"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΓΝΩΣΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (+) π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ)


Ένα κείμενο μας από τα παλιά αναδημοσιεύουμε σήμερα, εις μνήμη του μακαριστού φλογερού αγωνιστή και εθνεγέρτη Μητροπολίτου Φλωρίνης (+) π. Αυγουστίνου, επί τη συμπληρώσει εσχάτως δύο ετών από της εκδημίας του.


Ως εισαγωγική παρατήρηση του παρόντος σημειώματος, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη, απ΄ αυτήν που ερμηνεύει την προέλευση του ονόματος Καντιώτης. Αναδιφώντας και ερευνώντας στα μονοπάτια της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους, παρατηρήσαμε ότι η ονομασία αυτή αποδίδονταν για να προσδιορίσει την πόλη του Ηρακλείου της Κρήτης. Ειδικότερα, εν τάχει σημειώνουμε ότι η αρχαιότατη αυτή πόλη, την οποία πρότερον καλούσαν και Μάτιον, έλαβε την ονομασία Χανδάκι από τους Άραβες – όταν το 823 μ.Χ. κατέλαβαν την Κρήτη – οι δε Έλληνες συνήθιζαν να τη αποκαλούν Χάνδακα. Ακολούθως, οι Ευρωπαίοι και οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Candia, ενώ στα 1850 περίπου μετονομάσθηκε εκ νέου Ηράκλειο, μετά από πρωτοβουλία των λογίων της πόλης. Ο Χάνδακας απετέλεσε καθ΄ όλη την έως σήμερα ιστορική του διαδρομή, σημαντικότατο έρεισμα στην περιοχή, μετά δε την Δ΄ Σταυροφορία πέρασε στα χέρια των Ενετών, οι οποίοι οχύρωσαν υποδειγματικά τον Χάνδακα, καθιστώντας τον ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα φρούρια του κόσμου αφενός και αφετέρου το τελειότερο υπόδειγμα της οχυρωματικής των μετά τον Μεσαίωνα χρόνων. Ως διεφάνη λοιπόν ξεκάθαρα, η ονομασία Καντιώτης ανεπιφύλακτα ταυτίζεται με την Candia, το μετέπειτα Ηράκλειο δηλαδή της Κρήτης, και εμφανίζεται τους μεσαιωνικούς χρόνους. Στις 4 Οκτωβρίου του 1669, μετά το πέρας του Τούρκο – Βενετικού πολέμου, στα υπερήφανα τείχη του Χάνδακα υπεστάλη η σημαία του Αγίου Μάρκου και υψώθηκε η ερυθρά ημισέληνος, που σήμανε πλέον το πέρασμα της περήφανης πόλης του Χάνδακος και της Κρήτης στα χέρια της κυριαρχίας της μαύρης Οθωμανικής δεσποτείας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την αλλαγή αυτή, στον Χάνδακα παρέμειναν μόνον δύο ιερείς, τρεις γέροντες, μια γριά και τρεις εβραίοι, ενώ σημαντικό τμήμα του πληθυσμού – μη υποκύπτοντας στην Οθωμανική δουλεία – εξαναγκάστηκε σε μετανάστευση. Φαίνεται λοιπόν ότι, μετά την άλωση του Χάνδακος από τους Οθωμανούς, ένα τμήμα των κατοίκων του, περιπλανώμενο εγκαταστάθηκε στη νήσο Πάρο, όπου δύο αιώνες μετέπειτα, απαντάται το όνομα Καντιώτης, αρκετές φορές σε έγγραφα που σχετίζονται με τη Ελληνική Επανάσταση του 1821 και εντεύθεν. Στους ιερούς αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821, απαντούμε στρατιώτη Αντώνιο Καντιώτη με αριθμό μητρώου Μ.Υ. 18798. Στο 11ο τεύχος του έγκριτου περιοδικού «Παριανά», καταγράφονται ως αγωνιστές ο Αντώνιος Καντιώτης από τις Λεύκες Πάρου – γενέτειρα του σεπτού Ιεράρχου μας – ως και ο Φιλικός Κωνσταντίνος Καντιώτης. Το όνομα απαντάται μερικές φορές ακόμη σε διάφορα έγγραφα της περιόδου αυτής, καταχωρημένο όμως σε άλλες κοινότητες της Πάρου. Λίγα έτη αργότερα, κατάλογος της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Λευκών της Πάρου καταγράφει μαθητή (5 Δεκεμβρίου 1829) με το όνομα Νικόλαος Καντιώτης (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργείο Θρησκ. Φ.22). Ο ίδιος φάκελος μνημονεύει επίσης μαθητή Κωνσταντίνο Κανδιώτη, ενώ στα 1831, στις 2 Μαΐου, απαντούμε το όνομα Αθανάσιος Ιω. Καντιώτη (ΓΑΚ, Υπουργείο Θρησκ., Φ.39). Πενήντα περίπου έτη μετέπειτα, στα 1879, συναντούμε επίτροπο του ναού της Αγίας Τριάδος Λευκών τον Ανδρέα Νικ. Καντιώτη, προφανώς, προπάτορα του σεπτού Μητροπολίτου μας («Παριανά», τ.28/1998). Από την παράθεση των στοιχείων αυτών δεν έχουμε ασφαλώς την δυνατότητα να ορίσουμε επακριβώς την συγγενική σχέση του π. Αυγουστίνου με κάποιον απ΄ τους ανωτέρω αναφερομένους Παριανούς. Μπορούμε όμως με μεγαλύτερη ασφάλεια να πιθανολογήσουμε ότι – αναμφισβήτητα κάποιος εξ αυτών, ή πολλοί περισσότεροι – είχαν συγγενική σχέση με τον Μητροπολίτη μας, και ότι αναμφισβήτητα πρόκειται για τους προπάτορές του. Ο ακριβής προσδιορισμός της σχέσης αυτής χάνεται στο βάθος του χρόνου, ίσως όμως νεώτερες έρευνες φέρουν στην επιφάνεια ισχυρότερα στοιχεία και επιχειρήματα περί αυτού. Θεωρώντας δε βέβαιο, ότι οι νεώτεροι βιογράφοι του Μητροπολίτου μας θα ασχοληθούν έτι περισσότερο με τη συγκεκριμένη φάση της ιστορικής οικογενειακής του διαδρομής. Οι ανωτέρω πληροφορίες δικαιολογούν ως ένα βαθμό το υψηλό πατριωτικό φρόνημα και την ακραιφνή εθνική συνείδηση του γενναίου ποιμενάρχου μας, εξηγούν το αίσθημα ευθύνης που τον διακατέχει και εκδηλώνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους έως τις μέρες μας σημαντικούς σταθμούς της ποιμαντορίας του, ερμηνεύουν την γεραρά του δράση ως θεματοφύλακα του Ελληνισμού και των παραδόσεων του, αποκωδικοποιούν την αστείρευτη αγάπη του για το Γένος και τον τρόπο που μεταλαμπαδεύει αυτήν και εθνεγείρει τον λαό. Κλείνοντας τη μικρή αυτή περιπλάνηση στα μονοπάτια της Ιστορίας, ευχόμαστε εκ βαθέων, έτη μακρά και ειρηνικά στον Κυκλαδίτη – Κρητικό ποιμενάρχη μας. Έτη μακρά, Σεβασμιώτατε π. Αυγουστίνε. Έτη μακρά, εν υγιεία διηνεκεί και αμεταπτώτω.

Πηγή : «Σάλπιγξ Ορθοδοξίας», περιοδικό της Ι.Μ. Φλωρίνης, Δεκέμβριος 1998, αρ. τευχ. 345, σελ. 346.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου