐθύνης πρὸς τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἔτσι λοιπόν, ὄχι μόνο δὲν ἦρθε σὲ ρήξη μὲ αὐτούς, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐκδήλωνε δημόσια τὴν ὑποχρέωση ποὺ εἶχε νὰ τοὺς προσφέρει κάθε προστασία. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε καὶ στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο, τὰ διωκτικὰ μέτρα κατὰ τῶν εἰδωλολατρῶν λειτούργησαν ἐπιλεκτικὰ καὶ ἐκδηλώθηκαν μόνον ἐκεῖ ὅπου οἱ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις τῶν ἐθνικῶν πρόσβαλαν τὰ δημόσια ἤθη. Συνεπῶς, παρὰ τὴν εὔνοια ποὺ παρεῖχε πρὸς τοὺς χριστιανούς, δὲν ἦρθε ποτὲ σὲ εὐθεία ρήξη μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες πρὸς τοὺς ὁποίους ἦταν ἀνεκτικός. Ἡ σύγκλητος μάλιστα ἔσπευσε νὰ τὸν κατατάξει ἀνάμεσα στοὺς θεούς.

Ἡ τελετουργία τῆς κηδεύσεως
Ὅταν πέθανε ὁ Κωνσταντῖνος, κανένας ἀπὸ τοὺς τρεῖς γιούς του δὲν ἦταν παρών. Ἔτσι, οἱ ἄνδρες τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς τοποθέτησαν τὸ σῶμα του σὲ χρυσὴ λάρνακα τὴν ὁποία, ἀφοῦ περιέβαλαν μὲ χρυσὴ πορφύρα τὴ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη12. Ἐκεῖ, ἐναπόθεσαν τὴ σορὸ στὴν κεντρικὴ αἴθουσα τοῦ μεσαίου διαμερίσματος τῶν ἀνακτόρων, ὅπου προσῆλθαν οἱ ἀξιωματοῦχοι, οἱ συγκλητικοὶ καὶ πλῆθος λαοῦ γιὰ νὰ ἀποτίσουν φόρο τιμῆς στὸν αὐτοκράτορα. Ἡ μέρα ἐκείνη κηρύχθηκε ὡς μέρα πένθους καὶ διατάχθηκε τὸ κλείσιμο τῶν καταστημάτων, τῶν θεάτρων, τῶν δημόσιων λουτρῶν κ.λπ.

ἐνταφιασμὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἔγινε στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀφοῦ προηγουμένως πρόλαβε καὶ ἦρθε γιός του, Κωνστάντιος, ὁποῖος καὶ ἐπιμελήθηκε προσωπικὰ τῆς τελετῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς κατάθεσης τοῦ σκηνώματος στὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Ἐκεῖ, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν στρατιωτικῶν ἀγημάτων, οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ τέλεσαν θεία λειτουργία τὴν ὁποία παρακολούθησε πλῆθος κόσμου.

Σὲ καταφανῆ ἐκδήλωση σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἀποφασίστηκε νὰ μὴν λάβει στὸ ἑξῆς κανένας αὐτοκράτορας τὸν τίτλο τοῦ καίσαρα, ἀλλὰ μονάχα τοῦ αὐγούστου, καὶ ἐπὶ πλέον νὰ κυκλοφορήσουν νομίσματα μὲ ἀπεικόνιση στὴ μία πλευρὰ τοῦ προσώπου του καὶ στὴν ἄλλη τὴν παράσταση αὐτοῦ ὡς ἡνιόχου σὲ ἅρμα ποὺ συρόταν ἀπὸ τέσσερα ἄλογα καὶ ἀνερχόταν στὸν οὐρανό. Τὸ κυριότερο ὅμως ὅλων ἦταν ὅτι τὸ ὄνομά του συνδοξαζόταν μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τῶν Ἀποστόλων.

«Μόνος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες», γράφει Εὐσέβιος, «τίμησε τὸν παμβασιλέα Θεὸ μὲ ὑπερβάλλουσα θεοσέβεια, μόνος αὐτὸς κήρυξε μὲ παρρησία τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μόνος αὐτὸς καθαίρεσε κάθε πλάνη πολυθεΐας καὶ ἀπομάκρυνε κάθε ἰδέα εἰδωλολατρίας, μόνος αὐτὸς ἀξιώθηκε καὶ ὅσο ζοῦσε καὶ μετὰ τὸν θάνατό του τέτοιων τιμῶν, τὶς ὁποῖες δὲν ἀπόλαυσε εἴτε κάποιος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες εἴτε κάποιος ἀπὸ τοὺς βάρβαρους, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ρωμαίους»13. Γιὰ νὰ συμπληρώσει ὁ Κ. Παπαρρηγόπουλος ὅτι «κανένας μετὰ τοὺς ἄμεσους μαθητὲς τοῦ Κυρίου δὲν ἐργάστηκε περισσότερο γιὰ τὴ διάδοση καὶ τὴν παγίωση τῆς πίστης μας»14.

_________________________
1. «Γίγνεται δ’ αὐτῷ πρώτη τις ἀνωμαλία τοῦ σώματος, εἶτ’ οὖν κάκωσις ἐπὶ ταύτην συμβαίνει». Εὐσέβιος, Δ΄ Λόγος, (Ρ.G 20.1212- IV.61)
2. «Ἱκετηρίους εὐχάς τε καὶ λιτανείας ἀνέπεμπε τῷ Θεῷ», Εὐσέβιος, στὸ ἴδιο.
3. «Διεκομίσθη εἰς Νικομήδειαν ἔνθα δὲ ἐν προαστείῳ διάγων ἐμυήθη τὴν ἱερὰν βάπτισιν». Σωζομενός, (Ρ.G 67.1020 - II.34).
4. Εὐσέβιος, Δ΄ Λόγος, (Ρ.G 20.1213 - IV.62).
5. Εὐσέβιος, Δ΄ Λόγος, (Ρ.G 20.1217 - IV.63).
6. Εὐσέβιος, ὅ.π, «Νῦν ἔφη τῆς ἀληθοῦς ζωῆς ἠξιῶσθαι μόνον τ’ αὐτὸν εἰδέναι ὧν μετείληφεν ἀγαθῶν».
7. «Ὁ τρισμακάριος Κωνσταντῖνος ἀνεπαύσατο μηνὶ Μαΐῳ κβ». Πασχ. Χρονικό, (Ρ.G 92.716). Κατὰ τὸν Σωκράτη, (Ρ.G 67.180 - I.40) πέθανε στὸ 2° ἔτος τῆς 278 Ὀλυμπιάδας.
8. Δ΄ Λόγος (Ρ.G 20.1220 - IV.64).
9. «Ἕκαστα δὲ τούτων ἐπὶ τῆς μεγίστης συνετελεῖτο ἑορτῆς τῆς μὴ πανσέμνου καὶ σεβάσμιας πεντηκοστῆς», Εὐσέβιος, ὅ.π.
10. Κ. Μανασῆς, Σύνοψις, (Ρ.G 127.306) – Δοσίθεος, Δωδεκάβιβλος, (I, 1α).
11. Κουίντος Σεπτίμιος Τερτυλλιανός, Ἀπολογητικός, II.
12. Εὐσέβιος. Δ΄ Λόγος, (Ρ.G 20.1221 - IV.66) – Σωκράτης. (Ρ.G
67.180 - I.40) – Σωζομενός, (Ρ.G 67.1029 - II.34) – Θεοδώρητος, (Ρ.G 82.989 - I.32).
13. Εὐσέβιος, Δ΄ Λόγος, (Ρ.G 20.1229.75).
14. Στὸ ἴδιο, σ. 313.

ΠΗΓΗ : "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ", Μάιος 2014, τευχ. 259, σ. 38 κ.ε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου