"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

«ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΓΕΜΕΛΛΕ, ΔΙΟΤΙ ΠΟΛΛΑ ΕΜΟΧΘΗΣΑΣ» - ΤΟ ΦΡΙΚΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΑΘΛΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ ΓΕΜΕΛΛΟΥ – 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Ο Άγιος Μάρτυς κατάγονταν από την ενορία της Κλιμαξίνης της πόλης Αγκύρα της Μικράς Ασίας. ζούσε δε στους χρόνους του Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363 μ.Χ.). Κάποια ημέρα, καθώς περνούσε ο Αυτοκράτωρ από τη περιοχή του, στάθηκε με ανδρεία μπροστά του και μίλησε με ένθεα λόγια. Ο Ιουλιανός οργίσθηκε, και αφού τον συνέλαβε, διέταξε να ζωστεί με σιδερένια ζώνη. Το υγρό που έτρεχε από το κάψιμο της σάρκας γέμισε όλο το έδαφος γύρω από τον Μάρτυρα. Κατόπιν, διέταξε να τον ακολουθήσει στην Έδεσσα, όπου τον τραυμάτισε στα τέσσερα μέρη του σώματός του με κοφτερά ξύλα και ακολούθως τον κατατρύπησε με πυρωμένα σίδερα, τον κρέμασε και ο δήμιος του έσκιζε τις σάρκες.

Ο Μάρτυς του Χριστού, παρά τα φοβερά βασανιστήρια, συνέχιζε να καταφρονεί τον ασεβή Ιουστινιανό, ο οποίος για να κάμψει το φρόνημά του τον έβαλε σε πυρωμένο τηγάνι λαδιού, ρητίνης και λίπους, ενώ από πάνω τον χτυπούσαν με σίδερα τα οποία είχαν ακίδες. Κατά Θεία παραχώρηση έπεσε ισχυρή βροχή που έσβησε τη φωτιά και ο Γέμελλος έμεινε αβλαβής. Τότε ο Ιουλιανός διέταξε να του μπήξουν καρφιά στην κεφαλή και εν συνεχεία τον κρεμούν και τον γδέρνουν από τα πόδια έως τους ώμους. Ο Αγωνιστής του Αγίου Τριαδικού Θεού, παρά τα αφόρητα βασανιστήρια μπορούσε να βαδίζει. Κατ’ οικονομία δε Θεού, συνάντησε έναν Ιερέα, ο οποίος και τον βάπτισε, διότι ήταν ακόμη αβάπτιστος. Μόλις εξήλθε από την κολυμβήθρα, θαυματουργικώς, ήταν υγιής, χωρίς καμία πληγή στο σώμα του. Ταυτόχρονα άκουσε εκ του ουρανού τη φωνή του Αγίου Θεού να του λέγει : «Μακάριος είσαι, Γέμελλε, διότι πολλά εμόχθησας».

Ο Ιουλιανός που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, αφού τον συνέλαβε, τον Σταύρωσε με καρφιά στα χέρια και του πόδια του. Έτσι προσευχόμενος ο πολύαθλος Μάρτυς του Χριστού, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Το τίμιο σώμα του, το κατέβασαν οι χριστιανοί κρυφά από τον Σταυρό και το ενεταφίασαν σε επίσημο τόπο. Η αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 10 Δεκεμβρίου.

ΠΗΓΗ : ΔΟΥΚΑΚΗ Χ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ, τομ. 12, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1896.



ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΔΔΑ – 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Πρόκειται για μια ελάχιστα γνωστή εορτή εκ των πέντε του Αρχιστρατήγου των Αγγελικών Δυνάμεων, Μιχαήλ. Οι δε πληροφορίες που γνωρίζουμε περί αυτής είναι πενιχρές.

Όπως σημειώνει ο R. Janin, ο Άδδας ήταν ένας εκ των τεσσάρων Μαγίστρων1 που ο Μέγας Κωνσταντίνος2 έφερε από τη Ρώμη στη νέα πρωτεύουσα που οικοδόμησε, τη Κωνσταντινούπολη. Ο εν λόγω αξιωματούχος κατασκεύασε μια κατοικία – από την οποία φαίνεται ότι έλαβε το όνομα και όλη η ευρύτερη περιοχή – κοντά στο οποίο ο Αυτοκράτωρ Ιουστίνος4 ο 2ος ανέγειρε Ιερό Ναό προς τιμήν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Απλή αναφορά περί του εν λόγω Ιερού Ναού έχουμε υπό του χρονογράφου Κεδρηνού και υπό του Κ. Σάθα3



Να σημειώσουμε ακόμη ότι σύμφωνα με τον Ψευδο-Κωδινό, η συνοικία του Άδδα ευρίσκονταν στα περίχωρα της Σιδηράς Πύλης, κοντά στην θάλασσα, ανάμεσα στους Ιερούς Ναούς του Αγίου Θωμά της συνοικίας Αμαντίου και του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ της συνοικίας Άδδα.

Σε τούτο τον Ιερό Ναό, ο οποίος ανοικοδομήθηκε τον 6ο μ.Χ.αιώνα, που ευρίσκονταν εις την συνοικία της Άδδα στη Βασιλεύουσα, τιμούνταν ιδιαίτερα ο Άρχων Μιχαήλ, έτσι ώστε να θεσπιστεί επίσημη εορτή προς τιμήν του, μνημονευόμενη στα Συναξάρια, η εορτή της Σύναξις του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Πιθανόν η ιδιαίτερη ευλάβεια του Αυτοκράτορα στον Ταξιάρχη να τον οδήγησε στην οικοδόμηση του εν λόγω Ι.Ναού ή κάποια έκτακτη θαυματουργία του Αρχαγγέλου. 
___________________
1.Πρόκειται για ανώτατο αξίωμα της πολιτείας την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο και τη Bυζαντινή.
2. 272-337 μ.Χ.
3. Χρονικά Ανωνύμου.
4. Ανεψιός του Ιουστινιανού (565-574 μ.Χ.).

ΠΗΓΗ : Janin Raymond, “Topographie de Constantinople byzantine : Le port sophien et les quartiers environnants”, Revue des études byzantines, Année 1943, 1,  pp. 145-147, 150.



ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

O ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ



Ενός γενναίου Ιεράρχου τη μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία, του αγίου Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων. Ο άγιος Αμβρόσιος σε πολλά ομοιάζει με το σύγχρονό του άγιο Βασίλειο και μάλιστα ως προς τη γενναιότητα του φρονήματός του. Η στάση του απέναντι στην αρειανή Ιουστίνα, μητέρα του βασιλέα Γρατιανού, μοιάζει με τη στάση του Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στον έπαρχο Μόδεστο και τα λόγια του προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο θυμίζουν τα λόγια του προφήτου Νάθαν προς το Δαβίδ. Όταν οι αρειανοί θέλησαν να του πάρουν εκκλησίες, εκείνος απάντησε στο βασιλέα : «Ο επίσκοπος δεν παραδίδει ποτέ ναούς του Κυρίου». Και στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, μετά τη σφαγή επτά χιλιάδων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, όταν θέλησε να μπει στο ναό και να κοινωνήσει, ο Αμβρόσιος στάθηκε ακλόνητος. Ο αυτοκράτορας θέλησε να δικαιολογηθεί πώς κι ο Δαβίδ αμάρτησε. Ο Αμβρόσιος του είπε. «Τον μιμήθηκες στο έγκλημα, μιμήσου τον και στην μετάνοια».

ΠΗΓΗ : + ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Δ. ΨΑΡΙΑΝΟΥ, ΜΙΚΡΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1980.



ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΘΗΜΕΡΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΝ 18-11-2018


Σήμερον συμπληροῦνται τεσσαράκοντα ἡμέραι ἀπὸ τῆς πρὸς Κύριον ἐκδημίας τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, Καθηγουμένου, Πατρὸς καὶ ἀδελφοῦ ἡμῶν. Τεσσαράκοντα ἡμέραι πλήρεις πόνου, θλίψεως καὶ ὀρφανίας. Δὲν κλαῖμε οὔτε λυπούμεθα ὡς μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Ἀλλά πονοῦμεν διὰ τὸν χωρισμόν! Ἄλλος πέντε, ἄλλος δέκα, ἄλλος εἴκοσι καὶ ὡς ὁ λαλῶν πεντήκοντα ὀκτὼ ἔτη ἐζήσαμε μαζί. Μαζὶ περάσαμε θλίψεις καὶ στενοχωρίας, ὀδύνας, πικρίας καὶ ἀναστεναγμούς· κινδύνους ἐκ ψευδαδέλφων, συνωμοσίας καὶ ἔχθρας. Ὅμως, ὡς ἔλεγον οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, «διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος ἐξήγαγεν ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν». Ἡ μεγάλη Μάννα, ἡ Κυρία Θεοτόκος ἡ Γοργοϋπήκοος, τὴν ὁποίαν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἐκελάδει, δὲν μᾶς ἐγκατέλιπε! Καὶ οἱ προστάται τῆς Μονῆς Παμμέγιστοι Ταξιάρχαι ἥπλωναν στοργικῶς τὰς πτέρυγάς των καὶ ἐσκέπαζον, μὴ ἐπιτρέποντες ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. Μὲ τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ὅνπερ παιδιόθεν ἠγάπα, ἀντιμετώπιζε τὰ πολλὰ καὶ δυσεπίλυτα προβλήματα τῆς κατὰ τὰ ἄλλα εὐαγοῦς Μάνδρας τῆς Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου.
Νῦν δὲ κατάφορτος ἔργων, «ὡς ἐλαία κατάκαρπος», εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἀγήρω ζωὴν καὶ μακαριότητα! Καὶ ἔλαχεν εἰς ἐμὲ τὸν ἀνάξιον καὶ ἔσχατον πάντων νά ψελλίσω λόγον εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, κατὰ τὸ τελεσθὲν σήμερον τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον. Ἀλλὰ πῶς νὰ τολμήσω ὁ εὐτελὴς νὰ πλέξω ἐγκώμιον εἰς τὴν ὑψηλοτάτην κορυφήν; Ὁμοιάζω μὲ ἀσθενῆ καὶ τρέμοντα τοὺς πόδας, ὅπου θέλει νὰ ἀνέβῃ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Διὸ παρακαλῶ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον, τὴν Γοργοϋπήκοον, καὶ τοὺς Θείους Ταξιάρχας νὰ μοῦ δώσουν λόγον, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἀναξιότητός μου μειώσω ἔστω καὶ ἐπ᾽ ἐλάχιστον τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνδρός.
Ὁ μακαριστὸς Γέρων Γρηγόριος (κατὰ κόσμον Ἐμμανουὴλ Ζουμῆς, τοῦ Χρήστου καὶ τῆς Αἰκατερίνης) ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1942, ὅτε ἡ Πατρὶς ἡμῶν διετέλει ὑπὸ κατοχήν, εἰς τὴν μυροβόλον νῆσον Πάρον, καὶ δὴ εἰς τὸ χωρίον Νάουσα, ἔνθα ἡ σκέπη τῆς Παναγίας τῆς Παντανάσσης, «παρὰ θῖν᾽ ἁλός» ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι. Ἐκεῖ, παῖς ὤν, ἔπαιζε μὲ ἄλλους νεανίας εἰς τὰ κύματα τῆς θαλάσσης, πλέκοντας τὰ πρῶτα νεανικά του ὄνειρα. Ἡ εὐσεβεστάτη μάμμη του Ζαχαρὼ καὶ ἡ μήτηρ του Αἰκατερίνη τὸν ἐδίδαξαν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν πρὸς τὸ Θεῖον ἀγάπη. Ἐκεῖ, πλησίον εἰς τὰς ἁπλὰς καὶ ἀδόλους ψυχὰς τῶν γεροντισσῶν, κατὰ τὰς ἑσπερινὰς συνάξεις τὰς ὁποίας ἔκαμνον ἀναγινώσκουσαι ἐκ τῶν Συναξαρίων βίους Ἁγίων, ἔμαθε πολλὰ ἀπὸ τὸν βίον τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου καὶ ἄλλων Ἁγίων, καὶ εἰς τὰς τελουμένας ὑπ’ αὐτῶν ἱερὰς ἀγρυπνίας τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Ἑπταετὴς ὤν, τῇ συνοδείᾳ τῆς μάμμης καὶ τῆς εὐσεβεστάτης μητρός του, ἐπεσκέφθησαν τὴν Ἱερὰν Μονὴν τῆς Λογγοβάρδας καὶ κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου ἐξωμολογήθη τὰ παιδικά του πταίσματα. Ἔκτοτε, συνεδέθη μὲ τὴν Μονὴν καὶ πολλάκις τὴν ἐπεσκέπτετο. Ἔτσι ἐγεννήθησαν καὶ τὰ πρῶτα σκιρτήματα διὰ τὴν μοναχικὴν του σταδιοδρομίαν. 

Δωδεκαετὴς μεταβαίνει εἰς τὴν Ἱερὰν Νῆσον Πάτμον, χάριν σπουδῶν, καὶ συντόμως ἕλκεται καὶ σαγηνεύεται ἀπὸ τὰ δίκτυα τοῦ μεγάλου ψαρᾶ τῆς Πάτμου, ὅπως προσφυέστατα τὸν ἀπεκάλεσαν, Ὁσίου Ἀμφιλοχίου. Ἄλλοτε κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι του καὶ ἄλλοτε καθήμενοι εἰς τὸν πύργον, ἔνθα τὸ κελλίον τοῦ Γέροντος, ἔμαθε καὶ ἐδιδάχθη πολλὰ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ «σοφοῦ Γαμαλιήλ». Ἡ σπίθα ὅπου ἔκαιγε μέσα του ἤναψε καί, τελειώνοντας τὰς σπουδάς του εἰς τὴν Πατμιάδα Σχολήν, μεταβαίνει εἰς τὸ Ἡσυχαστήριον τοῦ Κουβαρίου, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶχεν ἀνεγείρει ὁ Ὅσιος Ἀμφιλόχιος, καὶ ἀγωνίζεται μετὰ τοῦ Μοναχοῦ Νικηφόρου τοῦ Καλυμνίου.
Τίς διηγήσεται ὅμως τὰς δυσκολίας καὶ τὰ προβλήματα τῆς συναναστροφῆς τοῦ νέου μετὰ τοῦ μεγαλυτέρου τῇ ἡλικίᾳ καὶ δυστρόπου Μοναχοῦ; Ἕνεκα τούτου, καὶ πρὸς μεγίστην θλίψιν τοῦ ὁσίου Πατρός, ἐγκαταλείπει τὴν ἡρεμίαν καὶ ἡσυχίαν τοῦ Κουβαρίου καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν πολύβοον πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης διὰ μείζονας σπουδάς. Ἐκεῖ εὑρίσκει καὶ ἄλλους Κουβαρίτας, τοὺς ὁποίους ἡ ἀγάπη τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Α΄ εἶχεν ἐπισυνάξει ὑπὸ τὴν προστασίαν του «ὡς ἡ ὄρνις ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτῆς τοὺς νεοσσούς», ἕνεκα εὐλαβείας πρὸς τὸν Ὅσιον Γέροντα.
Ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας κατέρχεται εἰς Ἀθήνας πρὸς συνέχισιν τῶν σπουδῶν. Ἐκεῖ συνδέεται μὲ τὸ «Πορευθέντες», εἰς τὸ ὁποῖον προΐστατο ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, ἔνθα τὸ οἰκοτροφεῖον τῶν Ἀφρικανῶν σπουδαστῶν, καὶ παρέχει τὰς ὑπηρεσίας του, διακονῶν ὡς ὑπεύθυνος αὐτοῦ. Δὲν ἔπαυσε βεβαίως νὰ ἔχῃ τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸν Γέροντα τῆς Πάτμου καὶ νὰ μεταβαίνῃ ἐκεῖσε, ὁσάκις εἶχε τὴν εὐκαιρίαν. Ὅταν ἐπὶ τέλους διηυθετήθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ Κουβαρίου, ἐπιστρέφει καὶ παραμένει μετὰ τοῦ μακαριστοῦ Μοναχοῦ Ἰωσήφ, ὅστις τὸν ἐξετίμα καὶ τὸν ὑπερηγάπα.
Τὴν πρωτοχρονιὰν τοῦ 1967 κείρεται μοναχὸς ὑπὸ τοῦ Ὁσίου Γέροντος καὶ ἐξακολουθεῖ τὰς σπουδάς του εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, ἐργαζόμενος εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ περιοδικοῦ τῆς ἀδελφότητος «ΖΩΗ», πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν πρὸς τὸ ζῆν.
Τὸ ἔτος 1970, ὁ Γέρων Ἀμφιλόχιος μεθίσταται πρὸς τὰ οὐράνια, ἐνῶ ἤδη κατ᾽ ἐντολὴν καὶ ἐπιθυμίαν του ὁ μοναχὸς Γρηγόριος εἶχε χειροτονηθῆ διάκονος ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρόδου κυροῦ Σπυρίδωνος. Μετὰ τὴν θανὴν τοῦ Γέροντος, εἰς τὸ ταπεινὸν Ἡσυχαστήριόν του ὁ διάβολος ἐγείρει θύελλαν προβλημάτων, τόσον ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Θεολόγου, ἡ ὁποία δὲν ἐπέτρεπε τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου, ὅσον καὶ ἐκ τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε τὸ ἐρημητήριον.

Ξερριζωμένος καὶ πικραμένος παίρνει τὸν δρόμον τῆς προσφυγιᾶς μετὰ τριῶν συμμοναστῶν του. Κατόπιν ὑποδείξεως σεβαστοῦ καὶ συνετωτάτου κληρικοῦ, καταφεύγει εἰς τὸν ἐπίσκοπον Αἰτωλοακαρνανίας Θεόκλητον (ὁ ὁποῖος τὸν χειροτονεῖ πρεσβύτερον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκάρη μεγαλόσχημος Μοναχὸς παρὰ τοῦ ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου) καὶ ἐγκαθίσταται εἰς τὴν ἐρειπωμένην Μονὴν τῆς Μυρτιᾶς, ἄνωθεν τῆς λίμνης Τριχωνίδος. Παράδεισος ὁ τόπος, ἀλλ᾽ ὁ διάβολος, ὅστις πολεμᾶ τὰ καλά, μὴ ὑποφέρων τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον συντελεῖται εἰς αὐτὸ τὸ ταπεινὸν Μοναστήριον, ἐγείρει καὶ αὖθις νέαν θύελλαν ἐκ τῶν κληρικῶν τῆς ἐπαρχίας, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Μητροπολίτου. Εἶναι γνωστὴ ἡ ρῆσις τὴν ὁποίαν εἶπεν εἰς τὸν μεσολαβήσαντα μακαριστὸν Ἐπιφάνιον Θεοδωρόπουλον: «Θὰ τοὺς ψήσω καὶ θὰ τοὺς τηγανίσω, καὶ μετὰ θὰ φύγουν». Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχὴν του!
Ὁ ἀντιλήπτωρ ὅμως τῶν ἀδικουμένων Θεὸς καὶ ἡ Παναγία, ὅπου ἐπροστάτευον τὸν δοῦλον τους, ἔνευσαν εἰς τὴν καρδὶαν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας κυροῦ Δαμασκηνοῦ Κοτζιᾶ (δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶχε συγγένειαν μὲ τὸν ἀλήστου μνήμης Ὑπ. Ἐξ. Ν.Κ., ὅστις ξεπούλησε τὴν Μακεδονίαν, διότι ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης ἦτο σφόδρα Βασιλικός), ὅστις τὸν ἐδέχθη καὶ τοῦ παρέδωσεν ἐν λευκῷ τὴν Μονὴν τῆς Παναγίας Προυσιωτίσσης. Ἕνα Μοναστήρι παμπάλαιον ἐπάνω εἰς τὰ κακοτράχαλα βουνὰ τῆς Πίνδου, τοῦ ὁποίου αἱ ἀπαρχαὶ χάνονται εἰς τὰ βάθη τοῦ χρόνου. Πῶς ἦτο δυνατὸν ὅμως αὐτὸς ὁ νησιώτης, ὁ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐνηχούμενος τὸν φλοῖσβον τῆς θαλάσσης, ὁ Αἰγαιοπελαγίτης, ὅπως ὑπέγραφε, νὰ ζήσῃ ἐπάνω εἰς τὰ ὑψηλὰ βουνά τῆς Πίνδου, ἅτινα ἐπὶ ἐννέα καὶ πλέον μῆνας καλύπτονται ἀπὸ χιόνας, παγετοὺς καὶ ὁμίχλην; Ἀλλὰ καὶ τὸ θέρος, ὅτε ὀργιάζει ἡ φύσις καὶ αἰσθάνεσαι τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ βιώσῃ κανεὶς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην ποὺ ἀποπνέει τὸ περιβάλλον, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν προσκυνητῶν.
Διὸ καὶ προσβάλλεται ἡ ὑγεία του καὶ ἐπιζητεῖ τρόπον φυγῆς, παρ’ ὅλον ποὺ πολλὰ ἐκοπίασε διὰ τὴν ἀναστήλωσιν τῆς πυρποληθείσης παρὰ τῶν Γερμανῶν Μονῆς. Κτήρια παραμένοντα ἀπὸ δεκαετίας μόνον εἰς τὸν σκελετόν, ἄλλα ἐρειπωμένα καὶ ἄλλα ἡμιτελῆ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὁλοκληρωθοῦν. Ἀνασκουμπώνεται καὶ μὲ ἰδίους πόρους τῆς Μονῆς ἀρχίζει τὴν ἀνακαίνισιν αὐτῆς καὶ οὐχὶ μόνον. Δημιουργεῖ Συνοδικὸν μέγα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ τότε πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Κωνσταντῖνος Τσάτσος, ἐπισκεφθεὶς τὴν Μονήν, ἔκπληκτος ἀνεφώνησεν: «Εὑρίσκομαι στὴν Μονὴ Προυσοῦ ἢ κάνω λάθος;». Δημιουργεῖ Μουσεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συνάζει χειρόγραφα, εἰκόνες καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ καὶ μὴ ἀντικείμενα. Τὰ ἐλαιοστάσια εἰς τὸν κάμπον τοῦ Ἀγρινίου, ποὺ ἦσαν ἀπό χρόνων ἐγκαταλελειμμένα, ἀναζωογονοῦνται, καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναφέρωμεν.
Αἱ συνθῆκαι ὅμως παραμένουν δυσμενεῖς. Αἱ ἀπαιτήσεις τῶν πολυπληθῶν προσκυνητῶν ἄμετροι καὶ ἀλόγιστοι. Νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι οἱ ὁδηγοὶ τῶν ταξὶ τοὺς μετέφεραν εἰς τὴν Μονὴν καὶ κατ᾽ αὐτὰς τὰς ὧρας τοῦ μεσονυκτίου. Εἰργάσθη ὑπὲρ δύναμιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς αὐτὸ τὸ «χάνι τῆς Γραβιᾶς». Μεγάλαι στιγμαὶ δι᾽ αὐτὸν καὶ τὴν μικρὰν ἀδελφότητα ἦταν ἡ ἀνεύρεσις τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐκ τῆς Κονίτσης καταγομένου καὶ ἐν Βραχωρίῳ (Ἀγρινίῳ) μαρτυρήσαντος.
Τὸ κλῖμα ἐν τέλει ἐπηρεάζει τὴν εὔθραυστον ὑγείαν του καὶ ἐπιζητεῖ τρόπον φυγῆς. Ἡ εὐκαιρία δίδεται κατὰ τὸν χωρισμὸν τῆς μητροπόλεως Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ νέου Ἐπισκόπου Ἁγίου Βλασίου καὶ Καρπενησίου. Τότε ἦλθεν ἀντιπροσωπεία ἐκ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου καὶ προσεκάλεσε τὸν Γέροντα καὶ τὴν ἀδελφότητα ἵνα ἀναλάβουν τὴν Μονήν.
Ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας, ὄχι διότι ἦτο πλουσία ἡ νύμφη (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!-ἕνας ἐρειπιώνας ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον), ἀλλὰ διὰ τὸ κάλλος αὐτῆς, τὸ γλυκὺ καὶ ἥμερον κλῖμα, τὴν γειτνίασιν μὲ τὴν θάλασσαν καὶ πρωτίστως διότι ὡς μέγα αὐτῆς παλλάδιον κατεῖχε τὴν θαυματουργὸν Εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου.
Ἔτσι, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1980 μὲ τὴν μικρὰν ἀδελφότητα ἀναχωρεῖ διὰ τὸν Ἄθωνα. Ἡ κατάστασις ὅμως τῆς Μονῆς Δοχειαρίου φρικτή. Κελλία διὰ νὰ μείνωμεν δὲν ὑπῆρχον. Ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἑτοιμάζωμεν ἕνα-ἕνα τὰ κελλία, διότι εἴμεθα στριμωγμένοι σὲ τρία κελλάκια εἰς τὸν πύργον τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς, τὸ καθένα τῶν ὁποίων δέν χωροῦσε πάνω ἀπό ἕνα πρόσωπο. Καὶ ὅμως, ἐκεῖ στριμωχθήκαμε δώδεκα ἀδελφοί! Κῆποι ἀνύπαρκτοι. Ἐλαιοστάσια; Χειρότερα τῆς Μονῆς Προυσοῦ. Μηχανήματα; Ἀνύπαρκτα. Τέσσερις-πέντε ἡμίονοι καὶ αὐτοὶ εἰς κακὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ διατὶ λέγω δι’ αὐτά; Μαγειρεῖον; Ὑποτυπῶδες. Οἰκοσκευή; Ἀνύπαρκτος. Καὶ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρὰ πόδας ἠκολούθη καὶ ἡ ἐνθρόνισις τοῦ Ἡγουμένου. Πῶς θὰ ἐσιτίζοντο οἱ κεκλημένοι; Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Κύριος ὅτι ἐνεφάνισε τὸν γνωστὸν ἡμῖν κ. Ἀνδρέαν Κιουρτζόγλου, ὅστις μᾶς ἐφοδίασε μὲ ὅλα τὰ χρειώδη.
Ἀρχίζει λοιπὸν τὸ μέγα ἔργον τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Μονῆς. Μὲ τί πόρους ὅμως; Ποῖος θὰ βοηθήσῃ; Ἐπιρρίπτει τὴν μέριμνάν του εἰς τὴν μόνην δυναμένην νὰ βοηθήσῃ Παναγίαν καὶ ἀρχίζει τό τεράστιον ἔργον. Ἀναστηλώνεται ὅλον τὸ κτιριακὸν συγκρότημα τῆς Μονῆς, ὡς ἐπίσης καὶ ἅπαντα τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὸν εὐρύτερον χῶρον αὐτῆς Καθίσματα. Δημιουργοῦνται ξενῶνες, ἀνοίγονται τὰ ἐγκαταλελειμμένα ἐλαιοστάσια, φυτεύονται κῆποι καὶ ἀμπελῶνες, ἀνακαινίζονται τὰ ἐργατόσπιτα, κτίζονται ἐργαστήρια ἁγιογραφίας καὶ συντηρήσεως ἔργων τέχνης, ἱερορραφεῖον, λιβανοποιεῖον...

Πληροῦται ὅλη ἡ παραλία ἀπὸ τῶν συνόρων τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος ἕως καὶ τῆς Κωνσταμονίτου διὰ τῶν ἐξωκλησίων τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τῆς Παναγίας Διασῳζούσης καί τῶν Ὁσίων Κολλυβάδων, τῆς Παναγίας Θαλασσινῆς, τῆς Παναγίας Παυσολύπης, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Μαρίνης, διὰ νὰ περιφρουροῦν τὴν Μονὴν ἀπὸ θαλάσσης. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὀρεινὰ δὲν παρέλειψε νὰ ἀνεγείρῃ εὐκτηρίους οἴκους (Παναγία ἡ Χαϊριώτισσα, Ἅγιος Παντελεήμων, Ἀνάληψις, Προφήτης Ἠλίας, Παναγία ἡ Ἀρχόντισσα καὶ τὸ Κυριακὸν τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης περιφήμου Σκήτης τοῦ Προδρόμου), φύλακας καὶ προστάτας τῆς Μονῆς ἀπὸ Βορρᾶ, Ἀνατολῆς, Νότου καί Δύσεως. Ἐμπλουτίζει τὸ Καθολικὸν μὲ πάμπολλα σκεύη ἀργυρᾶ καὶ ἐπίχρυσα, ἀργυροῦς πολυελαίους, κανδήλας εὐμεγέθεις ἀργυρᾶς, καλύμματα ἁγίας Τραπέζης χρυσοκέντητα, ἄμφια ἐπίσημα διὰ τοὺς Ἱερεῖς διαφόρων ἀποχρώσεων διὰ τὰς πανηγύρεις καὶ τὰς ἑορτάς. Δημιουργεῖ νέαν Βιβλιοθήκην, Συνοδικὸν μέγα καὶ συνελόντι εἰπεῖν οὐδὲν ἐκ τῶν ὅσων ἀναφέρει εἰς τὴν Διαθήκην του ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ἄφησεν ἐκτός. Θά ἔλεγέ τις ὅτι ἦταν ὁ ἀντάξιος διάδοχός του μετὰ ἀκριβῶς ἐννεακόσια ἔτη!
Μέσα εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνας ἦλθεν, ὡς αὖρα λεπτὴ καὶ πρωϊνή, ἡ ἀποκάλυψις τῆς πρωτοτύπου εἰκόνος τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου, ἥτις ἐπαρηγόρησε καὶ ἀνέψυξε πάντας ἡμᾶς!
Καὶ ὑπεράνω πάντων ἡ μέριμνα διὰ τὰ πνευματικά. Ἡ ἐπιτέλεσις τῆς εἰκοσιτετραώρου ἀκολουθίας μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ ἐπισημότητος. Ἔψαλλε τοὺς κανόνας ζωντανὰ καὶ ὅση αὐτῷ δύναμις, «διὰ νὰ τονίζεται καὶ ἐμφαίνεται τὸ μέτρον» ὅπως ἔλεγεν. Ἡ ἐξαγόρευσις τῶν λογισμῶν ἤθελε νὰ γίνεται καθ᾽ ἡμέραν καὶ ἡ ἐξομολόγησις τὸ Σάββατον, διὰ νὰ μεταλάβωμεν τὴν Κυριακὴν τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου. Δὲν τοῦ ἤρεσεν οὐδόλως αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ μεταλαμβάνουν τὸ Σάββατον καὶ ὄχι τὴν Κυριακήν, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου.
Φύσις ἐνεργητική καὶ ἀνυποχώρητος. Ἤθελε τὰ πάντα νὰ γίνωνται εἰς τὴν ἐντέλειαν. Τὸ «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» τὸν ἔθελγε. Αἱ ἑορταὶ καὶ πανηγύρεις ἤθελε νὰ ἐπιτελοῦνται λαμπρῶς, διὸ καὶ λαμπρῶς ἐστόλιζε τὴν ἐκκλησίαν. Χριστούγεννα καὶ Πάσχα ἦταν ἡ χαρά του νὰ στολίζῃ ὁ ἴδιος τὴν ἐκκλησίαν κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια. Τὸ ἀναλόγιον κατ᾽ ἐκεῖνας τὰς ἑορτὰς τὸν ἔτρεμεν! Ἕδιδε τὸν τόνον προηγούμενος αὐτὸς καὶ ἀκολουθοῦσεν ὁ χορός. Τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, ψάλλοντας τὸν ἀναστάσιμον κανόνα, ἔλεγέ τις «τώρα θά χορέψωμε», μὲ τὸν ζωντανὸν τρόπον ποὺ ἔψαλλε. Ἆραγε τώρα ποῖος θὰ ἡγηθῇ τοῦ χοροῦ κατ᾽ αὐτὰς τὰς λαμπρὰς ἡμέρας; 

Τὰ κοινὰ τοῦ Ὄρους δὲν τὸν ἄφηναν ἀσυγκίνητον. Δὲν παρέλειπεν οὔτε καὶ εἰς τὰ τέλη τῆς ζωῆς του, ὅπου ἡ κλονισμένη ὑγιεία του ἐπιβαρύνθηκε ἔτι πλέον, νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνάξεις τῶν ΔΙΣ καὶ ΕΔΙΣ καὶ νὰ δίδῃ τὰς σοφὰς τῷ ὄντι συμβουλάς του. Ἐπιεικὴς καὶ μειλίχιος, μὲ τὸ ἀστείρευτο καὶ πηγαῖο χιοῦμορ ἤξευρε νὰ κατευνάζῃ τὰ πάθη, νὰ ἐξάγῃ τοὺς ἁγίους Πατέρας ἀπὸ κακοτοπιὲς καὶ νὰ δίδῃ λύσεις. Διὰ τὸ θάρρος τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εὐθαρσῶς διετύπωνε χωρὶς νὰ τὴν συγκαλύπτῃ ἢ νὰ τὴν ὡραιοποιῇ, κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγιορεῖτας ὡς τρελός. Μακάρι νὰ εἴχαμε ὅλοι αὐτὴν τὴν ἁγίαν τρέλαν!
Δὲν ὠρροδοῦσε πρὸ τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν· αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ εἴπῃ τὸ ἔλεγεν εὐθαρσῶς, χωρὶς περιστροφὰς καὶ χωρὶς νὰ φοβῆται τὰς τυχὸν συνεπείας. Δέν ἐφοβεῖτο νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀλήθειαν ὅσον σκληρή καί ἄν ἦταν καὶ ἂν τσάκιζε κόκκαλα! Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ εἰς τὸ Δ.Σ. τοῦ Κε.Δ.Α.Κ., ὁσάκις ἦταν Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος εἰς αὐτό. Ὅταν οἱ σύνεδροι εὑρίσκοντο πρὸ ἀδιεξόδου, μὲ τὸ χαμόγελο καὶ τὸ χιοῦμορ ποὺ τόν διέκριναν ἔλεγε: «Λοιπὸν ἐπέρασε, συμφωνοῦμε, ἐτελείωσε καὶ αὐτό...». Καὶ πράγματι, ἔτσι ἐλύοντο πολλὰ θέματα. Μέχρι σήμερα, ὁσάκις μὲ συναντοῦν οἱ διατελέσαντες Διευθυνταί, αὐτὰ ἀκριβῶς μοῦ λέγουν διὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.
Ὡστόσον, ἡ μέριμνα δὲν ἐξηντλεῖτο μόνον ἐντὸς τῆς Δοχειαρίτικης Μάνδρας καὶ τοῦ Ὄρους γενικώτερον. Προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε Δημάρχου τοῦ Δήμου Σοχοῦ νὰ ἀνεγείρῃ εἰς τὴν περιοχήν του Μονήν, διότι ὅπως ἔλεγε «δὲν ἔχομε κάτι κι ἐμεῖς», ἀνήγειρεν ἐκ βάθρων Μονὴν πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας Θεοσκεπάστου, διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ θεοφιλεῖς ψυχάς, ὅπου ἀπὸ ἐτῶν ἐζήτουν νὰ οἰκονομήσῃ κάτι καὶ δι’ αὐτάς. Ἔτσι, οἰκονόμησε ἡ Παναγία δι’ αὐτὰς τὰς ψυχὰς νὰ εὕρουν λιμάνι νὰ ἀπαγκιάσουν καὶ ἐφαλτήριον διὰ τὴν αἰωνιότητα.
Τίς δύναται ὅμως νὰ διηγηθῇ τοὺς ἀπείρους κόπους, τὰς δυσκολίας καὶ τὰ πάμπολλα προβλήματα ποὺ ἐμφανίζονται ὅταν πρόκειται νά ἀρχίσῃ ἕν τοιοῦτον ἔργον; Διότι δὲν εἶναι οἰκία, οὔτε  ἄλλο τι, εἶναι Μοναστήρι, εἶναι οἶκος Θεοῦ, ὅπου θὰ ἀναπέμπωνται δεήσεις καὶ προσευχαί, καὶ θὰ τελῆται ἡ ἀναίμακτος θυσία! Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὸ συγκεκριμένον ἔργον δέχεται τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ. Αὐτὸς ἐγείρει τὴν θύελλαν καὶ βάζει λογισμοὺς εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀρχίζουν τὰ σκάνδαλα.
Ἄλλος μπελὰς καὶ αὐτὸς διὰ τὸν ταλαίπωρον Ἡγούμενον καὶ ἄλλαι ἀγωνίαι! Ὅμως μὲ τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν Κυρίαν Θεοτόκον, ὅλα τὰ ὑπερβαίνει. Ἔτσι, μὲ τὴν βοήθειαν τῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τὸ οἰκοδομικόν συνεργεῖον καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ἀπέκτησαν τοσαύτην ἐμπειρίαν εἰς τὰ οἰκοδομικά, ὥστε καὶ ὁ καλύτερος ἐργολάβος νὰ τοὺς ζηλεύῃ, ἤρχισε καὶ ἐπερατώθη τὸ ἔργον εἰς χρόνον ρεκόρ. Ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ θεμελίωσις ἐγένετο τὴν 8ην Μαΐου τοῦ Σωτηρίου ἔτους 1993 καὶ τὴν 8ην Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἶχεν ἀνεγερθῆ ἡ Νοτία Πτέρυγα μετὰ τοῦ παρεκκλησίου πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐγένοντο τά θυρανοίξια!
῎Εκτοτε, καθ’ ἕκαστον ἔτος συνεπληροῦντο αἱ ἐργασίαι, ὥστε σήμερον νὰ φαίνεται πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμῶν μία Μονή ἀνταξία τῆς μητρικῆς τοῦ Δοχειαρίου. Παρεκκλήσια, κελλία, ἐργαστήρια, τράπεζα, μαγειρεῖον, ἀποθηκευτικοὶ χῶροι, ξενῶνες ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν τῆς Μονῆς διὰ τοὺς κοσμικοὺς καὶ χῶροι ἐκτός τοῦ περιβόλου διὰ τὴν διαμονὴν τῶν ἐργαζομένων ἀδελφῶν καὶ τῶν διακονούντων Ἱερομονάχων καὶ Ἱεροδιακόνων. Ὑπεράνω δὲ πάντων τούτων, ὡς ἀστὴρ ἑωθινός, ἀναπέμπει μαρμαρυγὰς τὸ πανέμορφον καὶ πανύψηλον Καθολικόν, δεσπόζον εἰς τὸ κέντρον αὐτῆς τῆς Μονῆς. Διὰ πάντα ταῦτα ἰθύνων νοῦς καὶ ἔχων τὸ  γενικὸν πρόσταγμα, ὁ ἀνύστακτος Ἡγούμενος!
Αἱ αὐλαὶ τόσον τῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου ὅσον καὶ τῆς Θεοσκεπάστου οὐδέποτε τὸν εἶδαν νὰ περιφέρεται, ἀκόμη καὶ τὰς ἑορτάς, βαστάζοντα εἰς τὰς χεῖρας του τὸ Χαζράνι τοῦ Ἡγουμένου! Πάντοτε περιεζωσμένος περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ ποδέαν καὶ ψάθινον σκιάδιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, εἰς σημεῖον νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐπιζητοῦντας αὐτὸν προσκυνητάς.

Αὐτὸς ἦταν ὁ μακαριστός Ἡγούμενος Γρηγόριος! Ἁπλοῦς, ἀπέριττος, ἄνευ κομπασμῶν ἤ τινος τῶν τοιούτων. Ὁ λόγος του ἐξήρχετο ὁρμητικός, ὡς ὁ παρακείμενος χείμαρρος πρὸς τὴν εἰς Ξενοφῶντος ἄγουσαν, πίπτων ὡς «Ἀερμώνειος δρόσος» ἐπὶ τοὺς ἀκροωμένους αὐτόν. Ὅταν τὸν ἐπλησίαζες καὶ συνωμιλοῦσες μαζί του, ἔβλεπες ἕναν ἄλλον ἄνθρωπον. Εὔχαρι, χαρίεντα καὶ ἀστεϊζόμενον, χωρίς φτιασίματα καὶ ὑποκρισίες, θέλγοντα τὸν ἀκροατήν. Μειλίχιος καὶ ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς μετανοοῦντας ἁμαρτήσαντας καὶ ἄκρως συγκαταβατικός. Ἀντιθέτως, ὡς κεραυνὸς ἔπιπτεν ἐπὶ τοὺς μὴ μετανοοῦντας καὶ ἁμαρτάνοντας. Οὗτος ἦν ὁ Γρηγόριος!
Ἐστηλίτευε τὰς παραβάσεις τῶν κρατούντων καὶ ἰσχυρῶν τῆς γῆς χωρίς φόβον καὶ πάθος. Ὡμιλοῦσε πάντοτε τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία, ὡς εἰκός, γεννᾶ ἐχθροὺς καὶ ὄχι φίλους. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε! Συγκατάβασιν εἰς τὰ τῆς πίστεως δὲν ἐγνώριζε. Δὲν ἤξευρε νὰ κολακεύῃ. Πάντοτε εὐθὺς ὁ λόγος καὶ ἀληθής. Δὲν ἐγνώριζε νά κρύβεται· διὸ καὶ οἱ Ἁγιορεῖται δικαίως τὸν ἀπεκαλοῦσαν «ξεσκέπαστο τσουκάλι».
Καὶ νῦν, ἀξιομακάριστε Γέρον, πάτερ, ἀδελφὲ καὶ παμφίλτατε φίλε (ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ, Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, νὰ τὸν προσφωνήσω οὕτως, διότι ἐπὶ πεντήκοντα ὀκτὼ συναπτὰ ἔτη ἐζήσαμε μαζί. Χωρίς αὐτὸ βεβαίως νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν εἴχαμε τὰς ἑκατέρωθεν ἀντεγκλήσεις, τὰς ὀξείας ἀντιπαραθέσεις καὶ προστριβάς, τὰς ὁποίας ἀναποφεύκτως δημιουργεῖ ἡ διοίκησις. Διήλθομεν ἀπὸ πολλὰς θλίψεις, πειρασμοὺς καὶ σκάνδαλα, δυσκολίας, ἀνεχείας, ἀλλά χάριτι Θεοῦ οὐδὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ μᾶς χωρίσῃ καὶ νὰ διακόψῃ τὴν φιλίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ Ἠγαπημένου μαθητοῦ τοῦ Σωτῆρος Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου! Ἄς ἔχῃ δόξαν ὁ Κύριος!), τὰ νῦν ἀναπαύου εἰς τὸν γαλήνιον ὅρμον τῆς ἠγαπημένης σου Μονῆς, Ὅσιε πάτερ, καὶ μὴ λησμονῇς τὰ ἠγαπημένα σου τεκνία, ἅτινα λυποῦνται καὶ θλίβονται διὰ τὴν στέρησίν σου, καὶ εὔχου κάτω ἀπὸ τὸν Θρόνον τοῦ Δεσπότου μετὰ τῶν ὁσίων Πατέρων Ἀμφιλοχίου καὶ Φιλοθέου, καὶ τῶν Ὁσίων Κτιτόρων τῆς Μονῆς ταύτης Εὐθυμίου, Νεοφύτου καὶ Θεοφάνους, ὅπως συναντηθῶμεν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὡς συχνάκις ἐπανελάμβανες: «Τί νὰ τὸν κάνω τὸν παράδεισο, ἂν δὲν εἴμαστε μαζί; Ὅπως ἐδῶ, οὕτω καὶ ἐπάνω»!
ΑΜΗΝ
 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ





ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

ΣΤΗΝ «ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗΝ ΠΑΡΑΙΝΕΣΙΝ» ΤΟΥ «ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΔΕΩΣ ΕΙΣ ΕΥΡΩΠΗΝ ΧΑΡΙΝ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΜΠΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ»


Του Θεολόγου κ. Νικόλαου Ρεντάκη

Στὴν[1] «Ἀποτρεπτικὴν Παραίνεσίν» του «Πρὸς τοὺς ἀδεῶς εἰς Εὐρώπην χάριν πραγματείας πέμποντας τοὺς παῖδας» βρίσκουμε τὴν πηγὴ τοῦ  προσανατολισμοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη κατὰ τῶν σπουδῶν στὴν Ἑσπερία. Μέσα στὸ ἔργο του δὲν ἀφίνει εὐκαιρία ὁ Παπαδιαμάντης ποὺ νὰ μὴν καυτηριάσει τὴ σοφία ποὺ ἐκτελωνίζεται ἀπ’ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ κείνους ποὺ ξιπάζουνται γιὰ τὶς σπουδὲς στὴ Δύση, ἢ γιὰ τοὺς καρποὺς τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἔμπαινε μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη μορφὴ στὸ τόπο. Εἶναι ἀμείλικτη ἡ κριτική του γιὰ ὅλα τοῦτα. Κ’ εἶναι ἰσόποση σὲ δριμύτητα μὲ τὴν κριτικὴ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου. Εἶναι ἡ συνέχεια κ’ ἡ ἀνανέωσή της. Ἡ Βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία νόμισε ἀφελέστατα πὼς ἀντιγράφοντας τὸν τύπο καὶ τὴ μορφὴ τῆς Γερμανικῆς παιδείας ἐκπολιτίζει τὸν τόπο. Κι ἀπὸ τότε ὡς σήμερα τὸ ἔθνος ζεῖ μὲ τοῦτα τ’ ἀντίγραφα, ἀντὶ ἡ παιδεία του, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, νἆναι ἡ συνέχεια κ’ ἡ ἔξαρση τῆς Χριστιανικῆς γραμματείας, ποὺ εἶχε κι ἔχει νὰ τοῦ πεῖ περσότερα, σοφώτερα, χρησιμότερα καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀληθινά, ἄντικρυ στὰ πλανημένα τῆς θύραθεν σοφίας. Οὔτ’ ὁ Βασίλειος διδάσκεται, οὔτ’ οἱ Γρηγόριοι, οὔτ’ ὁ Χρυσόστομος, οὔτ’ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ Μακάριος ὁ Νοταράς, ὁ Νικόδημος  ὁ Ἁγιορείτης καὶ γενικὰ ἡ τόσο πλούσια Ὀρθόδοξη γραμματεία, ἐνῶ διδάσκεται ὁ Λυσίας κι ὁ Λουκιανός. 


Ἂν ὑπάρχουνε στὸν τόπο ἐκπαιδευτικοὶ ἱκανοὶ ν’ ἀγγίξουνε τὴν ψυχὴ τῆς νεότητας θὰ συνθέτανε παράλληλους βίους ἀληθινὰ δίπτυχα φυσιογνωμικά, ὅπου θὰ φανερωνότανε ἡ φτώχεια τῶν ψευτοηρώων κι ὁ πλοῦτος τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων. Ξέρουνε πολλὰ τὰ παιδιά μας γιὰ τὸν Θεμιστοκλῆ, ἀλλὰ δὲν ξέρουνε τίποτα γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, γιὰ τὸν Ἀθανάσιο, γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο ἢ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ἢ τοὺς Ἀποστόλους. Ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους εἶναι βέβαια ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους. Ἡ ἱστορία ὅμως αὐτὴ εἶναι μονόπλευρη κι ἐγκληματικὰ λειψή, ὅταν ἐκκοσμικεύεται τόσο τερατομορφικὰ ὥστε ν’ ἀποκλείει καὶ νὰ διαγράφεται δυὸ χιλιάδων χρόνων χριστιανικὴ γραμματεία, ὁλόκληρη δραστηριότητα ζωῆς τῆς ἀτ’ Ἀνατολὰς Ὀρθοδοξίας, ποὖναι γεμάτη ἀπὸ ἀτίμητα πετράδια ἀπίθανης ἀχτινοβολίας. Μόνο ἡ παραστατικὴ σύγκριση τῶν δυὸ κόσμων θἄδινε τὴ σωστὴ εἰκόνα. Κολλήσαμε στὴν ἱστορία πέντε αἰώνων κι ἀψηφᾶμε τὴν ἱστορία εἴκοσι αἰώνων. Τέτοια στάση καὶ τέτοιοι ξενοκίνητοι προσανατολισμοὶ ἤτανε ἀκατανόητοι κι ἀπ’ τ’ ἀναστήματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ σταθήκανε οἱ πνευματικοὶ πρόγονοι τοῦ Παπαδιαμάντη, κι ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν Παπαδιαμάντη, καὶ γιὰ τοῦτο βλέπουμε τὴν τόσο ἔντονη ἀντίδρασή του καὶ τὴν τόση προσκόλλησή του στὴν παράδοση, δηλαδὴ σ’ ὅτι εἶχ’ ἀνόθευτο ὀρθόδοξο κι Ἑλληνικὸ κι ὀχτρὸ κάθε ἐπιχρυσομένου Δυτικοῦ βαρβαρισμοῦ. Πολὺ εὔκολα μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς χιλιάδες τεκμήρια σ’ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν τελευταίων ἑκατὸ πενῆντα χρόνων ποὺ νὰ βεβαιώνουνε τὴν ἀλήθεια τοῦ χαρακτιρισμοῦ. Καὶ τέτοια τεκμήρια βαρβαρικῶν πολιτιστικῶν ἐπιχρυσώσεων προσκομίζει ὄχι λίγα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἔργο του, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν παιδεία, γιὰ τὸν ἀνώτατο κλῆρο, γιὰ τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ ἤθη. Καὶ γιὰ τοῦτο ἐναγώνια εἶν’ ἡ προσπάθειά του νὰ σταθεῖ ἀνόθευτη ἀπ’ τὶς βαρβαρικὲς ἐπιχρυσώσεις περιοχὴ τοῦ νησιοῦ του, ἐκεῖ ποὺ ἡ ζωντανὴ παράδοση δὲν εἶχε σβύσει. Τοῦτο δὲν σημαίνει πὼς τοὺτη ἡ περιοχὴ ἤτανε λυτρωμένη ἀπ’ τὴ βαρειὰ νέφωση τῆς ἁμαρτίας. Κάθε ἄλλο. Ἡ ἁμαρτία ὅμως κ’ οἱ ξενοβάρβαρες τάχα  πολιτιστικὲς εἰσβολὲς ἤτανε εὐδιάκριτες σὰν μυῖγα μέσα στὸ γάλα. Καὶ τὸ σπουδαιότερο ἡ Βαβὲλ τῶν καιρῶν μας δὲν εἶχ’ ἐπικρατήσει ὥστε ἡ σύγχυση κι ὁ συμμιγῆς μουσικὸς θόρυβος, τὸ θεατρικὸ μπούγιο κι ὅλα τ’ ἀλλοπρόσαλλα νὰ κάνουνε τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἄνθρωπο ἀκατανόητα φαινόμενα. Τὸ σκυλὶ ἤξερε τὸν ἀφέντη του, τὸ πολιτικὸ ἀστέρι ἤτανε ἀμετακίνητο στὴ θέση του κι ὁ κόσμος ποὺ ζοῦσε μέσα στὸ κλῖμα τῆς παράδοσης μισοκαταλάβαινε τὸν προορισμό του, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ἐλπίδα θέρμαινε τὰ σπλάχνα του. Ὁ κόσμος τῆς σύγχυσης καὶ τῆς πνευματικῆς πελαγοδρομίας φανέρωσε τῆν ἴδια ἀντίδραση κατὰ τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ φανέρωσε καὶ κατὰ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου. Τοῦτο ἔχει σημασία. Ἕνας φτάνει γιὰ ν’ ἁλατίσει χιλιάδες κυβικὰ ἄγευστο νερό. Κι ἂς ἔχει μωρανθεῖ τὸ ἅλας τῶν πολλῶν. Ἡ σιγὴ τύλιξε τὴ μνήμη τοῦ Ἀθανάσιου τοῦ Πάριου. Κι ὅμως πενῆντα περίπου χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του γεννιέται ἕνας πνευματικός του ἐπίγονος, ὁ Παπαδιαμάντης, ποὺ βεβαίωσε τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου του καὶ συνέχισε τὸ πλούσιο καὶ πνευματικώτατο ἔργο του.



[1]. ΚΩΣΤΗ ΜΠΑΣΤΙΑ «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ σελ. 54-56