"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ




Κάποτε —δ κα πολλ χρόνια— πο μοτυχε ν κάνω νάσταση σ κάποιο ρειν χωρι τς Ρούμελης, νας γέρος χωριάτης, ψώνοντας τ λαμπριάτικη λαμπάδα του, σ χαιρετισμό, πρς τ' ναστάσιμα στρα, μο επε σ ν μιλοσε μ τν αυτό του :

μέρεψαν πόψε, παιδί μου, τ Οράνια.

Στ
δυ ατ λόγια θος χωριάτης εχε κλείσει, πιγραμματικά, τ βαθύτερο νόημα το χριστιανικο θαύματος. «μέρεψαν τ Οράνια». ορανός, χωρς τ μεγάλο χριστιανικ θαμα, θ ξακολουθοσε ν εναι γι τν περίφοβη ψυχ το πλοϊκο νθρώπου —γι κάθε νθρώπινη ψυχ— τ κατοικητήριο νς Θεο τρομερο, δικαιοκρίτη χωρς πιείκεια κα τιμωρο χωρς λεος. Τέτοιοι στάθηκαν ο θεο λων τν θρησκειν. Κυβερνοσαν τ πλάσματά τους μ τν τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι π' τ λαό τους, δν εχαν γνωρίσει ποτ τς δυναμίες του, δν εχαν πονέσει ποτ τν πόνο του, δν εχαν βασανισθε ποτ π' τ βάσανά του, δν εχαν κλάψει ποτ τ δάκρυά του. νίκανοι ν συμπονέσουν, ν λυπηθον κα ν συχωρέσουν. Πς ν μν εναι «γρια» — πως τάβλεπε τ μάτι το φοβισμένου νθρώπου —τ οράνια, τ κατοικημένα π τέτοιους θεος;

Κα
μέσα στν νοιξιάτικη κείνη νύχτα, πο λαμπάδα το γέρου χωριάτη εχε ψωθ σ χαιρετισμς πρς τ λαμπρά, ναστάσιμα στρα, τ οράνια εχαν μερέψει. Δν κατοικοσε πι κε πάνω ψωμένος στν τρομερ του θρόνο, νας θες ξένος γι τος νθρώπους. Κατοικοσε νας γλυκύτατος θεός, πο εχε πονέσει λους τους πόνους τν νθρώπων, πο εχε γνωρίσει λες τς δικίες τς γς, πο εχε τραβήξει λες τς καταφρόνιες, πο εχε πληρώσει λες τς χαριστίες. Τν βρισαν, τν ναγέλασαν, τν φτυσαν, τν συραν δεμένο στος δρόμους, σν τ τελευταο κακοργο, τν σταύρωσαν. πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, ντίκρυσε τ φρίκη το θανάτου. Γι μι στιγμ εδε τν αυτό του λησμονημένο κι' π' τν διο τ Θεό, πο ταν πατέρας του. «Θεέ μου, θεέ μου, να τί μ γκατέλιπες;» Δ στάθηκε πόνος, πο ν μν τν γνώρισε, καρδιοσωμός, πο ν μν τν ννοιωσε, δυστυχία, πο ν μ γεύθηκε τ φαρμάκι της. πιε λα τ φαρμάκια, πο μπορε ν πι νθρωπος σ' ατν τν κόσμο. Καί, τ νύχτα κείνη, πονεμένος κα βασανισμένος ατς νθρωπος εχε νέβη στος Ορανος κα εχε καθήσει παντοδύναμος στ θρόνο το θεο, ν κυβερνήση τν κόσμο. Πς ν μν «μερέψουν τ Οράνια»; Μι πέραντη καλωσύνη εχε πλημμυρίσει τ στερέωμα.

Γιατ
ν τρέμη πι μαρτωλός; θ συλλογιζότανε γέρος. κενος πο συχώρεσε τν πόρνη, τ ληστ κι κείνους κόμα πο τν σταύρωσαν, εναι τώρα κε πάνω, γι ν δ τ δάκρυα το μετανοιωμο του κα ν τν συχώρεση. Γιατί ν’ πελπίζεται ρρωστος; κενος πο γιάτρεψε τν τυφλ κα τν παράλυτο, εναι τώρα κε πάνω γι ν τν γιατρέψη. Γιατί ν βαρυγκομάη φτωχς κα δικημένος; κενος, πο πείνασε κα δίψασε, εναι τώρα κε πάνω κα καταλαβαίνει τ δυστυχία του. Γιατ ν λαχταράη μάννα γι τ παιδί της; κε πάνω στος Ορανος εναι μι Μαννούλα, πο δοκίμασε τν πόνο της, γι ν παρακάλεση τ παιδί της, πο κυβερνάει τν κόσμο, ν τν λεήσ. Κα γιατ ν τρέμη σπρομάλλης γέρος τν ρα το θανάτου; Εναι κα γι' ατόν, εναι γι κάθε ψυχή, μι νάσταση.

Τ
Οράνια εχαν μερέψει, λήθεια, κείνη τν νοιξιάτικη νύχτα. Κα λαμπάδα το γέρου εχε ψωθ σ χαιρετισμς κα σν εχαριστία, πρς τ ναστάσιμα στρα.

—Χριστ
ς νέστη, παππο.
Θεός, Κύριος, παιδί μου.

Πηγή : myriobiblos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου