"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

"ΛΥΤΡΟ" ΚΑΙ "ΕΞΑΓΟΡΑ" - ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ


"Αἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας"

Ἡ ἐρωτικὴ αὐτοπροσφορὰ τοῦ Χριστοῦ εἶναι «λύτρο» γιὰ τὴν «ἐξαγορὰ» κάθε ἀνθρώπινου θανάτου. Ἀπὸ τὰ χρόνια κιόλας τῆς πρώτης ἀποστολικῆς κοινότητας Ἐκκλησία προσπαθεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ περιγράψει τὴν ἐμπειρία τῆς σωτηρίας ποὺ μᾶς χάρισε σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ χρησιμοποιεῖ ἀναπόφευκτα εἰκόνες καὶ κατηγορίες τοῦ καθημερινοῦ μας βίου, παρόλο ποὺ ἡ καθημερινότητα τοῦ βίου μας εἶναι ὑποταγμένη στὴν πτώση. Ἔτσι, γιὰ νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ σημάνει ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς πτωτικῆς μας ἐμπειρίας, πρέπει νὰ τὶς καθάρουμε ὅσο μποροῦμε ἀπὸ κάθε ἐκδοχὴ ἀτομοκεντρική, νοησιαρχική, χρησιμοθηρική, δηλαδὴ ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ἀνασταλτικὸ τῆς ζωῆς.

Μιλᾶμε γιὰ «υἱοθεσία», γιὰ «καταλλαγή», γιὰ «λύτρο», γιὰ «ἐξαγορά», γιὰ «δικαίωση». Στὸν καθημερινό μας βίο οἱ εἰκόνες αὐτὲς λειτουργοῦν μᾶλλον ὑποταγμένες στὴ νοοτροπία τῶν σχέσεων δοσοληψίας, ἀτομικῆς ἀποκατάστασης, ὑποκειμενικῆς κατοχύρωσης. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως μὲ τὶς ἴδιες αὐτὲς ἔννοιες θέλει νὰ σημάνει τὸ θυσιαστικὸ ἔρωτα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴν παλινόρθωση τοῦ κτιστοῦ στὴ ζωοποιὸ σχέση μὲ τὸ ἄκτιστο, τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτονομία τῆς ἀτομικότητας, τὴν ἄντληση ζωῆς ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία. Εἶναι λοιπὸν καίριο πρόβλημα, τὸ πῶς θὰ ἐκλάβουμε αὐτὲς τὶς εἰκόνες: μὲ τὴν πτωτικὴ σημασία τους ἢ στὴν ἐκκλησιαστική τους προοπτική. Μιὰ μεγάλη παρανόηση καὶ διαστροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας γιὰ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου μὲ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἐμφανίστηκε στὴ Δύση ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας αἰῶνες καὶ προοδευτικὰ κυριάρχησε στὸ πνευματικό της κλίμα. Ὁ Τερτυλλιανός, ὁ Αὐγουστίνος, ὁ Ἄνσελμος καὶ ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης εἶναι οἱ μεγάλοι σταθμοὶ στὴ διαμόρφωση καὶ ἐπιβολὴ αὐτῆς τῆς διαστροφῆς, ποὺ ἀνακηρύχθηκε τελικὰ σὲ ἐπίσημη διδασκαλία τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545-1563). Πρόκειται γιὰ μία νομικιστικὴ ἑρμηνεία τῶν βιβλικῶν εἰκόνων γιὰ τὸ «λύτρο» ποὺ κατέβαλε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο προκειμένου νὰ «ἐξαγοράσει» τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ δουλεία καὶ ὑποταγὴ στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ θάνατο – μιὰ ἐκδοχὴ προσαρμοσμένη στὴν ἐμπαθὴ ἐμπειρία τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου.

Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἐκδοχή, ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ διαταραχὴ καὶ παραβίαση τῆς θείας «τάξεως δικαίου» καὶ ταυτόχρονα προσβολὴ τῆς τιμῆς καὶ μεγαλειότητας τοῦ Θεοῦ. Τὸ μέγεθος τῆς ἐνοχῆς γιαὐτὴ τὴ διατάραξη καὶ προσβολὴ μετριέται ἀνάλογα μὲ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας τοῦ προσβληθέντοςὅπως καὶ στὸ ἀνθρώπινο δίκαιο. Ἡ ἄπειρη λοιπὸν μεγαλειότητα καὶ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἀπαιτοῦσε ἄπειρο ἀντάλλαγμα ἐξιλέωσης. Ὁ πεπερασμένος ὅμως ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει τέτοιο ἄπειρο ἀντάλλαγμα, ἔστω κι ἂν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα θυσιαζόταν γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἡ θεία Δικαιοσύνη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀνέλαβε νὰ πληρώσει, στὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ του, τὸ ἄπειρο λύτρο γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς Δικαιοσύνης του. Ὁ Χριστὸς τιμωρήθηκε μὲ τὸ σταυρικὸ θάνατο στὴ θέση τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρωπότητας καὶ γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἡ ἁμαρτωλὴ ἀνθρωπότητα. Καὶ στὴ διδασκαλία τοῦ Λούθηρου καὶ τοῦ Καλβίνου ἀργότερα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ θεία Δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καταπραΰνεται μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ ἀλλοιώσεις ποὺ ἐπιφέρει αὐτὴ ἡ θεωρία στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κυριολεκτικὰ ἀπροσμέτρητες. Ἀλλοιώνει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ὑποτάσσοντας τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης Του στὴν ἄτεγκτη ἀναγκαιότητα μιᾶς ἐγωκεντρικῆς καὶ θηριώδους δικαιοσύνης ποὺ ἀπαιτεῖ σαδιστικὰ ἱκανοποίηση. Ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ Πατέρας καὶ «ἐραστὴς μανικώτατος» τοῦ ἀνθρώπου, μεταβάλλεται σὲ ἀμείλικτο δικαστὴ καὶ ἀπειλητικὸ τιμωρὸ ποὺ ἡ δικαιοσύνη του εὐφραίνεται (κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Αὐγουστίνου) ὅταν βλέπει τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ βασανίζονται στὴν κόλαση.

Τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα ἀθεϊσμοῦ στὸν πνευματικὸ βίο τῆς Δύσης τοὺς τελευταίους αἰῶνες, οἱ ἐπαναστατικὲς ἐκρήξεις ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸ «σαδιστὴ Θεὸ» τῆς ρωμαϊκῆς δικανικῆς παράδοσης, δὲν εἶναι φαινόμενα ἄσχετα μὲ τὴ θεωρία γιὰ τὴν «ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης ἀπὸ τὸ σταυρικὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ» – ὅπως δὲν εἶναι ἄσχετη καὶ σύνδεση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας στὶς συνειδήσεις μὲ ἀξεπέραστα πλέγματα ἐνοχῆς. Ἀλλοιώνει αὐτὴ θεωρία τὸ ἐκκλησιαστικὸ νόημα τῆς ἁμαρτίας, ὡς ἀστοχίας καὶ ἀποτυχίας τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἐκδέχεται ὡς νομικὴ παράβαση καὶ ἀξιόποινη παρεκτροπή, πρόξενο ἐγωκεντρικῆς ἐνοχῆς καὶ ἀφορμὴ ἐξίσου ἐγωκεντρικῆς δικαίωσης. Γιατὶ οἱ ψυχικοὶ μηχανισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης χρειάζονται ἀκόμα καὶ τὴν ἐνοχὴ καὶ συχνὰ τὴν προκαλοῦν, προκειμένου νὰ κατορθώσουν μέσα ἀπὸ μιὰ ἀντικειμενικὴ καὶ ἀδιαμφισβήτητη «ἐξαγορὰ» τὴν ἐγωκεντρικὴ ἱκανοποίηση τῆς ἀτομικῆς «δικαίωσης». Τὸ σχῆμα «ἐνοχή-ἐξαγορά-δικαίωση» εἶναι τυπικὸ σύμπτωμα κάθε «φυσικῆς θρησκείας», ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ ποὺ ἀρνεῖται νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀτομοκεντρικὴ ἐκδοχὴ τῆς ὕπαρξης καὶ ζητάει νὰ νικήσει τὸ θάνατο μὲ τὰ δικά του ἀξιόμισθα κατορθώματα, ἔστω ἐνισχυμένα ἀπὸ τὴν ἀνταλλακτικὴ ἀξία κάποιου ὑπερβατικοῦ «λύτρου». Ἔτσι Ἐκκλησία μεταβάλλεται σὲ ἠθικιστικὴ θρησκεία, ὑπηρετικὴ τῆς ἀτομικῆς αὐτοκατοχύρωσης τοῦ ἀνθρώπου. Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ παύει νὰ ἐνσαρκώνει καὶ νὰ ἀποκαλύπτει τὸν πυρήνα τοῦ εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας: Τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν αὐτοζωή, γιὰ νὰ κατορθωθεῖ ζωή· τὴν ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου προκειμένου νὰ καμφθεῖ καὶ ἔσχατη ὑπαρκτικὴ ἀντίσταση τῆς ἀτομικότητας καὶ νὰ ἀντληθεῖ ἡ ὕπαρξη ὄχι ἀπὸ τὴν κτιστὴ φύση, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, τὸ χορηγὸ τῆς ζωῆς.

Ἂν ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸ κατεξοχὴν σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας, αἰσθητὴ ἔκφραση καὶ δήλωση τῆς πίστης τῶν Χριστιανῶν, δὲν ἦταν γιὰ νὰ θυμίζει ἁπλῶς τὸ πάθος τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ ἀντίτιμο ποὺ καταβλήθηκε στὴν ὀργισμένη δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Οἱ Χριστιανοὶ ἀποτυπώνουν πάνω στὸ σῶμα τους τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, δηλώνοντας τὴν ἑκούσια αὐτοπαραίτηση ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ αὐτοτέλεια, τὴ θυσιαστικὴ ἀναφορὰ τῆς ζωῆς τους στὸ θέλημα τοῦ Πατρός. «Τὰ φαινόμενα πάντα δεῖται σταυροῦ», γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «καὶ τὰ νοούμενα πάντα δεῖται ταφῆς». Ὅλα τὰ φαινόμενα, κάθε τι ποὺ μᾶς γίνεται προσιτὸ μέσα ἀπὸ τὶς ἀτομικὲς αἰσθήσεις καὶ κάθε γνώση ποὺ κατακτᾶμε μὲ τὴν ἀτομική μας διάνοια, ὅλα ὅσα μοιάζουν νὰ μᾶς ὑποτάσσονται χάρη στὶς ἀτομικές μας ἱκανότητες, πρέπει νὰ σταυρωθοῦν καὶ νὰ ταφοῦν, νὰ νεκρωθοῦν ὡς ἀτομικὲς βεβαιότητες καὶ θωρακίσεις τοῦ ἐγώ, προκειμένου νὰ λειτουργήσουν ὡς ἐρωτικὴ σχέση καὶ αὐθυπέρβαση.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Χριστιανοὶ σφραγίζουν τὸ σῶμα τους μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.[...] Κάθε φάση καὶ κάθε πτυχὴ τῆς καθημερινότητας σφραγίζεται μὲ τὸ σημάδι τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου, τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Πατρός, τὸ θέλημα τῆς ζωῆς. Γιατὶ Σταυρὸς δὲν εἶναι σημεῖο ἀνάμνησης καὶ συναισθηματικῆς ἠθικοδιδακτικῆς ἀναφορᾶς, ἀλλὰ σύμβολο καὶ δήλωση συσχηματισμοῦ μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ, τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ σὰν τέτοιο σύμβολο, ἀποκαλυπτικὸ τῆς ζωῆς ποὺ συνιστᾶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἐλπίδα τῶν πιστῶν, ἀποτυπώνεται τελικὰ σταυρὸς καὶ πάνω στὰ μνήματα τῶν κεκοιμημένων, βεβαιώνοντας τὴν εἴσοδό τους στὴ «χώρα τῶν ζώντων».

ΠΗΓΗ : "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ", τ. 225, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011, σ. 42 κ.ε.