"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΕΤΡΑΣ ΑΓΡΑΦΩΝ – ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ


Ἱερά Μονή Πέτρας Καταφυγίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων εὑρίσκεται στίς παρυφές τῶν Ἀγράφων, μέ κατεύθυνσι βορειοδυτικά ἀπό το ἱστορικό βυζαντινό χωριό Καταφύγι Ἀγράφων καί σέ ἀπόστασι τρία χιλιόμετρα, ἀπό τήν λίμνη.Πλαστήρα τοῦ Νομοῦ Καρδίτσης.

Άποψη της Ιεράς Μονής το 1938.
Τό ὄνομά Της ὀφείλεται σ᾿ ἕνα μεγάλο ἐκτεταμένο βράχο, πού ὀρθοῦται ἀπότομα μέσα,στό πράσινο μιᾶς μεγάλης δασικῆς ἔκτασης ἐνῶ παράλληλα δημιουργεῖ ἕνα πλάτωμα, πάνω στό ὁποῖο εἶναι κτισμένο τό Μοναστήρι. Στα ἀνατολικά πλευρά τοῦ βράχου, σχηματίζεται φυσική σπηλιά, πού μόνο στήν εἴσοδό της ὑπάρχουν σημεῖα λάξευσης. Ἀπό τόν βράχο, αὐτόν το Μοναστήρι ὀνομάσθηκε Μονή Πέτρας ἀφιερωμένο στήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ παράδοσι ἀναφέρει, ὅτι μέσα στο καταπράσινο τοπίο τῆς περιοχῆς κάθε βράδυ οἱ κάτοικοι πού βρίσκονταν στήν θέσι Σωτῆρα, ἀπό τήν ἀπέναντι πρός τήν σπηλιά περιοχή, ἔβλεπαν ἕνα φῶς. Καθοδηγούμενοι ἀπό αὐτό ἔφθασαν στο κοίλωμα-σπήλαιο τοῦ βράχου, ὅπου ἀντίκρυσαν, τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας (διαστ.0,75Χ0,54Χ0,035), ἔργο, κατά τήν παράδοσι, τοῦ, Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ὁ Παναγιώτης Μυλωνᾶς,«στό ἔργο του «Ἡ Μονή Πέτρας στήν Νότια Πίνδο ἀναφέρει ὅτι στήν σπηλιά αὐτή ἀσκήτευαν κάποτε ἐρημῖτες, πού ἀργότερα ἔκτισαν τήν Μονή στό νότιο πλάτωμα τοῦ βράχου.


Τό παλαιότερο χρονολογικό σημεῖο γιά τις ἐργασίες ἀνέγερσης τῆς Μονῆς βρίσκεται στόν Κώδικα 44 τῆς συλλογῆς Ἀλεξίου Κολυβᾶ το 1557, ἔτος τό ὁποῖο ἀναφέρεται στόν θάνατο τοῦ «μαστρογ ην» (Sic), ἑνός σημαντικοῦ προσώπου τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ ἀνέγερσης τοῦ ναοῦ. Ἔνδειξι, ὅτι οἱ ἐργασίες ἀνέγερσης τῆς Μονῆς εἶχαν ἀρχίσει πολύ νωρίτερα. Τό 1593, μέ την ἀποπεράτωσι τοῦ Καθολικοῦ, ἔγινε ἡ μεταφορά καί ἡ τοποθέτησι τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας ἀπό τήν σπηλιά στόν ναό «ἐν πομπῇ καί παρουσίᾳ ἱερέων καί πολλῶν χωρικῶν ἐξ ὅλων τῶν ἱερέων καί πολλῶν χωρικῶν ἐξ ὅλων τῶν γειτονικῶν χωρίων».

Τό 1595 οἱ μοναχοί  ἐγκαταλείπουν τήν σπηλιά καί ἐγκαθίστανται στόν κτιριακό περίβολο πού εἶχε σχεδόν ὁλοκληρωθεῖ. Πρῶτοι κτίτορες τῆς Μονῆς ἀναγράφονται στήν παρρησία τοῦ 1600 οἱ μοναχοί Φιλάρετος, Δανιήλ, Λαυρέντιος καί Ζωσιμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν τό βαρύ και ἱερό χρέος νά πρωτοϊδρύσουν τό Μοναστήρι. Κατόπιν ἀναφέρονται οἱ ἱερομόναχοι Παρθένιος, Νεόφυτος καί Σάββας. Μέ τήν ἁγιογράφησι τοῦ Ναοῦ συνδέεται ὁ ἄρχοντας Παναγιώτης Κουσκουλᾶς, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπογραφία βρίσκεται στόν δυτικό τοῖχο τοῦ κυρίως ναοῦ, να κρατᾷ στά χέρια του ὁμοίωμα τῆς Μονῆς καί να τό προσφέρῃ στήν Παναγία. Ἀπό τήν ἐνδυμασία του συμπεραίνουμε, ὅτι προερχόταν ἀπό ἀνώτερη κοινωνική τάξι, τήν τάξι τῶν δημογερόντων, και ἠσχολεῖτο μέ τό ἐμπόριο ὑφαντῶν, πού ἐκείνη την ἐποχή παράγονταν στά Ἄγραφα καί ἐξάγονταν στίς Βαλκανικές χῶρες. Τό 1625 τελειώνει ἡ ἁγιογράφησι τοῦ Καθολικοῦ καί παραδίδεται στήν περιοχή ἕνα περίλαμπρο μνημεῖο.

Το καθολικό της Ι. Μονής χιονισμένο. 
Μέ τό Πατριαρχικό σιγίλλιο τοῦ 1628 ἀπό τον Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι «ἡ Μονή Πέτρας γίνεται Μετόχιον τοῦ «πλησίον της ἀνεγερθέντος Σταυροπηγιακοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ὁ ναός αὐτός πού ἀνήγειρε ὁ ἄρχοντας Ἀποστόλης Χασάπης στήν θέσι «Σωτῆρος», ἦταν πράγματι στά ὅρια τῶν Ἐπισκοπῶν Λιτζᾶς καί Λαρίσης, ἀλλά προσδιορίζεται μέ βεβαιότητα στό Καταφύγι, ὅπου ἡ Πέτρα ἀνῆκε στήν Μητρόπολη Λαρίσης. Ἄγνωστοι οἱ λόγοι πού ὡδήγησαν στήν παραπάνω ἐξέλιξι. Τό σιγίλλιο ἀφήνει νά ἐννοηθῇ φιλονικία τῶν πλησιόχωρων Ἀρχιερέων καί ἐπεμβάσεις κάποιων λαϊκῶν, ὥριζε δέ τά ἑξῆς :


1. Ἡ Μεταμόρφωσι καί ἡ Κοίμησι τῆς Θεοτόκου νά «διατελῶσιν ἀνενόχλητα, ἀδούλωτα, ἀκαταπάτητα παρά παντός προσώπου ἱερωμένου και λαϊκοῦ, σύν πᾶσι τοῖς κτήμασι καί πράγμασιν αὐτῶν...».
2. Ἡ Μεταμόρφωσι, ὡς Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, να μνημονεύῃ τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί νά δίδῃ κάθε χρόνο το «διατεταγμένον, τιμῆς ἕνεκεν», εἰς Αὐτόν.
3. Ἡ Κοίμησι, ὡς Μετόχι, νά μνημονεύῃ τό ὄνομα τοῦ «κατά τόπον Ἀρχιερέως». Ἔχουμε, δηλαδή, ρύθμισι μετά τοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν ἄρχοντα Ἀποστόλη Χασάπη, χάριν τῶν κτητορικῶν του δικαιωμάτων. 

Ο Τρούλλος. 
Τά γεγονότα μαρτυροῦν ὅτι λίγο πρίν τό 1625 ἔχουμε στά ἐσωτερικά τῆς Πέτρας μιά δυναμική παρέμβασι τοῦ ἄρχοντα Ἀποστόλη Χασάπη καί παραγκωνισμό, ἀπουσίᾳ ἤ ἀδυναμίᾳ ἐκτέλεσης τοῦ ἔργου του, ἀπό τόν παλαιό κτήτορα Παναγιώτη Κουσκουλᾶ. Ὁ τελευταῖος δέν κατορθώνει να πραγματοποιήσῃ τήν πρόθεσί του γιά ἀνέγερσι μικροῦ παρεκκλησίου στό βόρειο μέρος, ὅπως παριστάνεται στήν νωπογραφία τοῦ Καθολικοῦ, καί τήν πρόθεσι αὐτή ὁλοκληρώνει ὁ νέος κτήτορας Ἀποστόλης τοῦ Πετρίλου μέ την προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου εἰς τήν νότιον πλευράν τοῦ Καθολικοῦ καί τήν ἀνύψωσι τοῦ Παρεκλησίου τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος εἰς Πατριαρχικόν Σταυροπήγιον. Ἡ ἀνέγερσι τοῦ παρεκκλησίου τοποθετεῖται εἰς τά 1672/1673.

Το καθολικό.
Τόν Ἰούνιο τοῦ 1665 ἐπισκέπτονται τήν Ἱερά Μονή Πέτρας ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος καί Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός. Ὁ λόγος τῆς παραμονῆς των στό Μοναστήρι εἶναι ἄγνωστος.

Το Τέμπλο. 
Τό 1666 ἀντιπροσωπεία Μοναχῶν τῆς Μονῆς μετέβη εἰς τήν Κωνσταντινούπολι πρός τον Οἰκουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ’, γιά να ζητήσῃ τήν βοήθειά του γιά τίς πολλές και πιεστικές ἀνάγκες τῆς Μονῆς. Τήν πληροφορία δίνει ἐπιστολή τοῦ Εὐγενίου Αἰτωλοῦ προς τόν τότε εὑρισκόμενο στήν Πόλι Μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο, τόν ὁποῖο, μέ δραματικό τόνο, ὁ Εὐγένιος παρακαλεῖ γιά κάθε δυνατή βοήθεια στήν ἀντιπροσωπεία τῶν Μοναχῶν. Ἡ ἐπιστολή αὐτή ἐπέδρασε εὐεργετικά στήν ψυχή τοῦ Διονυσίου λίγα χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Διονύσιος ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και σημειώθηκαν στήν Μονή σημαντικά ἔργα, ὅπως τό παρεκκλήσιο τοῦ Σωτῆρος. Τό ἔτος 1666 ἔχει ἤδη ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἡ Μονή ἀπό τήν ὑποταγή της στόν Σταυροπηγιακό Ναό τοῦ Σωτῆρος.

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γέρων Διονύσιος - Πάσχα 2006.
Στά μέσα τῆς δεύτερης περιοδείας του (1763-1773) βρέθηκε, μετά τά βλαχοχώρια τῆς Πίνδου, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στά ὀρεινά χωριά τῶν Ἀγράφων. Μετά τό προσκύνημά του στήν Μονή Κορώνης ἐπισκέφτηκε τήν Μονή Πέτρας, τῆς ὁποίας ἐθαύμασε τήν μεγαλοπρέπεια τῆς ἐκκλησίας μέ τήν ἐξαιρετική ἁγιογραφία καί την μεγάλη βιβλιοθήκη.

Ο Γέρων Διονύσιος με τη συνοδεία του, 
Ἐδῶ θά πρέπῃ νά σημειώσουμε, ὅτι ἡ παράδοσι κατέγραψε τήν πληροφορία, ὅτι στην Πέτρα λειτουργοῦσε κρυφό σχολειό, στό ὁποῖο συγκεντρώνονταν καί ἐξωτερικοί μαθητές τῆς περιοχῆς, πού δέν ἔμεναν μόνιμα στά κτίρια. Την λειτουργία τοῦ σχολείου ἀναφέρει περιστατικό τοῦ 1840, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ὁ παπποῦς τοῦ Γεωργίου Φ. Φράγκου, Πᾶνος, ἔμαθε γράμματα ἀπό τόν τότε, ἄγνωστο σέ ᾿μᾶς, Ἡγούμενο τῆς Μονῆς. Τήν πρώτη ἔνδειξι γιά τήν λειτουργία σχολείου στήν Μονή προσφέρει ἕνα μαθηματάριο (Κώδικας 133 τῆς Μονῆς Ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων, πού πρῶτα ἀνῆκε στήν Πέτρα) τοῦ 1810, πού τό περιεχόμενό του, Ὁμήρου Ὀδύσσεια, Ἐπιστολάριο καί Γραμματική, προδίδει σχολική χρῆσι. Λίγο νωρίτερα, κάποια βιβλία, καί ἰδίως οἱ δύο Κώδικες τοῦ 18ου αἰ. τοῦ Θεοφίλου Κορυδαλλέως: Κ. 46 «Περί Ψυχῆς» καί Κ. 93 «Εἰς τήν Ἀριστοτέλους Λογικήν Πραγματείαν», τῆς συλλογῆς Ἀλεξίου Κολυβᾶ, πού καί αὐτά ἀνῆκαν στήν Πέτρα, μαρτυροῦν μία ἀξιόλογη βιβλιοθήκη, πού πέραν ἀπό τήν πνευματική κατάρτισι τῶν μοναχῶν ἀπευθυνόταν σέ διδασκάλους και μαθητές ὑψηλότερης στάθμης πνευματικῆς, ἀπό αὐτῆς τῶν κοινῶν σχολείων. Διδάσκαλοι ἀναφέρονται οἱ ἱερωμένοι Γρηγόριος Παυρόλα καί Ἀββακούμ ἀπό τό Καταφύγι.


Ἕνας ἀπό τούς Μοναχούς τῆς Πέτρας, πού λάμπρυνε μέ τούς ἀγῶνές του τήν Μονή, εἶναι ὁ ἱερομόναχος Κύριλλος τό 1821. Ὁ φλογερός αὐτός ρασοφόρος, μυημένος στήν Φιλική Ἑταιρεία, βρέθηκε μέ τήν κήρυξι τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 στό στρατόπεδο τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη στήν Μολδοβλαχία. Μετά τήν ἀποτυχία ὅμως τοῦ κινήματος στό ἔδαφος τῶν Παραδουναβίων Ἡγεμονιῶν, ὅσοι Ἕλληνες καί Βαλκάνιοι ἐπέζησαν, κατέφυγαν στήν Αὐστρία καί στην Ρωσσία, γιά νά ἀποφύγουν τήν ἐκδικητική μανία τῶν Τούρκων. Τότε ὁ Κύριλλος, μέ μία ὁμάδα χιλίων δύο ἀνδρῶν καί τόν ἱερομόναχο Γεδεών τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βρέθηκε στήν ρωσσική πόλη Ὀργκέϊβ, κρατούμενος τῶν ρωσσικῶν ἀρχῶν.


Ὁ Καραϊσκάκης, καπετάνιος τῶν Ἀγράφων ἀπό τό 1822, ἔρχεται μέ τά παλληκάρια του στην Μονή, ὅπου φιλοξενεῖται καί περνάει τό Πάσχα τοῦ 1823 μαζύ μέ τούς μοναχούς. Ἀπό ἐκεῖ ἀπευθύνει ἐπιστολή πρός τόν Χρῆστο Γιάνκο, μέ ἀφορμή τον ξεσηκωμό ἐναντίον του τῶν Σουλιωτῶν καί τῶν ἀντιπάλων ὁμάδων τῶν Μπουκουβάλα, Ράγκου καί Ἀνδρέα Ἴσκου. Τό ὅτι ἡ Πέτρα ἦταν προπύργιο τοῦ ἑλληνισμοῦ καί χῶρος τῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἔθνους μας τό ἀποδεικνύει ἡ ἀναγραφή ἀπό τό 1830 τοῦ “Πολυχρονισμοῦ” τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννου Καποδίστρια σέ κάποιο ἀπό τά παλαιά λειτουργικά βιβλία τῆς Μονῆς. Τό γεγονός τοῦτο ἐκφράζει τό ὅραμα τῆς ἕνωσης μέ τήν Ἑλλάδα, σέ μιά ἐποχή πού το Καταφύγι Ἀγράφων καί γενικώτερα ἡ Θεσσαλία ἦταν ἀκόμα ὑποδουλωμένη στούς Τούρκους. Το ὄνειρο τοῦτο πραγματώθηκε ἀρκετές δεκαετίες ἀργότερα, τό 1881.


Τό 1834 ὁ ἀρματωλός καί παλαίμαχος ἀγωνιστής Θεόδωρος Ζιάκας τῶν Γρεβενῶν, κατά τό πέρασμά του ἀπό Λαμία πρός Γρεβενά, φιλοξενήθηκε ἀπό τούς Μοναχούς τῆς Πέτρας, ὅπως ἀναφέρει ἐνθύμησι τοῦ φ. 224α τῆς πρόθεσης τῆς Μονῆς Ρεντίνης, ὅπου ἄφησε τέσσερα ὀνόματα γιὰ νὰ μνημονεύωνται, δίνοντας στην Μονή γιά τόν σκοπό αὐτό 100 γρόσια. Στίς ἀρχές τοῦ Μαρτίου τοῦ 1854, μετά ἀπό μία σημαντική μάχη πού ἔδωσε μέ τούς Τούρκους στά στενά τῆς Ρεντίνης, πού κατεῖχαν τό χωριό Λουτρό Σμοκόβου, ἀναγκάστηκε νά ὑποχωρήσῃ και νά βρῇ καταφύγιο, μαζύ μέ τούς 60 ἄντρες του, στήν Πέτρα, ὅπου παρέμεινε μερικές ’μέρες. Ἐκεῖ ὀργανώθηκε καί ὑπερασπίσθηκε τό γειτονικό χωριό Ἅγιος Γεώργιος ἀπό βιαιοπραγίες τῶν Τούρκων.

Στήν Ἠπειροθεσσαλική ἐπανάστασι τοῦ 1866-1869, καθώς τά μοναστήρια χρησιμοποιοῦνται ὡς κέντρα τῶν ἐξεγερμένων, ἡ Μονή Πέτρας ἔπαιξε σημαντικό ρόλο.



Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1878 ὁ Ἐπίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, μετά τήν ἀποτυχημένη προσπάθειά του νά ξεσηκώσῃ τήν Δυτική Μακεδονία, ἔλαβε τήν ἀναπόφευκτη ἀπόφασι, μέ τό σῶμα πού τοῦ ἀπέμεινε, νά ἀποσυρθῇ στήν Θεσσαλία, για νά ἐνισχύσῃ τόν ἐκεῖ ἀγώνα. Ἡ Μονή Πέτρας προσέφερε στούς Ἐπαναστάτες τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου φιλοξενία. Συναισθηματικά δέ τους συνέδεε μέ τήν Μονή Πέτρας τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ὅπου ἄλλα Μακεδονικά σώματα ἔδωσαν σημαντικές μάχες.

Τό 1907 ἡ Μονή Ρεντίνης συγχωνεύεται στήν Μονή Πέτρας, ἐνῶ τό 1909 ἡ Μονή Πέτρας συγχωνεύεται στήν Μονή Κορώνης, ἀπό τήν ὁποία ἀποσπᾶται τό 1925. Τό 1927 καταστρέφεται ἀπό πυρκαγιά μέρος τῆς Ἀνατολικῆς πτέρυγας τῶν κελλιῶν καί ὁλοκληρωτικά τό Κωδωνοστάσιο. Τήν περίοδο 1940-1945 τό Μοναστήρι γίνεται κέντρο ἐπιχειρήσεων τῶν ἀντάρτικων ὁμάδων Γαβρᾶ, Λογοθέτη καί Λαμπέτη. Κατά τίς δύσκολες περιόδους αὐτές, ὡς καί ἐκεῖνες πού ἀκολούθησαν, ἐσημειώθησαν πολλές κλοπές ἱερῶν κειμηλίων και ὅσα διεσῴθησαν εὑρίσκονται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος, στήν Μονή Κορώνης, μεταξύ ἄλλων ἡ Κτητορική Σφραγῖδα τῆς Πέτρας ἔτους 1593, μετά τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, και στό Βυζαντινό Μουσεῖο Ἀθηνῶν. Τό 1967 ἡ Ἱερά Μονή Πέτρας χαρακτηρίζεται Ἱστορικό διατηρητέο Μνημεῖο. Τό 1981 ἐκοιμήθη ὁ τελευταῖος Μοναχός τῆς Μονῆς Λεόντιος, πού ἀπό τό 1953 διηκόνησε στήν Μονή, εὑρίσκοντας τραγικό θάνατο ἀπό πυρκαγιά πού ξέσπασε μέσα στό κελλί του.

Τό 1982 ὁ Π. Μ. Μυλωνᾶς ἀποτύπωσε την Ἀρχιτεκτονική καί Ἱστορική Ἀξία τοῦ Μνημείου στόν συλλογικό τόμο τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου «Ἐκκλησίες στήν Ἑλλάδα μετά την Ἅλωσι». Τό 1993 πραγματοποιήθηκε τό Ἱστορικό Συνέδριο τῶν 400 χρόνων τῆς Μονῆς μέ την συμμετοχή πολλῶν Καθηγητῶν Πανεπιστημίου.


Κατά τό χρονικό διάστημα 1996-2000 το Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Καταφυγίου, μέ βάσι τεχνικές ἐκθέσεις, σχέδια καί ἐγκρίσεις τοῦ Κων/νου Φλώρου τῆς ΔΑΒΜΜ τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ καί μέ την συνεργασία τῆς ὡς ἀνω Διεύθυνσης καί τῆς ὑπό τόν κ. Λάζαρον Δεριζιώτη 7ης Ε.Β.Α. Λάρισας, ἐκτελεῖ καί ἀποπερατώνει τά ἔργα στερέωσης τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.


Ἀνασυνίσταται καί ἐπανυψοῦται ἡ Ἱερά Μονή Πέτρας, διά τοῦ ὑπ᾿ ἀριθμ. 217/9.10.2004 Προεδρικοῦ Διατάγματος, τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε εἰς τό ΦΕΚ τ.Αʹ 198/19.10.2004, ὅπως Αὕτη ἐσαεί λειτουργεῖ ὡς Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, «αὐτοτελής, αὐτοδιοίκητος καί ἀνεξάρτητος», ἐπανδρωθεῖσα ὑπό τῆς ὑπό τοῦ, ἐκ Τζούρτζιας Τρικάλων μετεωρίτου, ἁγιορείτου και ἁγιοταφίτου Καθηγουμένου, Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου κ. Διονυσίου Καλαμπόκα καθοδηγουμένης ὑπερτεσσαρακονταμελοῦς Μοναστικῆς Ἀδελφότητος, Πνευματικοῦ Πατρός και Γέροντος ἄλλων ἐπίσης Μοναστικῶν Ἀδελφοτήτων ἐντός καί ἐκτός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καί τῆς Ἑλλάδος, τῆς πρός τοῦτο κληθείσης διά τοῦ ὑπ᾿ ἀριθμ. Πρωτ. 759/09.09.2003 Γράμματος τοῦ τότε Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Θεοκλήτου, συγκροτουμένης ὑπό Μοναχῶν προερχομένων ἐκ διαφόρων χωρῶν τῆς Εὐρώπης, τῆς Ἀσίας καί τῆς Ἀμερικῆς, μεμορφωμένων θύραθεν καί κατὰ Χριστόν, μέ την παρακαταθήκη, ἐπί πλέον, νά ἀναστήσουν τήν Ἱερά Μονή στήν παλαιά της δόξα καί μεγαλοπρέπεια, κτιριακά, ἔχοντας οἱ Πατέρες οἱ ἴδιοι ἀνασκάψει τά θεμέλιά Της μέ τά χέρια τους καί ἀποκαλύψει μέχρι λεπτομερειῶν ὅλες τίς ὑποδομές τῶν παλαιῶν πτερύγων τῆς Μονῆς, πού χρονολογοῦνται ἀπό το 1557 καί τό 1800, ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔχουν γίνει ὅλα τά σχέδια καί οἱ μελέτες ἀναστηλώσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τά ὁποῖα ἐγκρίθηκαν ἀπό το ΚΑΣ τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ, ἀναμένεται δέ ἡ ἔνταξίς τους σέ χρηματοδοτικό πρόγραμμα, γιά να ἀρχίσῃ ἡ ἀνοικοδόμησίς Της ἐντός τῶν ἐτῶν 2014-2015, πρωτίστως ὅμως πνευματικά, προσφέροντας κάθε στιγμή, μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τίς νυχθήμερες ἀκολουθίες, τήν ἐργασία, την φιλοξενία καί τήν ἐξομολόγησι, πνευματική τροφή καί ἀναψυχή σέ κάθε προσκυνητή τῆς Παναγίας τῆς Πέτρας, πού ἀποτελεῖ καταφυγή, στήριγμα καί οὐρανομήκη κλίμακα γιά ὅλους μας, στην καρδιά τῆς Ἑλλάδος κειμένης, ἀποστέλλοντας συγχρόνως κεκλημένους πατέρες καί ἀδελφούς πρός ἐνίσχυσι τῶν πρεσβυγενῶν μας, καί οὐχί μόνον, Πατριαρχείων, εἰς δόξαν Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του.

ΙΕΡΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ
(Διά τούς Προσκυνητάς)
Ἕκαστον Σάββατον, Κυριακήν καί Ἑορτήν,
07.00-10.00:
Μεσονυκτικόν, Ὄρθρος, Θεία Λειτουργία.
Καθ’ ἑκάστην, 17.00:
Θ’ Ὥρα, Ἑσπερινός, Ἀπόδειπνον.

ΠΗΓΗ : ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου