"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

ΑΥΓΗ ΗΜΕΡΑΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ – ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ

Η Κοίμηση της Θεοτόκου. Μουσείο Κορυτσάς, 17ος αιών. 
Τὸν Αὔγουστο Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Παναγίας, τὸ θάνατό της, γνωστὸ ὡς Κοίμηση, μιὰ λέξη ὅπου τὸ ὄνειρο, μακαριότητα, εἰρήνη, ἠρεμία καὶ χαρὰ ἑνώνονται.

Τίποτε δὲν γνωρίζουμε γιὰ τὶς συνθῆκες ποὺ περιβάλλουν τὸ θάνατο τῆς Παναγίας, τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Διάφορες ἱστορίες, διανθισμένες μὲ παιδικὴ τρυφεράδα, ἔχουν φθάσει ὣς ἐμᾶς ἀπὸ τὸν πρώιμο Χριστιανισμό, ἀλλά, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ποικιλίας τους, δὲν νιώθουμε ὑποχρέωση νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν «ἱστορικότητα» καμιᾶς ἀπ᾽ αὐτές.

Στὴν Κοίμηση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ μνημόνευση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπικεντρώνονται στὸ ἱστορικὸ καὶ πραγματικὸ πλαίσιο, οὔτε στὴν ἡμερομηνία καὶ στὸν τόπο ὅπου αὐτὴ ἡ μοναδικὴ γυναίκα, αὐτὴ ἡ Μητέρα ὅλων τῶν μητέρων, ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπίγεια ζωή της. Ὁποτεδήποτε καὶ ὁπουδήποτε κι ἂν αὐτὸ συνέβη, ἡ Ἐκκλησία, ἀντ᾽ αὐτοῦ, παρατηρεῖ τὴν οὐσία καὶ τὸ νόημα τοῦ θανάτου της, μνημονεύοντας τὸ θάνατο αὐτῆς ποὺ ὁ Υἱός της, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας, κατέβαλε τὸ θάνατο, ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, καὶ μᾶς ὑποσχέθηκε τὴν τελικὴ ἀνάσταση καὶ τὴ νίκη τῆς ἀθάνατης ζωῆς.

Ὁ θάνατός της ἀναλύεται καλύτερα μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως ποὺ εἶναι τοποθετημένη στὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὡς κέντρο ὅλου τοῦ ἑορτασμοῦ. Ἡ Θεοτόκος νεκρὴ βρίσκεται στὸ νεκροκρέβατό της. Oἰ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ εἶναι συναγμένοι γύρω της, καὶ ἀπὸ πάνω της στέκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, κρατώντας στὰ χέρια τὴ Μητέρα Του, ἡ ὁποία εἶναι ζωντανὴ καὶ αἰώνια ἑνωμένη μαζὶ Του. Ἐδῶ βλέπουμε τὸ θάνατο κι ὅ,τι ἔχει ἤδη περάσει σ᾽ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο θάνατο: ὄχι ρήξη ἀλλὰ ἕνωση. Ὄχι λύπη ἀλλὰ χαρά. Καὶ σ᾽ ἕνα βαθύτερο ἐπίπεδο, ὄχι θάνατος ἀλλὰ ζωή. «Ἐν τῇ γεννήσει σου σύλληψις ἄσπορος, ἐν τῇ κοιμήσει σου νέκρωσις ἄφθορος», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, βλέποντας αὐτὴ τὴν εἰκόνα. «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε…».

Τὰ λόγια μιᾶς βαθύτατης καὶ πολὺ ὄμορφης προσευχῆς ποὺ ἀπευθύνεται στὴν Παναγία ἔρχονται τώρα στὸ νοῦ μας, «Χαῖρε αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας!» (Ἀκάθιστος Ὕμνος). Τὸ φῶς ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὴν Κοίμηση προέρχεται ἀκριβῶς ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ἄδυτη, μυστικὴ Ἡμέρα. Παρατηρώντας αὐτὸν τὸ θάνατο, καὶ στεκόμενοι δίπλα σ᾽ αὐτὸ τὸ νεκροκρέβατο, καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ θάνατος δὲν ἰσχύει πλέον, ὅτι ἡ διαδικασία τοῦ θανάτου ἑνὸς ἀνθρώπου ἔχει γίνει τώρα μία πράξη ζωῆς, μία εἴσοδος σὲ μία εὐρύτερη ζωή, ὅπου βασιλεύει ἡ ζωή. Αὐτὴ ποὺ δόθηκε ἐντελῶς στὸ Χριστό, ποὺ Τὸν ἀγάπησε ἕως τέλους συναντιέται μ᾽ Αὐτὸν σ᾽ ἐκεῖνες τὶς φωτεινὲς πύλες τοῦ θανάτου, κι ἐκεῖ ὁ θάνατος μεταστρέφεται ἀμέσως σὲ χαρμόσυνη συνάντηση – ἡ ζωὴ θριαμβεύει, ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγάπη κυριαρχοῦν πάνω στὰ πάντα.

Γιὰ αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία στοχάστηκε κι ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ θάνατο Αὐτῆς ποὺ ὑπῆρξε μητέρα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔδωσε ζωὴ στὸ Σωτήρα καὶ Κύριό μας ποὺ Τοῦ δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ μέχρι τέλους καὶ στάθηκε δίπλα Του στὸ Σταυρό. Καὶ παρατηρώντας ἡ Ἐκκλησία τὸ θάνατό της, ἀνακάλυψε καὶ βίωσε τὸ θάνατο, ὄχι ὡς φόβο, τρόμο, τέλος, ἀλλ᾽ ὡς ἀστραποβόλα καὶ αὐθεντικὴ Ἀναστάσιμη χαρά. «Ποίοις πνευματικοῖς ἄσμασιν, ἀνυμνήσωμέν σε, Παναγία; Διὰ γὰρ τῆς ἀθανάτου Κοιμήσεώς σου ἡγίασας τὰ σύμπαντα…». Ἐδῶ, σ᾽ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρώτους ὕμνους τῆς ἑορτῆς, βρίσκουμε ἀμέσως να ἐκφράζεται ἡ βαθιὰ οὐσία τῆς χαρᾶς της: «Νέκρωσις ἄφθορος», ἀθάνατη κοίμηση. Ποιό εἶναι ὅμως τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἀντιφατικῆς καὶ φανερὰ παράλογης συνυπάρξεως αὐτῶν τῶν λέξεων; Στὴν Κοίμηση μᾶς ἀποκαλύπτεται ὅλο τὸ χαρμόσυνο μυστήριο αὐτοῦ τοῦ θανάτου καὶ γίνεται χαρά μας, ἐπειδὴ ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἕνας ἀπὸ μᾶς. Ἂν ὁ θάνατος εἶναι ὁ τρόμος καὶ ἡ θλίψη τοῦ χωρισμοῦ, ἡ κάθοδος στὴν τρομερὴ μοναξιὰ καὶ τὸ σκοτάδι, τότε τίποτ᾽ ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι παρὸν στὸ θάνατο τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀφοῦ ὁ θάνατός της, ὅπως καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή της, εἶναι μιὰ συνάντηση, ἀγάπη, συνεχὴς κίνηση πρὸς τὸ αἰώνιο, ἄδυτο φῶς τῆς αἰωνιότητος καὶ μιὰ εἴσοδος σ᾽ αὐτό. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», λέγει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης (Α΄ Ἰωάν. 4,18). Γι᾽ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει φόβος στὴν ἄφθορη κοίμηση τῆς Παρθένου Μαρίας. Ἐδῶ ὁ θάνατος ἔχει καταληφθεῖ ἐκ τῶν ἔνδον, ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπ᾽ ὅ,τι τὸν γεμίζει μὲ τρόμο καὶ ἀπελπισία. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος γίνεται ζωὴ θριαμβεύουσα. Ὁ θάνατος γίνεται «αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας». Ἐτσι στὴ γιορτὴ δὲν ὑπάρχει οὔτε λύπη, οὔτε νεκρώσιμα μοιρολόγια, οὔτε στεναχώρια, ἀλλὰ μόνο φῶς καὶ ζωή. Προσεγγίζοντας τὴν πόρτα τοῦ ἀναπόφευκτου θανάτου θανάτου μας, εἶναι σὰν νὰ τὴ βρίσκουμε ὀρθάνοικτη, μὲ τὸ φῶς νὰ ξεχύνεται ἀπὸ τὴ νίκη ποὺ πλησιάζει ἀπὸ τὴν ἐρχόμενη ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Στὴ λάμψη αὐτοῦ τοῦ ἀσύγκριτου φωτὸς τῆς ἑορτῆς, στὶς αὐγουστιάτικες αὐτὲς μέρες, ὅταν ὁ φυσικὸς κόσμος φθάνει στὸ ἀποκορύφωμα τῆς ὀμορφιᾶς του καὶ γίνεται ὕμνος δοξολογίας καὶ ἐλπίδας καὶ σύμβολο ἑνὸς ἄλλου κόσμου, ἀκούγονται τὰ λόγια τῆς Κοιμήσεως, «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον…». Ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον θάνατος. Ὁ θάνατος ἀκτινοβολεῖ αἰωνιότητα καὶ ἀθανασία. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον ρήξη ἀλλὰ ἕνωση. Δὲν εἶναι λύπη, ἀλλὰ χαρά. Δὲν εἶναι ἤττα, ἀλλὰ νίκη. Αὐτὰ εἶναι ὅσα ἑορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας Παρθένου, καθὼς τὰ προεικονίζουμε, τὰ προγευόμαστε καὶ τὰ ἀπολαμβάνουμε ἀπὸ τώρα, στὴν αὐγὴ τῆς μυστικῆς καὶ αἰώνιας Ἡμέρας.

ΠΗΓΗ : ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ, Η ΠΑΝΑΓΙΑ, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου