"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΟΤΑΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΑΠΟΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ - ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Ιερά Μονή Καρακάλλου

Ο Θεός είναι ο Μέγας Κριτής. Γνωρίζει πόσες φορές θα ανασκιρτήσει η καρδιά σου και πόσες σταγόνες θα περάσουν από το νεφρό σου. Και αυτά τα μετράει ο Κύριος. Αλλά, είναι ο Δικαστής. Και κρατάει και την Κόλαση. Ο Θεός, όταν θέλει να καταδικάσει μια χώρα, αποστρέφει το βλέμμα Του από αυτήν. Κόλαση είναι η απομάκρυνση από τον Θεό. Κι απ' αυτό το μέρος έχει αποστρέψει το πρόσωπό του. Εκεί τα βάσανα δεν θα έχουν τέλος. Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, απομακρύνεται από μας σωματικά. Και αυτό μας στενοχωρεί. Όμως πόσο φοβερότερο είναι να απομακρυνθείς από τον Θεό... Το κακό δεν το δημιούργησε ο Θεός. Γιατί το κακό δεν είναι αυθύπαρκτο. Το κακό είναι η απώλεια της καλοσύνης! Ο Σατανάς ήταν πρώτα φορέας του φωτός, δημιουργημένος με καλοσύνη, αλλά όταν περιφρόνησε την καλοσύνη τη μετέτρεψε σε κακό. Και ο Θεός τον εξόρισε από τον Ουρανό για να εγείρει σ' αυτόν τη μετάνοια. Αν ο Αδάμ και η Εύα είχαν μετανοήσει, ο Θεός θα τους άφηνε στην Εδέμ. Γι' αυτό είπε στον Αδάμ: «Αδάμ, πού είσαι»; Επιζητούσε τη μετάνοιά του για να τον αφήσει στον Κήπο της Εδέμ !

ΠΗΓΗ : Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, μετ. ΝΑΝΑ ΜΕΡΚΒΙΛΑΤΖΕ, ΑΘΗΝΑ 2013, σελ. 314 κ.ε.


ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ................


Μετά από λίγο διάστημα, κάποια ημέρα ενώ ησύχαζε στον Μονοξυλίτη, έγινε φοβερή θαλασσοταραχή. Σκέφθηκε την επομένη να κατέβει στην θάλασσα να μαζέψει ξύλα που θα είχε βγάλει η θάλασσα για την φωτιά, αλλά και μήπως κάποιος είχε ανάγκη από την βοήθειά του.

Ενώ συνέλεγε τα εκβρασθέντα ξύλα, είδε μία ανθρώπινη σκιά καθισμένη σ΄ ένα βράχο. Αμέσως σκέφτηκε ότι είναι κάποιος περαστικός ή ναυαγός που σώθηκε και έτρεξε να βοηθήσει. Όταν πλησίασε, βλέπει έκπληκτος μια μοναχή καθισμένη στο βράχο να κρατά βιβλίο ανοικτό και γραφίδα. Έκπληκτος και με απορία την ερωτά :
- Τί θες εδώ εσύ Κυρά μου ; Θέλεις καμία βοήθεια ;
Του απαντά η φαινομένη μοναχή :
- Όχι, δεν θέλω βοήθεια. Εγώ είμαι η Κυρά του τόπου και αυτή την δουλειά κάνω από την μία άκρη του Αγίου Όρους έως την άλλη.
- Και τί είναι, Κυρά μου, το βιβλίο αυτό που κρατάς ;
- Το βιβλίο είναι εισόδου, εξόδου και παραμονής των Πατέρων του Αγίου Όρους. Αλλά και σ΄ αυτό το βιβλίο που βλέπεις, είναι γραμμένα τα ονόματα αυτών που παραμένουν και τελειώνουν στο Άγιον Όρος, και αυτά είναι γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Μετά την στιχομυθία και αφού η φαινόμενη μοναχή δεν ήθελε βοήθεια, ο παπα - Ανδρέας (Ηγούμενος - Αγιοπαυλίτης (+)) ανηφόρισε προς το μετόχι. Το απόγευμα πήγε στον ναό να διαβάσει τον Εσπερινό, και όταν αντίκρισε την εικόνα της Θεοτόκου στο τέμπλο κάτι μέσα του συνέβη και άρχισε να αισθάνεται χαρά και αγαλλίαση σκεπτόμενο τη μοναχή με τα βιβλία. Είδε το καντήλι της να κουνιέται από μόνο του και κατέβηκε γρήγορα μήπως προλάβει την μοναχή, για την οποία τώρα άνοιξε ο νους του και βεβαιώθηκε ότι ήταν η Παναγία. Όμως δεν την βρήκε όπως υπολόγιζε και μία λύπη κατέλαβε την ψυχήν του. Σκεφτόταν ότι για τις αμαρτίες του δεν αξιώθηκε να την ξαναδεί, και τότε πλησιάζοντας στον βράχο που ήταν καθισμένη, αισθάνθηκε ευωδία ουράνια να πλημμυρίζει όλο τον τόπο. Έτσι επιβεβαίωσε την παρουσία της η Παναγία και τον πληροφόρησε ότι αυτή ήταν με την οποία συνομίλησε πρόσωπο προς πρόσωπο.

ΠΗΓΗ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΑΓΙΟΣ "ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ" ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2011, σ. 212 κ.ε.


Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΟΡΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ Α΄ - ΤΟΥ ΕΘΝΕΓΕΡΤΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ κ.κ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


Τό θέμα αύτό: «Ή Ορθοδοξία, όρος έπιβίωσης τοϋ Ελληνισμού» θά ήταν ίσως, ύπό άλλες συνθήκες, καί σάν τίτλος καί σάν ούσία αύτονόητο. Σήμερα όμως δέν φαίνεται νά συγκεντρώνει τή γενική άποδοχή. Άντιθέτως, ή πρόταση άμφισβητειται σημαντικά, μιά και άναζητοϋνται ή προβάλλονται άλλα κυρίως ερείσματα γιά τήν έπιβίωσή μας ώς λαού καί ώς έθνους. [...]

Ό όρος παράδοση είναι εύρύτατος. Περιλαμβάνει τά έπί μέρους έκεϊνα στοιχεία άπό τά όποια άπαρτίζεται ή έθνική ταυτότητα καί συντηρείται ή έθνική αύτοσυνειδησία. Ή παράδοση έξασφαλίζει τήν πολιτιστική συνοχή των γενεών καί οίκοδομεί τό λαμπρό οικοδόμημα τού μέλλοντος. Είναι ή άριστοτελική «έντελέχεια» πού συγκροτεί καί ζωογονεί όλο τό θεσμό τού Γένους, διασώζοντας στίς λεπτομέρειες έναν ολόκληρο κόσμο βιωμάτων, έπιδιώξεων, τάσεων, κλίσεων, ροπών πού άπαρτίζουν τή ζωή τού λαού μας καί έπιτρέπουν στόν Έλληνα νά είναι ο,τι άκριβώς είναι. Τής παραδόσεώς μας αύτής δύο βασικά καί κεφαλαιώδη γνωρίσματα είναι ή ομοιογένεια καί ή ορθόδοξη πνευματικότητα. Ή παράδοσή μας έχει μιά ριζική καί μοναδική ένότητα, ολα της τά στοιχεία τελούν σέ άλληλεξάρτηση, καί τό ένα συμπληρώνει τό άλλο. Ξεκινώντας άπό τήν έποχή τού άρχαίου κλασσικισμού ή παράδοσή μας μπήκε στό χιλιόχρονο βυζάντιο, έπεβίωσε στίς δύσκολες ώρες τής δουλείας χωρίς νά χάσει τά μορφολογικά της στοιχεία και συντρόφευσε τόν νεοέλληνα σέ κάθε πτυχή τής ζωής του. Άλλ’ ή ομοιογένεια αύτή δέν μπορεί νά έξηγηθή άνεξάρτητα καί άποκεκομμένη άπό τήν ορθόδοξη πνευματικότητα. Ή άχραντη Ορθοδοξία διεπότισε βαθειά καί πλατειά τόν κορμό, τίς ρίζες καί τούς κλάδους τού έθνικού μας δένδρου, σέ τρόπο τέτοιο πού κάθε άπόπειρα διαχωρισμού της νά συνιστά θανάσιμη άπειλή γιά τό έθνος μας. Έτσι ή παράδοσή μας σηματοδοτεϊται ώς «ελληνορθόδοξη», τό δέ θρησκευτικό στοιχείο άνομολογείται ότι συνιστά τήν ειδοποιό διαφορά της άπό τίς παραδόσεις άλλων λαών.

Κατά τόν Έσελιγκ, σοφό καθηγητή τής βυζαντινής καί νεωτέρας ελληνικής λογοτεχνίας στό Πανεπιστήμιο τοϋ Λέϋδεν τής 'Ολλανδίας, ό Χριστιανισμός έδημιούργησε «τήν τοϋ ελληνικού έθνους ένότητα, τήν όποίαν ούδεμία πολιτική είχε κατορθώσει μέχρι τότε νά πραγματοποιήσει» («Ακτίνες» 1978, σ. 292). Καί ό Σπ. Ζαμπέλιος έχει τή γνώμη πώς χωρίς τήν πνευματικήν έπανάστασι τού Χριστιανισμού μέσα στόν έλληνικόν χώρον «τό όνομα τής Ελλάδος δέν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον ή έντός βιβλιοθηκών καί εις σοφών τινων άναμνήσεις». Άλλά καί ό σοφός Ρώσος θεολόγος π.Γ. Φλωρόφσκυ, κρίνοντας τήν σημασίαν τής Ορθοδοξίας γιά τήν Ελλάδα, άποφαίνεται: «Ό Ελληνισμός έχει αποκτήσει αιώνιον χαρακτήρα, μέσα είς τήν Εκκλησίαν. "Εχει ένσωματωθή είς τήν σάρκα της, έχει γίνει αιώνια κατηγορία τής Χριστιανικής ύπάρξεως».

Γι’ αύτό καί Ελληνικότητα καί Ορθοδοξία ήσαν ανέκαθεν τά άνεκτίμητα άγαθά πού έκαλοϋντο νά ύπερασπισθούν οί βυζαντινοί καί μεταβυζαντινοί Πατέρες μας, μέ κύριο καί φυσικό πρωταγωνιστή κάθε φορά τόν ίερό μας Κλήρο. Αύτός ό Κλήρος στάθηκε πάντοτε πρόμαχος τής έλληνορθοδοξίας καί διεκινδύνευσεν, ύπό τήν πνοήν τής έκκλησιαστικής του ήγεσίας, καί αύτήν τήν ζωήν του χάριν τού Γένους μας. Άπό τίς τάξεις του άνεπήδησαν οί μεγάλοι πρόμαχοι τής παραδόσεώς μας, οί ένθερμοι θιασώτες καί άνακαινιστές της, αύτοί πού κρατώντας στό ένα χέρι τό σταυρό καί στό άλλο τή σημαία έγραψαν άνεξίτηλες σελίδες έπών στήν ιστορία μας καί άνεδείχθησαν οί μείζονες τών άναμορφωτών τής κοινωνικής καί τής έθνικής μας ζωής. Τή μεγάλη άλήθεια τής σημασίας τού έλληνορθόδοξου ράσου, ώς συμβόλου λευτεριάς καί νίκης, γιά όλο τό Γένος μας, μοϋ ύπενθύμισε πρό εβδομάδων πολιός γέρων Ηγούμενος Μονής άκριτικού μας νησιού, ήρωας ό ίδιος στή διάρκεια τοϋ Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στηθείς πρό 6 βημάτων τοϋ γερμανικού εκτελεστικού άποσπάσματος γιά τήν άποφασιστικήν συμβολήν του πρός φυγάδευσιν 'Ελλήνων καί συμμάχων άξιωματικών είς τήν Τουρκίαν όταν μέ πρωτόφαντο ένθουσιασμόν κινών τό χέρι του τό δεξιό έπανελάμβανε ρυθμικά : «Καλόγερος, παπάς-τό ράσο του σημαία-ή νίκη είναι βεβαία».

Αύτή ή 'Ορθοδοξία διεμόρφωσε στά χρόνια τοϋ Βυζαντίου τήν οϋσιαστική ταυτότητα τοϋ λαοϋ μας. Ή μεγάλη αύτή διεργασία άρχισε άπό τόν β' αιώνα καί έφθασε στό άποφασιστικό της στάδιο τόν δ' αιώνα μέ τούς μεγάλους Καππαδόκες. Τότε πάρθηκαν οί μεγάλες άποφάσεις πού διέπλασαν οριστικά τήν Ορθοδοξία στούς βυζαντινούς χρόνους. Καί τότε ήταν πού ή 'Ορθοδοξία αύτή άνοιξε μέ έκλεκτική διάθεσι τούς κόλπους της γιά νά ένστερνισθή ό,τι άπό τήν άρχαία κλασσική έλληνική άρχαιότητα προσεφέρετο γιά άφομοίωση, καί τότε ή άλληλοπεριχώρηση άμοιβαίως τών στοιχείωνΈλληνισμού καί Χριστιανισμού, διέπλασαν τήν Έλληνορθοδοξία, αύτήν γιά τήν όποίαν ό Στήβεν Ράνσιμαν θά ύπογραμμίσει έμφαντικά: «Οί Έλληνες έχουν μιά κληρονομιά γιά τήν όποια μπορούν νά αίσθάνωνται ύπερήφανοι, μιά κληρονομιά πού δέν πρέπει νά χαθή μέσα στίς έναλλασσόμενες ύλικές καταστάσεις. Στούς σκοτεινότερους αιώνες τής Ελληνικής Ιστορίας ή Εκκλησία ήταν έκείνη ή όποία, παρόλες τίς πολλές δυσκολίες,τίς πολλές άπογοητεύσεις καί αύτές άκόμη τίς ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο νά προσφέρει πνευματική άνακούφιση, άλλά καί νά συντηρήσει καί διατηρήσει τίς παραδόσεις τοϋ Ελληνισμού. Οί μοντερνιστές έχουν συχνά ύποτιμήσει τόν ρόλο της ύπογραμμίζοντας τό κενό, τό χάσμα πού ύπάρχει μεταξύ τού άρχαίου καί τοϋ χριστιανικού κόσμου. Αλλά τό χάσμα δέν ήταν άγεφύρωτο. Οί Μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας διέσωσαν πολλά άπό τά πιό ώραΐα πού είχε ή άρχαία έλληνική σκέψη καί τό άρχαίο έλληνικό πνεύμα καί τά παρέδωσαν στήν Εκκλησία ώς αύτή τήν ήμέρα. Ό έθνισμός μπορεϊ νά γίνει κακό πράγμα. Όμως ενα αίσθημα έθνικής ταυτότητος πού νά μή βασίζεται σέ φιλόδοξο σωβινισμό άλλά σέ μιά μακριά παράδοση πολιτιστικών άξιών είναι ζήτημα γιά νόμιμη καύχηση καί περηφάνεια («Ή Δράσις μας» τ. 207/1983 σ.9)

Ή σημαντική βέβαια αύτή σύνθεση δέν έγινε εύκολα, ούτε έμεινε χωρίς άντιδράσεις. Ήδη άπό τήν έποχή τού Βυζαντίου παρουσιάσθησαν προσπάθειες γιά μιά άπ’ εύθείας έπανασύνδεση τού Ελληνισμού μέ τό άρχαίο έλληνικό πνεύμα. Τίς εκπροσωπούσαν κατά βάσιν ό Μιχαήλ Ψελλός, ό Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, ό Βησσαρίων, κ.ά., πού δέν κατάφεραν τό σκοπό τους στήν Ανατολή. Ό λαός μας δέν φάνηκε άπό τότε πρόθυμος νά άσπασθή τό κλασσικό όνειρο τών αίθεροβαμόνων έμπνευστών του καί τό άπέρριψε, άντίθετα πρός τή Δύση όπου αύτό βρήκε διέξοδο καί καρποφόρησε προετοιμάζοντας τήν Αναγέννηση. Ή Δύση άνέκαθεν αίσθάνθηκε τή διαφορότητά της άπό τήν Ανατολή. Καί γι’ αύτό έφρόντισε νά καταπνίξει κάθε έκφραση αύθεντικής ανατολικής ζωής. 'Επιδίωξη άνέκαθεν των Φράγκων ύπήρξεν ό ενταφιασμός τοϋ Βυζαντίου γιατί αϋτό εκπροσωπούσε τή Ρωμηοσύνη, ιδέα πολύ ενοχλητική γιά τή Φραγκία. Τρεις συντεταγμένες οριοθετούν τό Βυζάντιο: Ό Ελληνισμός -ή Νέα Ρώμη- καί ή Ορθοδοξία. Εναντίον καί τών τριών έστόχευσαν οί Φράγκοι μέ ποικίλους καί έν πολλοϊς άνέντιμους τρόπους. Δέν βλάπτει έδώ νά θυμηθούμε πώς ό 'Ελληνισμός είχε πολύ πριν άπό τήν "Αλωση αρχίσει νά άρδεύεται πνευματικά άπό τόν σχολαστικισμό τής Δύσεως. Τό 1204 μέ τή λατινική κατάκτηση τού Βυζαντίου οί Φράγκοι έπεδίωξαν τήν διά παντός τρόπου άφάνισί του, άλλά άπέτυχαν. Άπέτυχαν καί τό 1453 παραδίδοντας ούσιαστικά άνυπεράσπιστη τήν ’Ανατολή στά χέρια τών βαρβάρων όθωμανών. Καί άς μή ξεχνούμε πώς ή ρήση τοϋ Λουκά Νοταρά ότι είναι «προτιμότερον φακιόλιον τουρκικόν άπό καλύπτραν λατινικήν» έκφράζει τήν οδυνηρή συνειδητοποίηση τού πραγματικού κινδύνου καί τών φορέων του γιά τήν έλληνική μας αύτοσυνειδησία καί έπιβίωση. Έτσι σ’ όλη τή διάρκεια τής τουρκικής σκλαβιάς, τό ρωμαίικο έμεινε ούσιαστικά άδούλωτο, ένώ οί μισσιονάριοι τής Εύρώπης άλώνιζαν κυριολεκτικά τόν τόπο κινούμενοι σάν σέ «ξέφραγο άμπέλι» άναγκάζοντας τό λαό νά άντιτάξει άπέναντι στόν κίνδυνο τού έκλατινισμού τήν ϊδια άντίσταση πού είχε έπιδείξει καί άπέναντι τοϋ κινδύνου τών έξισλαμισμών. Είναι άληθινό θαύμα τής θείας πρόνοιας πώς αύτός ό λαός κατώρθωσε μέσα στά δύσκολα έκεϊνα χρόνια νά διατηρήσει άνόθευτη τήν ταυτότητά του καί νά ίσχύσει έκεΐνο πού ό Κ. Παπαρρηγόπουλος άναφέρει, ότι δηλ. τό «έθνος τοϋ 1821 ήταν τό ίδιον καί άπαράλλακτον τό έθνος τοϋ 1453».

Ατίθαση ή ρωμηοσύνη ύψώθηκε γιγάντια έμπρός στήν άπειλή έξ Ανατολών καί άπό Δυσμών. Πώς νά λησμονήσει κανείς τούς έκβιασμούς τών λατίνων κατά τήν ψευδοσύνοδον τής Φεράρας - Φλωρεντίας ; Καί πώς νά λησμονήσει σταθμούς σάν τό 1204, τό 1453, τό 1830, τό 1922 όπου οί ίδιες πάντα δυνάμεις έθεταν στό στόχαστρό των τήν ϊδια πάντα ρωμηοσύνη, τόν ίδιο λαό, τό ϊδιο Γένος; Σ’ αύτή τήν άναμέτρηση ή Ορθοδοξία ύπήρξε τό σημαντικότερο έρεισμα τών Ελλήνων. Καί όπως συνέβη μέ τούς Τούρκους, έτσι συνέβη καί μέ τούς λατίνους. Τό έθνος τό έλληνικό έμεινεν άμεικτον, «ώσπερ τό ύδωρ καί τό έλαιον». Καμμία δύναμις δέν κατώρθωσε νά ύπερκεράσει τήν σαφή διαχωριστική γραμμή, έκείνη πού ώθησε τό Γένος νά παραμείνει «μονήρες καί άνάδελφον», τήν 'Ορθοδοξίαν, τήν γραμμήν πού οριοθετούσε έπί αιώνες τήν ταυτότητα καί τήν συνείδηση τοϋ λαού μας. Γι’ αύτό καί τό έθνος έφθασε στόν άγώνα τοϋ 1821 μέ ακμαίο τό φρόνημά του καί μέ βαθειά επίγνωση τής ταυτότητός του, ώς τοϋ ρωμαίικου έλληνορθόδοξου γένους. Καί μέ αύτό τό φρόνημα πολέμησε τόν κατακτητή γιά νά αναβιώσει τό όραμα τής ρωμηοσύνης, γιά νά στήσει καί πάλιν τήν καταλυθεϊσα βυζαντινή αύτοκρατορία.

Όμως, μέ τήν άπελευθέρωση μπαίνουν σέ εφαρμογή τά σχέδια γιά τήν ούσιαστική συρρίκνωση τής ρωμηοσύνης, γιά τόν έξανδραποδισμό της. Πρώτα-πρώτα ιδρύεται γεωγραφικά περιωρισμένη έλεύθερη Ελλάδα, σάν κράτος - ή «Έλλαδίτσα» όπως τήν χαρακτηρίζει ό π. Ί. Ρωμανίδης - καί άκολουθεΐ άμέσως «ή καλλιεργημένη ύστερία τών “διαφωτισμένων” γραικών γιά τά “φώτα” τής Εύρώπης πού μάς ξαναδίδουν συνείδηση τής άρχαιοελληνικής μας καταγωγής καί δόξας καί ή άποστροφή τους γιά ό,τι θύμιζε Βυζάντιο καί Ορθοδοξία». «Όλα τά χριστουγεννιάτικα καί τά πασχαλινά διηγήματα - θά γράψει ειρωνικά ό Παπαδιαμάντης - δέν πρέπει πλέον νά βλέπωσι τό φώς ... Μή, θρησκευτικά, πρός Θεοϋ. Τό έλληνικόν έθνος δέν είναι βυζαντινόν. Εννοήσατε; Οί σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ εύθειαν διάδοχοι τών αρχαίων. Έπειτα έπολιτίσθησαν, έπροώδευσαν καί αυτοί. Συμβαδίζουν μέ τά άλλα έθνη». Ακόμη καί καινούργια γλώσσα κατασκευάζει άπό τό Παρίσι ό Κοραής, γιά νά «καθαρεύουν οί Έλληνες άπό τίς βάρβαρες άλλοιώσεις, πού έφερε στή γλώσσα τους τό Βυζάντιο καί ή τουρκοκρατία» (Βλ. Χρ. Γιανναρά: Ή REVANCHE τής Εύρώπης, «Ή νεοελληνική ταυτότητα» σ. 70-71).

ΠΗΓΗ : ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΟΡΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΒΟΛΟΣ 1998, σσ. 1-8


Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

ΠΡΟΦΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΕΓΕΡΤΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ κ.κ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΕΠΙΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟ (9/5/1998)


[........]
Από σήμερα και έως το 2004 μ.Χ. η χώρα μας θα γνωρίσει θεαματικές αλλαγές. Οι πόλεις και τα χωριά, οι μεταφορές και οι επικοινωνίες, το νόμισμα και η ανάπτυξη, η υποδομή και η εκπαίδευση, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές θα αλλάζουν ριζικά. Τα αυτονόητα υποχωρούν, δεν ισχύουν πια. Όμως το έθνος πρέπει να ζήσει. Μέσα στον συνεχώς μεταβαλλόμενο τούτο κόσμο το πρόβλημα της ιστορική; διάρκειας του Ελληνισμού προβάλει απειλητικό και αγωνιώδες. Στην ιστορική του διαδρομή το έθνος μας από νωρίς συνταυτίσθηκε με την Ορθοδοξία και έμεινε μέχρι σήμερα μ΄ αυτήν στενά συνυφασμένο. Η έννοια του Γένους αναδύθηκε μέσα από την υπόδουλη Πατρίδα, την κοινή ορθόδοξη πίστη και την κοινή ελληνική μας γλώσσα. Και σήμερα ακόμη έννοιες όπως ομογενής και ομογένεια δεν νοούνται έξω από την ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι άραγε τυχαίο το ότι η γλώσσα του Ευαγγελίου "έβαψε" κατά τους λόγους του Κοραή, την ελληνική γλώσσα ; Και ποιός μπορεί να πείσει τον απλό Έλληνα ότι η πίστη του στον Χριστό χωριζεται από την ταυτότητά του ως Έλληνα ; [...............] Η ιστορική ωστόσο αλήθεια μαρτυρεί ότι θεμελιώδης παράγοντας ενότητας του λαού μας είναι η Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία, νοούμενη όχι μόνο ως μέγεθος πνευματικό και θείο για τις ψυχές, αλλά και ως δημιουργός πολιτισμού με οικουμενικές διαστάσεις, που νοηματοδοτεί τη ζωή και αξιολογεί τους διαχρονικούς στόχους του λαού μας. Για την Ελλάδα, χθες και σήμερα, η Ορθοδοξία είναι όρος επιβίωσης και κεντρικός άξονας πολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι μια ιστορική πραγματικότητα, που ο λαός μας συνειδητά αποδέχεται. Η Εκκλησία διέσωσε το Γένος ως πνευματικότητα και όχι ως ιδεολογία. Αυτό το αναγνωρίζουν και οι μη ορθόδοξοι άλλωστε.
                                                                                            
Έτσι κάθε απόπειρα αποσύνδεσης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού συνιστά απειλή για την ενότητα του έθνους. Και είναι καθήον όλων μας να ενισχύσουμε και όχι να χαλαρώσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν με την Ορθοδοξία, να χρησιμοποιήσουμε το κριτήριο της αυτοσυντήρησης για να αξιολογήσουμε την ανάγκη να αναχαιτίσουμε, όσο είναι καιρός, τη σταδιακή υπονόμευση της ιστορικής μας αυτοσυνειδησίας, υπερασπιζόμενοι κατά αλήθειαν όχι μόνο την εκκλησιαστική Ορθοδοξία, αλλά και το πολιτιστικό θεμέλιο της εθνικής ενότητας και ομοψυχίας. Θέματα όπως η γλώσσα μας, η διδαχή του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία, η καθοδήγηση της νεολαίας μας, η συγκρότηση της παραδοσιακής μας οικογένειας, η εξασφάλιση πρόσβασης των νέων μας προς τα ιδεώδη του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, όλα αυτά αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωσή μας. Και όπως είναι αδιανόητο να τελειώνει ένα ελληνόπουλο την εγκύκλιο εκπαίδευση του χωρίς να μαθαίνει ποιά μεταφυσική γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, έτσι είναι το ίδιο αδιανόητο το να αγνοεί ποια θεολογία ύψωσε την Αγία Σοφία και γέννησε τη ποίηση, τη βυζαντινή εικόνα, τη λατρευτική δραματουργία της ορθόδοξης λατρείας, που προκαλούν τον παγκόσμιο θαυμασμό. Είναι καιρός να αντιληφθούμε όλοι πως η Ορθοδοξία δεν είναι υπόθεση με την οποία ασχολούνται μόνο οι θρησκευόμενοι Έλληνες, που δεν είναι λίγοι, αλλά και καθένας που οραματίζεται τη ζωή του ασφαλισμένη μέσα στην προστατευτική αγκάλη της. "Για να μη καταντήσουμε οι Έλληνες ολότελα ξεγυμνωμένοι και παρατρεχάμενοι του ενός και του αλλουνού μέσα στο σημερινό αδυσώπητο κόσμο" (Ζήσιμος Λορεντζάτος, "Διόσκουροι"). [...............]



ΔIΗΓΗΣIΣ ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΑΝΑΞΙΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΠΑΝΥ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ


Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος ἦν τις ἱερεὺς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ· ἀεὶ ἐν τοῖς καπηλείοις μετὰ τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας ἔστειλε τὴν ἑαυτοῦ δούλην πρὸς τὸν οἶκον τοῦ ἱερέως καὶ ηὗρε τὴν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν καὶ λέγει αὐτῇ· ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; Ἡ δὲ λέγει· οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν; Ἡ δὲ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν· ὁ αὐθέντης μου μὲ ἔστειλεν, ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων αὐτοῦ. Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν. Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει.

Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο, ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς, συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι.

Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ.

Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι.

Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον.

Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις.

Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ.

Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω.

Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία.

Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι.

Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει.

Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη.

Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν. Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· καὶ ἀσελγείας, διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν· ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ.

Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον, κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι. Τοίνυν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καὶ ἀκούοντες ταῦτα, ἐκβιασώμεθα ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, καὶ ποιήσωμεν τὸ θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν, καὶ κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα μετὰ τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΠΗΓΗ : Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους, Κώδιξ 228 (17ος αιών).