"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΤΗ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Η λέξη σημαίνει οίκος άρτου. Ονομάζονταν και οίκος του Εφραθά ή πόλη του Δαβίδ. Πρώτη φορά την απαντούμε στη Βίβλο στη Γένεση όταν ο Ιακώβ πηγαίνοντας από τη Βαιθήλ στη Χεβρώνα, έθαψε τη γυναίκα του Ραχήλ (η οποία μόλις είχε γεννήσει τον υιό του Βενιαμίν) στην οδό του Ιπποδρομίου Εφραθά δηλ. τη Βηθλεέμ (Γένεση 35, 19). Την εποχή των Κριτών, από τη Βηθλεέμ αναχώρησε προς τη Μωάβ ο Ελιμέλεχ μαζί με τη γυναίκα του Νωεμίν, διότι εκεί είχε συμβεί μέγας λιμός (Ρουθ, 1, 1). ΄Ενας υιός του Ελιμέλεχ ο Μααλών πήρε ως γυναίκα του τη Μωαβίτισα Ρούθ και όταν πέθαναν τα παιδιά της Νωεμίν, πήρε αυτή τη νύφη της Ρουθ και επέστρεψαν στη Βηθλεέμ (Ρουθ 1, 19), όπου η Ρουθ παντρεύτηκε το Βοόζ (Ρουθ 4, 10), από τον οποίον γέννησε τον Ωβήδ (Ρουθ 4, 17), ο οποίος ήταν πατέρας του Ιεσσαί δηλ. παππούς του Δαβίδ (Ρουθ 4, 22). Ο Κριτής Σαμουήλ κατ΄ εντολή του Θεού μετέβη στη Βηθλεέμ και διάλεξε – έχρισε εκ των υιών του Ιεσσαί το Δαβίδ, ως βασιλέα του Ισραήλ (Βασιλειών Α΄ 16, 13). Τότε πνεύμα πονηρό – κατά παραχώρηση του Θεού - κυρίευσε το Βασιλιά των Ισραηλιτών Σαούλ και ζήτησε έναν άνδρα να ψάλλει με κιθάρα για να καταπραύνει το πονηρό πνεύμα. Στάλθηκε ο Δαβίδ στην αυλή του και έγινε αμέσως αγαπητός από το Σαούλ (Βασιλειών Α΄ 16, 21). Αργότερα, ο καταγόμενος από τη Βηθλεέμ Δαβίδ, κατανικά το γίγαντα Γολιάθ (Βασιλειών Α΄ 17, 12 και εξής). Λίγο αργότερα ο Δαβίδ ανακηρύσσεται βασιλιάς (Βασιλειών Β΄ 2, 7). Από τη Βηθλεέμ κατάγονταν οι τρεις στρατηγοί του Δαβίδ, ο Ιωάβ, ο Αβεσσά και ο Ασαήλ (υιοί της Σαρουίας αδελφής του Δαβίδ) (Βασιλειών Β΄ 2, 18). Ο Ροβοάμ, υιός και διάδοχος του Δαβίδ, οχύρωσε τη Βηθλεέμ, εγκατέστησε άρχοντες και την εφοδίασε με τρόφιμα (Παραλειπομένων Β΄ 11, 6 και 12). Μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία (586 – 538 π.Χ.), επέστρεψαν στη Βηθλεέμ μόλις 123 Ισραηλίτες (Έσδρας Β΄ 2, 21). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου