"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Ὁ Μητροπολίτης Φλωρίνης πατήρ Αὐγουστῖνος ὡς Ἱεροκήρυξ - Σεβ. Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ.κ. Ἰερεμία - επί τη συμπληρώσει έξι ετών από την κοίμησή του


Ὁμιλία εἰς Κύπρον τήν 27η Μαΐου 2012
σέ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ταμασοῦ
εἰς μνήμην τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Κυροῦ
Αὐγουστίνου

Κατά πρῶτον, εὐχαριστῶ τήν Ἱερά Μητρόπολη Ταμασοῦ καί τήν Παγκύπρια Ἕνωση Ἐπιστημόνων γιά τήν περιποιοῦσα τιμή στό ταπεινό μου πρόσωπο νά ὁμιλήσω καί ἐγώ στό λαμπρό αὐτό Συνέδριο, τό συγκληθέν πρός τιμήν τοῦ εὐλογημένου Μακαριστοῦ Γέροντος Μητροπολίτου Φλωρίνης, ποθητοῦ καί ἀλησμονήτου πατρός Αὐγουστίνου.

1. Προλογικά ἤθελα νά πῶ ὅτι πλησίον τοῦ πατρός Αὐγουστίνου ἔμεινα σχεδόν ἐπί μία δεκαετία, τήν δεκαετία τοῦ ᾽60. Ἔλαβα ἀπό τά χέρια Του τήν μοναχική μου κουρά καί τήν χειροτονία μου στόν πρῶτο βαθμό ἱερωσύνης καί μετά, μέ τήν εὐχή του, ἔφυγα ἀπό πλησίον του καί ὑπηρέτησα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σέ διάφορες Μητροπόλεις. Παρακαλῶ, μή μέ κατηγορήσετε γι᾽ αὐτό τό «ἔφυγα», πού εἶπα. Καθένας ἀνεβαίνει ἕνα ὑψηλό βουνό μέχρις ἐκεῖ πού τό ἐπιτρέπει ἡ ἀντοχή του. Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἦταν πράγματι ἕνα ὑψηλό πνευματικό ὄρος. Ἄλλοι συνακουστές μου τῶν κηρυγμάτων τοῦ πατρός αὐτοῦ ἦταν ἰσχυροί στό πνεῦμα καί δυνατοί στήν ψυχή καί γι᾽ αὐτό συνεπορεύοντο μέ αὐτόν σ᾽ ὅλες τίς ἀγωνίες καί τούς ἀγῶνες του καί παρέμειναν πλησίον του ἐπί πολλά ἔτη καί μέχρι τῆς τελευτῆς του ἀκόμη. Οἱ ἀδύνατοι ὅμως ὑποχωροῦν, ὅπως κάτι τέτοιο διαβάζουμε καί γιά τόν νεαρό ἐκεῖνο Ἰωάννη, τόν μετέπειτα Εὐαγγελιστή Μᾶρκο, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε τήν δύναμη νά συνοδεύσει τόν ἀπόστολο Παῦλο στό πέρασμα τοῦ φοβεροῦ Ταύρου καί γι᾽ αὐτό ὑπεχώρησε καί ἀνεχώρησε γιά τήν πρωτεύουσα Ἰερουσαλήμ (Πράξ. 13,13). 



Μέλη της Λέσχης Καταδρομών Θεσσαλονίκης.

2. Ἡ μαθητεία μου στόν πατέρα Αὐγουστῖνο ἐπί μία δεκαετία μίλησε πολύ βαθιά στήν ψυχή μου, μοῦ διαμόρφωσε ἴδιο χαρακτήρα καί τρόπο, καί σέ ὅλη μου τήν ἱερατική διακονία δέν ἐλησμόνησα τά ὡραῖα μαθήματα πού ἔλαβα ἀπό αὐτόν, ἔστω καί ἄν δέν εἶχα τήν δύναμη νά τά ἐφαρμόζω ὅλα ἤ καί ἄν ἀκόμη, στήν νεαρά μου ἡλικία ἰδιαίτερα, διαφωνοῦσα σέ μερικές θέσεις μαζί Του, λόγω ἀνοίας, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν νεότητα κατά τόν Ἐκκλησιαστή (11,10). Ἰδιαίτερα μοῦ μίλησε στήν ψυχή μου ὁ Ἐπίσκοπος πατήρ Αὐγουστῖνος ὡς ἱεροκήρυξ, αὐτό ἀκριβῶς πού εἶναι καί τό θέμα μου στό σημερινό μας Συνέδριο.

Λυποῦμαι, Σεβασμιώτατοι Πατέρες, καί ἀδελφοί Χριστιανοί, διότι ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας εἶναι στενός καί περιορισμένος καί δέν θά μπορέσω λοιπόν νά ὁμιλήσω διά πολλῶν, ὅπως θά τό ἤθελα, στό θέμα αὐτό, πού εἶναι τό χαρακτηριστικώτερο ὅλων διά τόν τιμώμενο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα. Γι᾽ αὐτό καί εἰσέρχομαι κατ᾽ εὐθεῖαν στό θέμα μου καί δηλῶ ὅτι θά περιορισθῶ σέ ὁρισμένα μόνο σημεῖα του, τά πιό σημαντικά καί ἐντυπωσιακά.

3. Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἐθεώρει τό κήρυγμα ὡς μία ἱερουργία, ὡς μία μυσταγωγία, καί γι᾽ αὐτό πάντοτε ἐκήρυττε μέ δέος ψυχῆς καί μέ θέρμη καρδιᾶς, ὅπως ἔτσι πραγματικά, μέ συντριβή ψυχῆς καί ὁλόκαρδα, πρέπει ὁ ἱερεύς νά ἱερουργεῖ τόν Κύριο. Ναί! Ὡς ἱερουργία πρέπει νά νοιώθει ὁ ἱεροκήρυκας τήν διακονία τοῦ κηρύγματος, γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «λατρεύει» τόν Θεό, δηλαδή Τόν ἱερουργεῖ, «ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ» (Ρωμ. 1,9), κηρύττοντας δηλαδή τό Εὐαγγέλιο.

Ἀλλά, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἔνοιωθε ὡς ἱερουργός, ὅταν ἐκήρυττε, ἔτσι ἤθελε καί οἱ ἀκροατές του νά εἶναι ἀπόλυτα προσηλωμένοι στά λεγόμενά του· γιατί θεωροῦσε ὡς ἁμαρτία, ὡς περιφρόνηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τό νά ἀφήνει ὁ ἀκροατής τόν νοῦ του νά διαχέεται σέ ἄλλα νοήματα καί θέματα, ξένα πρός τόν ἀκουόμενο ἐκείνη τήν στιγμή λόγο τοῦ Θεοῦ. Τόσο πολύ τό θεωροῦσε ἁμαρτία αὐτό ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, ὥστε, ἁρπαζόμενος ἀπό ἕνα σχετικό λόγο τοῦ ὁμωνύμου του ἁγίου Αὐγουστίνου, μᾶς ἔλεγε, τό ὑπερβολικό ἴσως, ὅτι ὅπως ὁ πιστός, ὅταν κοινωνεῖ, πρέπει νά προσέχει, πολύ νά προσέχει, μήν πέσει μαργαρίτης τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ κατά γῆς, ἔτσι καί ὁ ἀκροατής τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει πολύ νά προσέχει στόν ἀκουόμενο ἀπό τόν κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου λόγο τοῦ Θεοῦ, σάν νά κοινωνάει ἀπ᾽ αὐτόν. 

Με τους απλούς ανθρώπους.

4. Τά παραπάνω προϋποθέτουν ἱεροκήρυκα μέ συνείδηση προφήτου. Καί πραγματικά ὡς προφήτης δύναται νά χαρακτηριστεῖ ὁ τιμώμενος σήμερα πατήρ Αὐγουστῖνος. Οἱ προφῆτες ἐλάμβαναν τόν θεῖο λόγο κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπό τόν Θεό. Τόν ἐνέκλειαν στήν ψυχή τους, τόν «ἔτρωγαν» (βλ. Ἰεζ. 3,1), τόν οἰκειοποιοῦντο, τόν ἔκαναν δικό τους λόγο καί τόν ἐξέφεραν ἔπειτα μέ θέρμη καρδιᾶς στόν λαό, μέ τήν εἰσαγωγή στό κήρυγμά τους τό «Τάδε λέγει Κύριος». Παρατηροῦμε δέ συχνά στά προφητικά κείμενα κατά τήν ἐκφορά αὐτή τοῦ θείου λόγου ὅτι τό «ἐγώ» τοῦ προφήτου ταυτίζεται μέ τό θεῖο «ἐγώ». Αὐτό ἑρμηνεύεται ἀπό αὐτό ἀκριβῶς πού εἶπα παραπάνω, μέ τήν οἰκειοποίηση δηλαδή τοῦ θείου λόγου ἀπό τούς προφῆτες. Ὁ Μακαριστός Ἐπίσκοπος πατήρ Αὐγουστῖνος κηρύττοντας εἶχε πραγματικά τήν συνείδηση ὅτι λαλεῖ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἰδικόν του λόγο. Κάποιο κήρυγμά του τόν ἐνθυμοῦμαι ὅτι τό ἐσφράγισε μέ τήν ἑξῆς κατακλεῖδα: «Αὐτά πού σᾶς εἶπα εἶναι σάν νά σᾶς τά εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός»! Ἔτσι ἐθεώρει τόν κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς «στόμα Θεοῦ» γιά τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἔτσι τό βλέπουμε καί στό βιβλίο τοῦ Ἰερεμίου νά παριστάνεται ὁ προφήτης (Ἰερ. 15,19) καί ὅπως ἔτσι τό εἶπε ὁ Θεός στόν ἴδιο προφήτη, ὅταν τόν καλοῦσε στό προφητικό του ἔργο: «Ἰδού δέδωκα τούς λόγους μου εἰς τό στόμα σου» (1,9). Καί ἀφοῦ ὁ ἱεροκήρυκας εἶναι τό στόμα τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους, ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἔλεγε συχνά: «Γιά πόσο πρέπει νά πλύνουμε μέ ροδόσταγμα τό στόμα μας, γιά νά κηρύττουμε τόν θεῖο λόγο; Ὅπως τά χέρια τοῦ ἱερέα πρέπει νά εἶναι καθαρά καί πεντακάθαρα γιά νά λειτουργεῖ τό πανάγιο Θυσιαστήριο, ἔτσι πεντακάθαρο πρέπει νά εἶναι τό στόμα τοῦ ἱεροκήρυκα γιά νά κηρύττει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ».

5. Τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἐξαγγέλλει ὁ ἱεροκήρυκας, ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος τόν ἐπίστευε ὡς ἰσχυρό καί παντοδύναμο. Πόσο ὡραῖο εἶναι ἐκεῖνο πού λέγει ὁ προφήτης Ἀμώς, ὁ ποιμένας τῆς Θεκοά, γιά τήν δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Κύριος ἐλάλησε. Μαραίνονται τά βοσκοτόπια καί ξηραίνεται ἡ κορυφή τοῦ Καρμήλου»! (Ἀμ. 1,2). Ἤ τό ἄλλο τό ψαλμικό: «Φωνή Κυρίου ἐπί τῶν ὑδάτων... Φωνή Κυρίου ἐν ἰσχύι... Φωνή Κυρίου συντρίβοντος Κέδρους καί συντρίβει Κύριος τάς Κέδρους τοῦ Λιβάνου» (Ψαλμ. 28,8). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο ἰσχυρός, ὥστε ἐπιφέρει τήν νεκρανάσταση τῶν ψυχῶν, ὅπως τό κήρυγμα πού ἀπηύθυνε ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ στά νεκρά ὀστᾶ τῆς πεδιάδος τά ἔκανε νά ἀναζήσουν (Ἰεζ. κ. 37). Πολύ τοῦ ἄρεσαν τοῦ πατρός Αὐγουστίνου τοιαῦτα χωρία τῆς Γραφῆς ἀναφερόμενα στήν δύναμη καί τήν μεγαλοπρέπεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστεῖτο σέ βιβλικές εἰκόνες παριστῶσες τήν δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρω μερικές τέτοιες εἰκόνες ἀγαπητές στόν πατέρα Αὐγουστῖνο:

(α) Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι φωτιά πού κατακαίει τήν ψυχή τοῦ κήρυκα καί δέν τόν ἀφήνει νά ἡσυχάσει. Ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι τοῦ προφήτου Ἰερεμίου, ὁ ὁποῖος, ὅταν σέ κάποια στιγμή τοῦ ταλαιπώρου προφητικοῦ του βίου σκέφτηκε νά μήν ὁμιλήσει, «ἔνοιωσε μέσα του – λέγει ὁ ἴδιος – μιά καυστική φωτιά, μιά φλόγα στά κόκκαλά του». «Προσπαθῶ – λέγει ὁ προφήτης – νά ὑποφέρω αὐτό τό πῦρ, ἀλλά δέν μπορῶ» (Ἰερ. 20,8). (β) Κατ᾽ ἄλλην εἰκόνα, εὑρισκομένη στόν ἴδιο προφήτη, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μοιάζει μέ τό σφυρί, πού πέφτει στόν ἄκμονα καί δίνει μορφή στόν ἐπάνω σ᾽ αὐτόν πυρωμένο σίδηρο (Ἰερ. 23,29). (γ) Ἤ κατά τόν προφήτη Ἠσαΐα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παριστάνεται μέ ξίφος καί μέ βέλος, πού εἰσχωροῦν βαθιά στό ἀνθρώπινο σῶμα (Ἠσ. 49,2). (δ) Ἀλλά πολύ ἀγαπητή ἦταν στόν πατέρα Αὐγουστῖνο ἡ παράσταση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς μάχαιρα: «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. 4,12). Δέν εἶναι δέ ἀπίθανο νά ποῦμε ὅτι γι᾽ αὐτήν τήν ὡραία παράσταση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς μάχαιρα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξαρτᾶται ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴδαμε πρό ὀλίγου, παρέστησε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς ξίφος καί ὡς βέλος.

6. Ἀφοῦ ἔτσι ἐπίστευε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὁ μελετητής τῆς Βίβλου πατήρ Αὐγουστῖνος, ἔτσι ἐξασκοῦσε ὡς ἱεροκήρυξ τό κήρυγμά του. Πραγματικά, κατά τίς παραπάνω εἰκόνες, τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου ἦταν φωτιά· ἄναβε φωτιές, ἔκαιε τά σπαρτά τῆς ἁμαρτίας καί θέρμαινε καρδιές γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τό κήρυγμά του ἔπιπτε σάν σφυρί, γιά νά θρυμματίσει τήν κακία καί εἰσχωροῦσε βαθιά στήν ψυχή, ὅπως βαθιά εἰσχωρεῖ στό σῶμα τοῦ ἀρρώστου τό χειρουργικό μαχαίρι. Τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου ἦταν κυρίως ἐλεγκτικό. Ὡς σύνθημά του εἶχε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στόν προφήτη Ἠσαΐα: «Ἀναβόησον ἐν ἰσχύι καί μή φείσῃ, ὡς σάλπιγγα ὕψωσον τήν φωνήν σου, καί ἀνάγγειλον τῷ λαῷ μου τά ἁμαρτήματα αὐτῶν καί τῷ οἴκῳ Ἰακώβ τάς ἀνομίας αὐτῶν» (58,1). Ἦταν φοβερός στόν ἔλεγχό του ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος. Ἀπηύθυνε δέ τό ἐλεγκτικό του κήρυγμα ὄχι μόνο πρός τά κάτω, στόν ἁπλό λαό, ἀλλά κυρίως πρός τά ἄνω, πρός τούς θρησκευτικούς καί πολιτικούς ἡγέτες. Σέ κανένα δέν ἐχαρίζετο. Καί γιά τήν δικαιοσύνη του αὐτή πού ἔδειχνε ὡς πρός τόν ἔλεγχό του, γινόταν ὁ θρυλικός καί ἡρωικός ἱεροκήρυκας, ὁ ἀρεστός καί σέ Θεό καί σέ ἀνθρώπους. Εἶναι ἀλήθεια βέβαια ὅτι στό ἰδικό του ξίφος τοῦ θείου λόγου οἱ ἐλεγχθέντες ὑπ᾽ αὐτοῦ ἔσυραν καί αὐτοί τό ἰδικόν τους ξίφος, τήν βία δηλαδή καί τήν πολεμική ἐναντίον του. Ἀλλά παρ᾽ ὅλη τήν τόση πολεμική τῶν ἐχθρῶν του, αὐτός, πιστός μαθητής τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν ὑπέστελλε τόν ἀγώνα του, ἀντίθετα μάλιστα – θαυμαστό σημεῖο αὐτό! – αὐτός, καί μετά τήν κατ᾽ αὐτοῦ πολεμική, γινόταν δυναμικώτερος καί σφοδρότερος στόν ἀγώνα του κατά τῶν σκανδαλοποιῶν καί κακοποιῶν. Νομίζω ὅτι ἐδῶ μπορεῖ νά ἐφαρμόσει κανείς στόν ἀγωνιστή Ἱεράρχη πατέρα Αὐγουστῖνο τόν λόγο τοῦ προφήτου Μιχαία, ὁ ὁποῖος, ἔλεγε κατά μόνας γιά τήν πολεμική τῶν ἐχθρῶν του: «Τοὐναντίον ἐγώ εἶμαι πλήρης δυνάμεως γιά νά ἐξαγγέλλω τήν ἀσέβεια τοῦ Ἰακώβ καί τήν ἁμαρτία τοῦ Ἰσραήλ» (3,8)!

7. Δέν ἦταν ὅμως μόνο ἐλεγκτικό τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, ἀλλά ἦταν καί παρήγορο. Ὅπως ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα ἐπρόσεξε τό «Ἀναβόησον» καί τό «ὡς σάλπιγγα ὕψωσον τήν φωνήν σου καί ἀνάγγειλον τά ἁμαρτήματα αὐτῶν» (58,1), ἔτσι ἐπρόσεξε καί τόν ἄλλον λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τόν προφήτη «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» (40,1). Ἦταν ποικίλος. Συχνά δέ ἐμνημόνευε τόν λόγο τοῦ Χρυσοστόμου, «ποικίλον δεῖ εἶναι τόν ἱερέα τοῦ Θεοῦ»! Ἦταν σάν τόν προφήτη Ἠλία, ἱπποτικός καί ρωμαλέος στόν βασιλέα Ἀχαάβ, παρήγορος στήν πτωχή χήρα καί εἴρων στούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ. Στό κήρυγμά του ὁ ἀλήστου μνήμης Γέροντας πατήρ Αὐγουστῖνος εἶχε καί τό «ἐκριζοῦν καί κατασκάπτειν» μέ τόν ἔλεγχό του, ἀλλά καί τό «ἀνοικοδομεῖν καί καταφυτεύειν» μέ τό παρήγορο πνευματικό του κήρυγμα, ὅπως ἔτσι ἐπέταξε ὁ Θεός τόν Ἰερεμία νά κηρύττει (Ἰερ. 1,10).

Τό κήρυγμα τοῦ ἐπισκόπου καί ἱεροκήρυκα πατρός Αὐγουστίνου ἦταν παρήγορο στούς ἁμαρτωλούς. «Ὅσα πολλά καί μεγάλα καί ἄν εἶναι τά ἁμαρτήματά σου ἁμαρτωλέ – ἔλεγε – μήν ἀπελπίζεσαι. Κοίτα τόν Ἐσταυρωμένο. Ἀπό τό κεφάλι Του, ὅπου τό ἀκάνθινο στέφανο, ἀπό τά τρυπημένα Του χέρια καί τά σταυρωμένα Του πόδια, τρέχει τό Αἷμα. Καί “τό Αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας”» (Α´ Ἰωάν. 1,7). Ἦταν σωτηριολογικό τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, σοῦ ἔδινε μήνυμα σωτηρίας. Τόνιζε τήν ἐξομολόγηση καί τήν θεία Κοινωνία, ὡς ἀναγκαῖα γιά τήν σωτηρία μας Μυστήρια.

Τό κήρυγμα τοῦ τιμωμένου ἁγίου Γέροντος ἦταν βιβλικό. Ἦταν κήρυγμα πλούσιο σέ παράθεση χωρίων καί περικοπῶν ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ἦταν δέ τέτοιες οἱ χρησιμοποιούμενες βιβλικές περικοπές καί τά χωρία, ὥστε σοῦ ἄναβαν τήν ἐπιθυμία νά διαβάσεις τήν Ἁγία Γραφή, τήν ἀθάνατη αὐτή πηγή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος δέν μποροῦσε νά νοήσει ἱεροκήρυκα χωρίς νά ἔχει πρῶτα καλή γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅταν εἶχε μπροστά του ὁμάδα θεολόγων, ἤθελε νά διαπιστώσει τήν γνώση τους στήν Ἁγία Γραφή, γι᾽ αὐτό καί τούς «πετοῦσε» στή συνομιλία του μαζί τους χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ἐρωτώντας ἐπίμονα ποῦ εὑρίσκεται τό χωρίο αὐτό. Δέν θά ξεχάσω, ὅταν σέ ἑσπερινή του διδασκαλία στήν αἴθουσα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στήν Ἀθήνα, τό 1966 περίπου, σέ πυκνό, ὅπως πάντα, ἀκροατήριό του ἐμνημόνευσε στήν ὁρμή τοῦ λόγου του τό χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς «ὁ πραΰς ἔστω μαχητής». Καί ἀμέσως εἶπε ἔπειτα ἐπιτακτικά: «Φούντας, ἔλα δῶ· ποιός τό λέει αὐτό;». Καί ἐγώ τοῦ ἀπήντησα: «Ὁ προφήτης Ἰωήλ». Πρέπει νά χάρηκε ἀπό τή σωστή μου ἀπάντηση, μοῦ εἶπε δέ ἀμέσως ἔπειτα: «Ἀλλοίμονό σου ἄν δέν τό εὕρισκες»! Μᾶς παίδευε ὁ Γέροντας στή γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιατί μᾶς ἤθελε καλούς κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

8. Τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου ἦταν μέν ἁπλό καί θερμό, καί γι᾽ αὐτό ἔμπαινε στήν καρδιά τῶν ἀκροατῶν, ἀλλά ἦταν κήρυγμα θεολογικό. Ἦταν βιβλικό καί πατερικό συγχρόνως. Συνεχῶς σέ μᾶς τούς θεολόγους μᾶς τόνιζε ὡς ἀπαραίτητη τήν γνώση αὐτῶν τῶν δύο, τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων· γιατί, μᾶς ἔλεγε, «ὁ θεολόγος γεννᾶται εἰς τάς Γραφάς, ὡς αὐτάς ἡρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες». Δέν ἤθελε, ἐπ᾽ οὐδενί λόγῳ δέν ἤθελε, νά εἶναι «μεταπατερικός», νά μεταλλάσσει, δηλαδή, τήν Πατερική διδασκαλία, ἐπειδή αὐτή φαίνεται ὡς αὐστηρή καί μή ἀρεστή στόν λαό. Σ᾽ αὐτό ἀρχή καί σύνθημά του εἶχε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στόν προφήτη Ἰερεμία: «Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά ἐπιστρέψουν σέ σένα καί ὄχι ἐσύ πρός αὐτούς» (Ἰερ. 15,19). Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Θεοῦ στόν προφήτη σημαίνει αὐτό ἀκριβῶς πού λέγουμε: Ὅτι δέν πρέπει ὁ κήρυκας νά μεταλλάσσει καί νά «πλανίζει» τό λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά γίνει ἀποδεκτός ἀπό τό λαό, γιατί τότε αὐτό, κατά τόν πατέρα Αὐγουστῖνο, εἶναι «κουτσουρεμένο Εὐαγγέλιο»· ἀλλά ὁ κήρυκας πρέπει νά κηρύττει «ἀπερίτμητον» τόν λόγο τοῦ Θεοῦ – δική του ἔκφραση αὐτή γιά τό κήρυγμα –, νά τόν κρατεῖ ψηλά καί νά προσπαθεῖ καί νά ἀγωνίζεται ἐκεῖ ψηλά νά ἀνεβάσει τόν λαό, γιά νά τόν δεχθεῖ. «Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά ἐπιστρέψουν σέ σένα καί ὄχι ἐσύ πρός αὐτούς», εἶπε ὁ Θεός στόν προφήτη Ἰερεμία. Δέν ἀπέβλεπε ὁ μακαριστός Γέροντας σέ πλῆθος ἀκροατῶν, ὥστε νά κηρύττει κήρυγμα ἀρεστό σ᾽ αὐτούς. Τόν θυμᾶμαι κάποτε πού εἶπε: «Δέν μέ ἐνδιαφέρει σέ πόσους θά κηρύξω, ἀλλά τί θά κηρύξω!!!» Τό δέ περίεργο καί ἐντυπωσιακό εἶναι ὅτι γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο εὐλογεῖτο ἀπό τόν Θεό καί εἶχε πάντοτε πλῆθος ἀκροατῶν στό κήρυγμά του.

Σχετικά μέ τό κήρυγμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου εἶναι ἀνάγκη νά πῶ ὅτι ἐνῶ ἔθιγε κοινωνικά κακά καί ἤλεγχε τούς ἄρχοντες ὡς αἰτία τῶν κακῶν αὐτῶν, ὅμως ποτέ δέν μετέβαλλε τό κήρυγμά του σέ πολιτικολογία. Φαινόταν καθαρά ὅτι τό κοινωνικό καί τό πολιτικό κακό τό ἤλεγχε μέ θεολογική βάση ἀποβλέποντας στό πνευματικό ὄφελος καί τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ.

Γενικά τό κήρυγμα τοῦ ἐπισκόπου πατρός Αὐγουστίνου ἦταν κατήχηση, αὐτό πού τόσο καί σήμερα ἔχει ἀνάγκη ὁ λαός μας. Ἀπέβλεπε στό νά διδάξει στόν λαό τήν πίστη του, τήν ὀρθόδοξη πίστη του, γιά νά τόν κάνει νά τήν ἀγαπήσει καί νά ἀγωνίζεται ἔπειτα γι᾽ αὐτήν, ὅταν τήν βλέπει νά προσβάλλεται.

Καί ὅταν λέγουμε ἀγώνα γιά τήν πίστη, αὐτό γιά τόν πατέρα Αὐγουστῖνο ἐσήμαινε ἀγώνα μέχρι πεζοδρομίου καί μέχρι αἵματος καί φυλακῶν. Αὐτό τό κήρυγμα ἀγαποῦσε ὁ ἀγωνιστής ἐπίσκοπος, κήρυγμα πού καταλήγει σέ διωγμό καί μαρτύριο, ἐνῶ τό ἄλλο κήρυγμα, τό ἀκίνδυνο, δέν τό θεωροῦσε κήρυγμα. Συχνά μᾶς ἔλεγε καί ἐπανελάμβανε τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Κήρυγμα ὁδεῦον διά πάσης ἀνέσεως οὐκ ἔστι κήρυγμα»! Γι᾽ αὐτό καί μᾶς ἔλεγε καί μᾶς τόνιζε τόν ἄλλον λόγο τοῦ χρυσορρήμονα πατρός: «Τό κήρυγμα δεῖται ἀνδρός γενναίου, φερεπόνου καί ἑτοίμου πρός θάνατον»!

Ἐπειδή ἡ πίστη ἦταν τό κύριο περιεχόμενο τῶν κηρυγμάτων τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος, γι᾽ αὐτό ἦταν πολέμιος τῶν αἱρετικῶν, στούς ὁποίους βεβαίως συγκατέλεγε καί τούς παπικούς καί τούς οἰκουμενιστές. Στό κήρυγμά του ἦταν σφόδρα ἀντιπαπικός καί ἀντιοικουμενιστής. Καί ὅπως τόν παρουσίασα στήν πενιχρά μου ὁμιλία θά ἦταν σήμερα καί σφόδρα ἀντι-μεταπατερικός. Ποῦ εἶσαι, πάτερ Αὐγουστῖνε, ποῦ εἶσαι σήμερα νά φωνάξεις καί νά κραυγάσεις γιά τά προδοτικά βήματα καί κινήματα πού γίνονται. Ἀλλά, ὅπως συχνά μᾶς ἔλεγες «οὐκ ἐκλείψουσι τῇ Ὀρθοδοξίᾳ στρατιῶται»!

Ζητοῦμε τήν εὐχή Σου καί τήν προσευχή Σου, ἅγιε Πατέρα, ἐμπνεόμενοι ἀπό τά δικά Σου κηρύγματα καί τούς δικούς Σου ἀγῶνες νά εἴμαστε καλοί στρατιῶτες τῆς ἱερᾶς παρατάξεως τοῦ Κυρίου, ΑΜΗΝ.

ΠΗΓΗ : † Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας, "ΑΠΛΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ", Mάιος - Ιούνιος 2012, αριθ. 57, σ. 84 κ.ε.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ





Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΟΤΗΣ ΤΩΝ ΕΝ ΣΥΡΙΑ ΜΕΛΧΙΤΩΝ


Κατά τα τελευταία έτη μεταξύ των Ιησουιτών ποοπαγανδιστών της Συρίας και τινων ολίγον Μελχιτών διεξήχθη συζήτησις περί της; εθνικής καταγωγής των τελευταίων τούτων. Οί Ιησουίται. ισχυρίσθησαν ότι οι Μελχϊται είνε άραβες διότι λαλοΰσι την αραβικήν. Είνε δε γνωστόν ότι οι Ιησουίται πρώτον χάριν προσηλυτιστικών σκοπών προήγαγον εις μέσον την ιδέαν του αραβικού  φυλετισμοϋ και εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, σκανδαλίσαντες τούς αραβοφώνους Έλληνας. Οι Μελχϊται διεμαρτυρήθησαν κατά του ιησουϊτικού ισχυρισμού και τινες αυτών δι΄ επιστημονικών μελετών απέδειξαν ότι οι Μελχίταί εισιν Έλληνες εξαραβισθέντες την γλώσσαν. Εις τούτων ο ιερεύς κ. Πολύκαρπος Καττάν διελθών εσχάτως των Αϋηνών ετέλεσεν ελληνιστί την λειτουργίαν εν τω εκεί λατινικώ ναώ, εν δε τη ομιλία αυτού είπε προ τοις άλλοις τα εξής : 


"Γνωστή η αρχή του εν Συρία Ελληνισμού, μεγίστην ιδία λαβόντος εξάπλωσιν δια των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ανατείλαντος του φωτός του Ευαγγελίου εν βραχεί ο Ελληνικός πολιτισμός της Συρίας μετατρέπεται εις Ελληνικόν Χριστιανκόν Πολιτισμόν, όστις αναδεικνύει Εκκλησίαν πλήρης αίγλης. Εις τους Έλληνας και τα εξελληνισθέντα στοιχεία. τα κατοικούντα  την Παλαιστίνην, την Συρίαν, και την Αίγυπτον δίδεται το όνομα "Μελχίται". Πως τούτο, η ιστορία διευκρινίζει σαφώς. Κατά το 451 ο Αυτοκράτωρ Μαρκιανός, ο μέγας της Ορθοδοξίας πρόμαχος, συγκαλεί την Οικουμενικήν Σύνοδον της Χαλκηδόνος. Τότε οι Ευτυχιανοί, οι Μονοφυσίται και οι Νεστοριανοί, βαρέως φέροντες την κηδεμονίαν του Βυζαντίου, δράττονται της ευκαιρίας όπως αποτινάξωσιν αυτήν. ούτω δεν αποδέχονται τας αποφάσεις  της Συνόδου και εις τους αποδεχθέντας αυτάς απονέμουσιν την προσωνυμίαν "Μελχίται" ήτοι εν Συριακή γλώσση αυτοκρατορικοί. Τον τίτλον τούτον ετήρησαν μεθ΄ υπερηφανείας, ως δηλούντα την αλήθειαν περί της πίστεως αυτών και της αφοσιώσεως εις τον θρόνον του Βυζαντίου. Έκτοτε η διάστασις και η διάκρισις αύτη έμεινεν αμείωτος μεταξύ Μελχιτών και Σύρων ως τεκμήριον της διαφοράς των δύο λαών. Οι Σύροι πολέμιοι, των Ελλήνων, ηδυνήθησαν τότε να είπωσι μετά του ιστορικού αυτών Βαρεβραίου : "Ευχαριστούμεν τω Κυρίω, ότι απηλευθέρωσεν ημάς του ζυγού του Βυζαντίου δια των αράβων". Μεθ΄ όλας όμως τα αντιξόους περιστάσεις, θεία αρωγή το αυτόθι Ελληνισμός έζησεν άχρι τούδε. Αλλ΄ ο Ελληνικός πληθυσμός της Συρίας ηναγκάσθη να καταλίπη την γλώσσαν αυτού και να εκμάθη την αραβικήν, την των κατακτητών.................

Και η ηδυτάτη πάτριος γλώσσα, εγκαταλειφθείσα υπό του λαού εύρεν άσυλον εις τους ναούς και τα θυσιαστήρια. Αλλά και εκεί τέλος επέβαλε την σιγήν αυτής η δυσμένεια των καιρών. Ο λαός ηδυνάτει πλέον να ακροάται των ιεροτελεστιών εν τη πατρίω γλώσση, ακαταλήπτω καταστάση. Κατ΄ ανάγκην τα ιερά βιβλία μετεφράσθησαν εις την αραβικήν γλώσσαν του λαού και της χώρας. Ούτω νυν διακόσιαι χιλιάδες καθολιών Μελχιτών και Ανατολικών λαλούσι την αραβικήν. Αλλά δια της προόδου των χρόνων και της σχετικής νυν ελευθερίας εν Συρία πνοή νέας ζωής προσπνέει εις τας ψυχάς των αποξενωμένων τούτων τέκνων του Ελληνισμού. Ο Κλήρος και ο λαος, ουδαμώς επιλανθανόμενοι της Ελληνικής αυτών καταγωγής, ενί κατέχωνται πόθω, να ίδωσιν αναβιούντας τους πάλαι ποτέ ευκλεείς των προγόνων χρόνους, τους χρόνους του Βσιλείου, του Χρυσοστόμου, του Δαμασκηνού. ελπίζουσι δε τούτο προ παντός δια της σπουδής και της διαδόσεως της Ελληνικής γλώσσης. Ούτω, αι ελπίδες ημών εισί μεγάλαι, ως είνε μεγάλη η στοργή ημών και η αγάπη προς παν ό,τι συνδέεται προς του Έθνους τούτου την δόξαν. Προς πραγμάτωσιν των διακαών ημών πόθων επικαλούμεθα και ελπίζομεν, ότι θέλομεν τύχη της ηθικής αρωγής των εν Ελλάδι αδελφών, όπως δυνηθώμεν παρά το πλευρόν αυτών μια ψυχή ν΄ αγωνισθώμεν τον ευκλεή αγώνα δι΄ ον προώρισεν ο Θεός το Έθνος ημών".

ΠΗΓΗ : "ΝΕΑ ΣΙΩΝ", έτος Ε΄, τευχ. ΙΑ - ΙΒ, 1908, τομ. Ζ΄,  σ. 898 κ.ε.



Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΕΝ ΓΟΛΓΟΘΑ

Παρεκκλήσιο του Αδάμ (Πανάγιος Τάφος)*.

Τινές των αρχαίων πάτερων της ’Εκκλησίας ως ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας (+ 373) Αμβρόσιος Μεδιολάνων (+ 397) Βασίλειος Σελεύκειας (μεσούντος τού ε'. αιώνες) την παράδοσιν περί της ταφής τού Αδάμ εν τω Γολγοθά θεωρούσαν ως ιουδαϊκής προελεύσεως, άλλοι, όμως των πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας καλούσιν αυτήν απλώς «παράδοσιν»  «αρχαίαν παράδοσιν». Καί αξιοσημείωτον ότι τινές τούτων ουδόλως αυτήν αναφέρουσι. Δεν αναφέρει αυτήν και αυτός ετι ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (+ 386) την δε σιωπήν αυτού οι μεν εξηγούσιν ως προελθοϋσαν εκ της επιθυμίας του αγίου Κυρίλλου ίνα μή παοαπέμψη εις ιουδαϊκήν παράδοσιν, τινες δ’ εκ της παντελούς ελλείψεως τοιαύτης παραδόσεως εν Ίεροσολύμοις. Την τελευταίαν ταύτην γνώμην αποδέχεται ο ρώσος Ε. Πολιάνσκης, όστις αντιθέτως τη γνώμη άλλων επιστημόνων και δη του A. Dilman καi C. Wilson θεωρούντων την εν λόγω παράδοσιν ως ιουδαϊκής προελεύσεως (Πρβλ. «Νέαν Σιών» Δ, 330 εξ.) εν ειδική αυτού πραγματεία (εν τω περιοδικώ της Ακαδημίας Καζάν 1908 Ιουλίου — Αυγούστου σ. 137 εξ.), καταλήγει εις το συμπέρασμα ότι «η παράδοσις περί του Αδάμ εν Γολγοθά είνε Χριστιανικής προελεύσεως εμφανισθείσα το πρώτον, κατά πάσαν πιθανότητα εν τη Αλεξανδρινή Σχολή εκ της τάσεως του εξηγήσαι την ευαγγελικήν έκφρασιν «κ ρ α ν ί ο υ  τ ό π ο ς». Ένεκα τούτου «εμορφώθη εν Αλεξανδρεία το απόκρυφον περί ενταφιασμού του Αδάμ υπό του Σήμ και του Μελχισεδέκ εν τω λόφω του Γολγοθά».

_______________________

*Στο βράχο παρατηρούμε μια σχισμή από την οποία το Αίμα Του Εσταυρωμένου έπεσε στο κρανίο του Αδάμ. Από αυτή την παράδοση εμπνέεται η βυζαντινή αγιογραφία και τοποθετεί στη βάση του Σταυρού το κρανίο του πρωτόπλαστου.


ΠΗΓΗ : "ΝΕΑ ΣΙΩΝ", έτος Ε΄, 1908, τομ. Ζ΄,  σ. 745.