"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟ - Β΄ ΜΕΡΟΣ


Κανενός τα κηπευτικά δεν μπορούσαν ν΄ αναπτυχθούν. Έβλεπες τις ντοματιές και καμιά δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο ύψος. Σαν φυματικές κοπέλες κρέμονταν από τα στηρίγματά τους δημιουργώντας ένα θέαμα αποκαρδιωτικό. Το ίδιο και χειρότερα οι πιπεριές, οι κολοκυθιές και οι αγγουριές.

Εξαίρεση ο κήπος του π. Παϊσίου. Αυτός δεν φύτευε απ΄ όλα τα λαχανικά. Μόνον αυτά που δεν χρειαζόταν μαγείρεμα, μια που το ασκητικό του πρόγραμμα δεν μπορούσε να συμπορευθεί με κάτι τέτοιο. Έβαζε εννέα ρίζες ντομάτες και μία αγγουράκια. Οι απότιστες ντοματιές του, τη χρονιά εκείνη, ξεπερνούσαν τα δύο μέτρα. όσο τους έλειπε το νερό τόσο κέρδιζαν σε ύψος. Οι δε ντομάτες του ήτσαν σαν μικρά πεπόνια. Έκθαμβος αντίκριζα το θαύμα. Το ζων ύδωρ της θεϊκής χάριτος αντικαθιστούσε την αναγκαιότητα του νερού της φύσεως.

Με το ελάχιστο νεράκι και την πολλή μας προσδοκία στον Θεό, Τον προκαλούμε πνευματικά και μεταμορφώνει την φύση. Όσο η λογική αυτού του κόσμου και η ταχύτητα της επιγειότητος συστέλλονται μέσα μας, τόσο ζωντανότερος και αληθινότερος προκύπτει ο Θεός και στην ατμόσφαιρα της ψυχής μας και στο περιβάλλον της ζωής μας.

Αστειευόμενος μ΄ έβαζε ανάμεσα στα φυτά και μου έλεγε :
- Κρίμα, και νόμισα πως είσαι ψηλός. Εδώ σε ξεπερνούν και οι ντοματιές μου. Και που να τις πότιζα κι όλας !

Από τις ντοματιές του π. Παϊσίου παρηγορήθηκε ολόκληρη η περιοχή. όλα τα κελλιά. Δεν ξέρω τελικά αν τρεφόμασταν με ντομάτες, σίγουρα όμως γευόμασταν την ευλογία του Θεού.

Αυτός που ήθελε τα λίγα απολάμβανε τα πολλά.
[...]

Μου έλεγε συχνά ότι, όταν επισκέπτεται ο Θεός την καρδιά, ο άνθρωπος γίνεται τόσο λεπτός και απαλός στην σχέση του με την φύση, που δεν την ενοχλεί, ούτε αμύνεται απέναντί της. Δεν σπάει ένα λουλουδάκι, δεν πατάει μια τσουκνίδα, δεν σκοτώνει ένα μυρμήγκι, δεν διώχνει απότομα μια μύγα, αλλά σέβεται το σπασμένο κλαδάκι, το άκαρπο δένδρο, το ενοχλητικό ζωύφιο, το απειλητικό ζώο. Όταν συναντήσεις ένα θηρίο ή ένα φίδι, αν το αγαπάς έτσι, δεν θα σε πειράξει, σε αγαπάει κι εκείνο. Γίνεσαι φίλος της κτίσης και αυτή σου ανταποδίδει την αγάπη και την εμπιστοσύνη. Την σέβεσαι στον στεναγμό και στην αδυναμία της, την ποτίζεις με προσευχή και αυτή σου απαντά με θαυμαστούς καρπούς. Οι ντομάτες, η συγκομιδή που παίρνεις δεν είναι συνέπεια μιας φυσικής νομοτέλειας, αλλά απόδειξη της ευλογίας του Θεού. Έτσι μεταμορφώνεται το περιβάλλον σε ναό και οι νόμοι αντικαθίστανται από το θαύμα και την θεϊκή παρέμβαση. Αυτή είναι η ασκητική οικολογία.

Θυμάμαι, τότε, δεν είχα ανάγκη να τον βλέπω ούτε ακόμη και να τον ακούω. Μου αρκούσε η αίσθηση ότι βρέθηκα δίπλα σ΄ έναν υπερβατικό άνθρωπο, γνώρισα έναν ασκητή, αντάμωσα έναν άγιο.

Μπαίνουμε στο αρχονταρίκι του, στο καθιστικό του, δύο επί δυόμισι περίπου μέτρα. Όχι μεγαλύτερο. Μια φυσική προεξοχή στη ρίζα του τοίχου, με μια καφέ στρατιωτική κουβέρτα επάνω της, παίζει τον ρόλο του καναπέ. Το κέρασμά του νερό και λουκούμι. Περιμένουμε κάτι να μας πει. Αυτός τίποτε, ήρεμος σκυμμένος, πλέκει ένα κομποσχοίνι χωρίς να βγάλει λέξη για αρκετή ώρα. Κάποιος σπάει τη σιωπή. Δεν θυμάμαι τί ακριβώς ρώτησε. Θυμάμαι μόνο το πως ο γέροντας με την τρεμουλιαστή φωνή του περιέγραφε την αγάπη του Θεού πρώτα και πως η αίσθησή της, γεννά και την δική μας αγάπη σ΄ Αυτόν. Όλα τα παρουσίαζε τόσο γλυκά. Μιλούσε για τα γλυκίσματα του Θεού, την λιακάδα της παρουσίας Του, την λεβεντιά των μαρτύρων και το δικό μας φιλότιμο.

Μέσα σ΄ αυτήν την ατμόσφαιρα, με ανάλογο τόνο, ρυθμό και λεξιλόγιο, περιέγραφε το μεγαλείο της προσευχής ως αίσθησης της παρουσίας του Θεού και κίνησης της δικής μας αγάπης προς Αυτόν. Εγώ μόνο άκουγα. Ρουφούσα με μάτια, αυτιά και σκέψη ότι μπορούσα, κυρίως πέρα από όσα έλεγε ή έδειχνε. Το ύφος του εννοούσε, ασφαλώς, περισσότερα από τον λόγο του. Αυτό έλεγε όσα αυτός έκρυβε. Οι ερωτήσεις γίνονταν έτσι για τις ερωτήσεις. Διψούσα για το πέραν του συμβατικού, του ηθικά σωστού, του μέτριου. Είχα βαρεθεί τους τσελεμεντέδες της πνευματικής ζωής. Εδώ ήταν εμφανές το αυθεντικό και μερακλίδικο. Έφτιαχνε δικά του φαγητά που έγλυφες τα δάχτυλά σου. Δεν άκουγε μόνο τα "άρρητα ρήματα" της ησυχίας, αλλά μέσα στην αφάνειά του ο άνθρωπος αυτός φανέρωνε.

Εδώ ακούς τα άρρητα και βλέπεις τα αθέατα. Κάθε ασκητήριο είναι σαν ένα βαθύ πηγάδι. Από κει μέσα - το εξηγούν οι Φυσικοί - μπορείς καταμεσήμερο να δεις και τ΄ άστρα. Όπως τα τοιχώματα του πηγαδιού απορροφούν τις ανακλώμενες επάνω τους ακτίνες του ήλιου, έτσι και ο τόπος της ασκήσεως απορροφά κάθε ήχο, εικόνα ή μέριμνα, δίνοντας στον ασκητή την δυνατότητα να ακούει, να βλέπει και να σκέπτεται καθαρά και απερίσπαστα.

Η αγιότητα έχει μια ευγένεια, μια λεπτότητα, μια χάρη πάνω της. Δεν είπε σοφίες ούτε θεολογίες ούτε έκανε εντυπωσιακές αποκαλύψεις. Γέμισε όμως όλων την καρδιά. Προνόησε, διακριτικά κάλυψε το χάρισμά του, ευγενικά κέρασε τους επισκέπτες του, όμορφα πρωτοτύπησε με τον τρόπο του, οικοδόμησε με τον λόγο του, ανάπαυσε με την παρουσία του. Χωρίς να προσπαθεί να πείσει για κάτι κανέναν, πείθει για τα πιο μεγάλα όλους. Δίπλα του φωτίζεσαι, χαίρεσαι, αναπαύεσαι, Αισθάνεσαι σαν τη Μαρία παρά τους πόδας του Ιησού. Σαν τους Αποστόλους στο όρος της θείας Μεταμορφώσεως - δεν θέλεις να ξεκολλήσεις με τίποτα.

ΠΗΓΗ : ΑΝΕΣΤΗ ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, Η ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΨΑΛΜΩΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ 2015, σελ. 16 κ.ε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου