"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ


“Μίαν φοράν βαδίζων την νύκτα, ήσαν δε και πανσέληνος, επήγαινα εις τον Γέροντα να ειπώ τους λογισμούς και να κοινωνήσω. Αφού έφθασα εστάθην ολίγον μακράν απεπάνω εις ένα βραχάκι, δια να μην τους ανησυχήσω την νοεράν αγρυπνίαν τους. Καθήμενος και ευχόμενος νοερώς ήκουσα μίαν γλυκείαν φωνήν, όπου εκελαϊδούσε ένα πουλί. Θα ήταν ώρα τέσσαρες της νυκτός. Και ηρπάγη ο νους μου εις την φωνήν. Και ηκολούθουν οπίσω να ιδώ που είναι αυτό το καλλικέλαδον πουλί. Και προσεκτικά παρετήρουν εδώ και εκεί. Όπου ερευνώντας εισήλθον εις ένα ωραίον λιβάδι. Και προχωρών, ήταν χιονόλευκος δρόμος με αδαμάντινα και κρυστάλλινα τείχη. Μέσον δε από τα τείχη ήταν άνθη χρυσόχρωμα και πολυποίκιλα, όπου ο νους μου αλησμόνησε το πουλί και όλος ηχμαλωτίσθη εις την θεωρίαν του παραδείσου εκείνου. Και προχωρών, ήταν ένα παλάτι υψηλόν και θαυμάσιον, εκπλήττον νουν και διάνοιαν. Και εις την θύραν ίστατο η Παναγία μας βαστάζουσα ως βρέφος τον γλυκύτατον Ιησούν εις την αγκάλην της. Όλη ωσάν χιών κατάλευκος και απαστράπτουσα. Και προσεγγίσας εγώ ησπασάμην αυτήν ως εν απείρω αγάπη. Και ως βρέφος με ενηγκαλίσθη και κάτι με είπεν. Δεν αλησμονώ την αγάπην, όπου με έδειξεν ως γνήσια Μητέρα. Τότε χωρίς φόβον και συστολήν ήλθον πλησίον της, καθώς πλησιάζω εις την εικόνα της. Και ό,τι κάμνει ένα μικρόν και αθώον παιδάκι, όταν ιδή την γλυκείαν του μαννούλα, τούτο έκαμνα και εγώ. Πως δε έφυγα από κοντά της μήτε τώρα δεν γνωρίζω, καθότι ο νους μου είχεν όλος καταποθή άνωθεν. Και από εκεί αναχωρήσας από άλλην οδόν ήλθον πάλιν εις το λιβάδι, όπου ήταν μια κατοικία ωραία. Και μου έδωκαν κάποιαν ευλογίαν και μου είπαν ότι εδώ είναι ο κόλπος του Αβραάμ. Και είναι συνήθεια, όποιος διέλθη απ΄ εδώ, να τον δίδωμεν ευλογίαν. Και έτσι παρήλθον και από εκεί και ήλθον εις τον εαυτόν μου. Και ήμουν πάλι εις το βραχάκι ακουμπισμένος...... Άλλην φοράν πάλιν αγρυπνώντας μόνος εις το πολύ μικρόν καλυβάκι μου.....ήλθον πάλιν εις θεωρίαν. Εγέμισεν ως το κελλί μου, καθώς όταν είναι ημέρα. Και εις το μέσον εφάνησαν τρία παιδάκια έως δώδεκα ετών το καθένα. Ένα ανάστημα. Μία μορφή. Μία ενδυμασία. Ένα πρόσωπον, εις την ευμορφίαν. Και εγώ θαυμάζων εις την θεωρίαν τους ήμουν όλος εκστατικός. Αυτά δε ακουμβώντας το ένα εις το έτερον με ηυλόγουν και τα τρία ομού, όπως ευλογεί ο ιερεύς και μελοδικώς έψαλλον : “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούϊα”. Και εβάδιζον επάνω μου και πάλιν οπίσω – οπίσω επήγαιναν χωρίς να κάμουν μεταβολήν και πάλιν εβάδιζον κατ΄ επάνω μου ψάλλοντες....... Και εγώ έμεινα έκθαμβος και παρήρχοντο πολλές ημέρες, διά να δυαλυθή η χαρά και να εξαλειφθούν από την μνήμην μου. Αλλά μήτε εξαλείφονται ποτέ τα τοιαύτα. Κάποτε..... μέσα εις την οδύνην και τον πολύν πόνον όπου είχον ήλθα εις θεωρίαν. Καθώς εβάδιζα ευρέθην εις ένα κάμπον. Οσάν χιόνι λευκόν ήταν όλο το έδαφος. Και απορούσα και έλεγα : Πώς ευρέθην εις τόσον ωραίον τόπον ; Και εζητούσα μέρος να φύγω, μην τύχη κανείς και με μαλώση, διότι χωρίς άδειαν εισήλθον εκεί. Και κυττούσα με περιέργειαν δεξιά και αριστερά, δια να εύρω διέξοδον και εξέλθω. Είδα τότε μίαν θύραν υπόγειον και εισήλθον εις αυτήν. Και εισήλθον εις αυτήν. Εκεί ήταν ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ήσαν εκεί νέοι ωραίοι στολισμένοι στολήν θαυμάσιαν. Είχον σταυρόν ερυθρόν εις το στήθος και εμπρός εις το μέτωπον. Ηγέρθη τότε από τον θρόνον ο ένας, όπου ήταν ωσάν στρατηγός, και εφόρει λαμπροτέραν στολήν και μου λέγει : “Έλα, διότι εσένα αναμένομεν”. Και με προέτρεψα να καθήσω.......Και ήλθεν εμπρός εις το τέμπλον, εις την εικόναν της Παναγίας και λέγει : “Κυρία και Δέσποινα του παντός, Βασίλισσα των Αγγέλων, Άχραντε Θεοτόκε Παρθένε ! Δείξον την χάριν σου εις τον δούλον σου τούτον, όπου τόσον πάσχει διά την ιδικήν σου αγάπην, διά να μην καταποθή υπό της θλίψεως”. Και αίφνης εξήλθε τόση λαμπρότης από την θείαν εικόνα της και εφάνη τόσον ωραία η Παναγία, ολόσωμος, όπου από την τόσην ωραιότητα – μυριάδας του ηλίου λαμπροτέρα – έπεσα κάτω εις τους πόδας της μη δυνάμενος να την ατενίσω και κλαίων εφώναζα : “Συγχώρησόν με Μαννούλα μου, όπου εν αγνοία μου σε λυπώ” ! Και ούτως κλαίων εν αληθεία ήλθον εις τον εαυτόν μου. Και ήμουν βρεγμένος από τα δάκρυα και πλήρης χαράς”.


Πηγή : ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ, “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ” 2005, σ. 191 κ.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου