"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

OI ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ Γ΄


Όταν λείπουν οι εθνικοί πόθοι, ελλείπει και η ιστορική συνείδηση, και ο λαός αποβλέπει μόνο στο παρόν, χωρίς συνάφεια και συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον. Διατελεί σε νάρκωση πολιτική και ηθική, πρόδρομος εξουδένωσης και εξαφάνισης. Μοναδική ελπίδα ανόρθωσης είναι αν επιπνεύσει πνοή γενναίων ιδεών, η οποία μπορεί να δημιουργήσει κάποιο κοινό ιδεώδες, σημείωνε ο διαπρεπής Πανεπιστημιακός Νικόλαος Πολίτης σε μια πραγματεία του.

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Όταν ήλθε η ώρα να τουρκέψει η Πόλη, και μπήκαν μέσα οι τούρκοι, έτρεξε ο Βασιλιάς μας καβάλα στ΄ άλογό του να τους αντιμετωπίσει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά. Χιλιάδες τον έβαλαν στην μέση, κ΄ εκείνος χτυπούσε κ΄ έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθηκε τ΄ άλογό του κι έπεσε κι εκείνος στο έδαφος. Κ΄ εκεί που ένας αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήσει τον Βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε, και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο Βασιλιάς και καρτερεί την ώρα να΄ ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι τούρκοι το ξέρουν αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είν΄ ο Βασιλιάς. γι΄ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πως απ΄  αυτή θα έμπει ο Βασιλιάς για να τους πάρεις πίσω την Πόλη. Μα όταν είναι το θέλημα του Θεού, θ κατέβει ο άγγελος στην σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει, και θα του δώσει στο χέρι πάλι το σπαθί, που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο Βασιλιάς, και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους τούρκους, θα τους διώξει ως την κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήσει το μοσχάρι στο αίμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Για την τύχη του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, Αρμένιος μοναχός του 15ου αιώνα, σε ελεγειακό ποίημά του βεβαιώνει ότι έφυγε επιβιβασθείς σε Φράγκικο πλοίο. Αυτός δε που έγραψε τον θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος αποδίδονταν στον Εμμανουήλ Γεωργιλά, σε μια αποστροφή προς τον Βασιλέα, αναγράφει τις φήμες περί αυτού : «Ω Κωνσταντίνε Βασιλεύ, ……ειπέ μοι που ευρίσκεσαι, εχάθης, εκρυβήθης, ζεις ή και απέθανες επάνω στο σπαθί σου ;» Παρακάτω δε αναφέρει την παράδοση που σχηματίσθηκε για την απόκρυψή του από τον Θεό : «ήκουσα πάλιν να λέγουσιν και είσαι κεκρυμμένος υπό χειρός της πανσθενούς δεξιάς Κυρίου. Μακάριν να΄ σαι ζωντανός, σαν είσαι αποθαμένος !».

Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σ΄ ένα καράβι την αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, να την πάει στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Αγαρηνών. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα βούλιαξε στον βυθό. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό απ΄ την γαλήνη που είναι πάντα εκεί και την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν και να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας. Όταν θα πάρουμε πάλι την Πόλη, θα βρεθεί και η αγία Τράπεζα και θα την στήσουν στην Αγία Σοφία, να γίνουν σ΄ αυτήν τα εγκαίνια.

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΟΥ Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
Σαν πήραν οι Βενετσάνοι την Πόλη, σύναξαν όλα τα πλούσια σωθέματα της Αγιάς Σοφιάς, και τα φόρτωσαν σ΄ ένα καράβι για να τα πάνε στην Βενετία. Βάλανε μέσα την κολυμβήθρα, ταις πόρτες του ναού, το ρολόϊ που κουρδίζεται μια φορά τον χρόνο και βγαίνουν οι Μάγοι με τα δώρα, τα τέσσαρα αλόγατα. Βάλανε ακόμη το σπαθί του Κωνσταντίνου, ψιλό και ολόϊσιο, με θηκάρι μαλαματένιο με χίλια δυό κεντίδια, και την αγία Τράπεζα. Τα βάλανε μέσα, κίνησε το καράβι να κατέβει στη Βενετιά. Μα σαν έφτασε στον Μαρμαρά, στην Ηράκλεια αντίκρυ άνοιξε η καρίνα του πλοίου, και μπλουμ στον πάτο η αγία Τράπεζα. Έπειτα έκλεισε πάλι η καρίνα και το καράβι τα ήφερε όλα στη Βενετιά. Μα εκεί που έπεσε η αγία Τράπεζα, από τον καιρό εκείνο ως τα σήμερα, το νερό δεν κουνιέται διόλου. Όση φουρτούνα και να κάνει στη θάλασσα, εκεί τίποτα. Εκεί βγαίνει λάδι και πάνε οι θαλασσινοί και το μαζώνουν με το βαμπάκι. Είναι περίβαλτο εκείνο το λάδι για τον πονόματο και για πολλές άλλες αρρώστιαις. Μα η αγία Τράπεζα δεν κάθεται ήσυχη κάτω. Όσο πάει κ΄ όλο κοντοζυγώνει να πιάσει τη στεριά της Ηρακλειάς. Άμα την πιάσει, τέλειωσαν τα ψέματα. Θα πάρουν οι Ρωμαίοι την Πόλη.

ΠΗΓΗ : ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ - ΠΟΛΙΤΗ Γ.Ν., ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ 1918, σσ. 2 κ.ε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου