"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ “ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ” - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

(vatopaidi.wordpress.com)
Την ώρα που τελείται το μυστήριο της Βάπτισης, λαμβάνει χώρα μια συμβολική πράξη, το κόψιμο λίγων τριχών από τη κεφαλή σε σχήμα σταυρού. Συμβολίζει ότι ο νέος χριστιανός ανήκει στο Χριστό, όπως οι δούλοι στα αρχαία χρόνια με τη κουρά τους, ανήκαν στο κύριό τους. Η πτώση των πρωτοπλάστων για την Ορθοδοξία είναι υποδούλωση του ανθρώπου στην αμαρτία, τα πάθη, το διάβολο και το θάνατο και διάσπαση της επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Ο Απολογητής Τατιανός έλεγε το 2ο αιώνα ότι με τη πτώση γίναμε δούλοι και πωληθήκαμε σαν δούλοι (Migne PG 6, 829). Με τη πτώση ανατρέπεται η ελευθερία και πάμε σε σχέσεις δουλείας. Συνακόλουθα η δουλεία του ανθρώπινου προσώπου επέφερε και τη δουλεία σύνολης της κτίσης στη φθορά (Ρωμ. 8, 20), η οποία αναμένει κι αυτή την “ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού” (Ρωμ. 8, 21). Η αποκατάσταση της κοινωνίας με το Θεό και η απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δουλεία της αμαρτίας και του θανάτου, θα συντελεστεί με το έργο του Χριστού και πραγματώνεται στη ζωή όταν τηρούμε τις εντολές του Χριστού («εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσετε», Ιωάνν. 14, 15). Το παραπάνω υπογραμμίζει ο Άγιος Μάρκος ο ερημίτης όταν λέει : «αεί εντολαί ουχί την αμαρτίαν εκκόπτουσιν, αλλά τους όρους (= τα όρια) της δοθείσης ημίν ελευθερίας φυλάττουσιν», δηλαδή οι εντολές δεν κόβουν την αμαρτία, αλλα διαφυλάττουν τα όρια της ελευθερίας μας. Η τήρηση λοιπών των εντολών του θεού δεν είναι βαρίδια, αλλά δείκτες που διαφυλάσσουν την ελευθερία του ανθρώπου από την υποδούλωση στα πάθη, την αμαρτία και το θάνατο. Κατά συνέπεια όσο περισσότερες εντολές τηρεί ο χριστιανός τόσο περισσότερο ελεύθερος είναι από τα πάθη και την αμαρτία. Το λυτρωτικό έργο του Χριστού είναι ακριβώς απελευθερωτικό, αφού μας ελευθερώνει από τα δεσμά της δουλείας της αμαρτίας και ούτως εχόντων των πραγμάτων, καθότι ήμαστε εξαγορασμένοι δούλοι, η ζωή μας του ανήκει. Γιαυτό και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, σε πολλές επιστολές του αναφέρει τον εαυτό του ως “δούλο Χριστού”, έχοντας τη συναίσθηση ότι εξαγοράστηκε από τον Χριστό, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στην Α΄  προς  Κορινθίους επιστολή 7, 22, (“απελεύθερος Κυρίου”). Απελεύθερος ήταν ο δούλος που κέρδισε την ελευθερία από το Κύριό του. Επιπλέον σημειώνει στη προς Ρωμαίους επιστολή (6, 18) ότι αφού ελευθερωθήκαμε από την αμαρτία, γίναμε δούλοι της δικαιοσύνης του Θεού. Κατά τη διδασκαλία λοιπόν του Α. Παύλου, η εκούσια υποδούλωση του ανθρώπου στο θέλημα του θεού, είναι ουσιαστικά η απελευθέρωσή του από τα πάθη, την αμαρτία και το κακό. Με άλλα λόγια η εν Χριστώ δουλεία είναι η αυθεντική ελευθερία του ανθρώπου. Ο δούλος Χριστού, ο χριστιανός, είναι αποδεσμευμένος από τα πάθη, τις αμαρτίες και τα δεσμά του κόσμου αυτού, αφού με τη τήρηση των εντολών διατηρεί την εν Χριστώ ελευθερία του. Η εν Χριστώ ελευθερία είναι μια δουλεία στο Θεό. Είναι μια κατάσταση που τη βιώνει ο άνθρωπος του Θεού μετά το Βάπτισμα με τη συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και το διαρκή πνευματικό αγώνα του για τη τήρηση των εντολών του, οι οποίες θα διαφυλάξουν την εν χριστώ ελευθερία του. Ο δούλος Χριστού είναι ο ελεύθερος άνθρωπος από τα πάθη, την αμαρτία και το κακό, αυτός που είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στο Θεό, μιας και στο Θεό οφείλει την ύπαρξή και την υπόστασή του στην αγάπη του Θεού. Η εν Χριστώ ελευθερία στη παράδοση της εκκλησίας μας είναι πρώτα μια εσωτερική κατάσταση και κατόπιν εξωτερική, αφού πρωτίστως αναφέρεται στην απελευθέρωση της καρδιάς από τα πάθη, ούτως ώστε να καταστεί ναός και κατοικητήριο του Θεού. Στη Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Χριστός χαρακτηρίζει τον αμαρτωλό άνθρωπο ως δούλο της αμαρτίας (Ιωανν. 8, 34). Αυτή η ηθική έννοια της δουλείας απαντάται ήδη στη Παλαιά Διαθήκη, είναι η ηθική εξάρτηση και δεσμός έναντι του ελευθερωτή του, αποτελεί μια ηθική  εκούσια εξάρτηση από αυτόν που του χορήγησε την ελευθερία, αποκτά τιμητική σημασία αφού καθιστά τον άνθρωπο ελεύθερη ηθική προσωπικότητα. Μια τέτοια έννοια της δουλείας είναι ανύπαρκτη στα ειδωλολατρικά έθνη. Την ίδια ηθική φόρτιση έχει ο όρος και στη Κ. Διαθήκη για παράδειγμα στο σημείο που ο Συμεών λέει το “Νυν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα....”, «Τώρα απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα, με ειρήνη, σύμφωνα με τον λόγο σου, επειδή τα μάτια μου είδαν το σωτήριό σου» (Λουκάς 2:29-30). Με τον ίδιο τρόπο και έννοια το χρησιμοποιούσαν και οι Απόστολοι : «Παύλος και Τιμόθεος δούλοι του Ιησού Χριστού...» (Φιλιππησίους 1:1), «Παύλος, δούλος του Θεού, απόστολος δε του Ιησού Χριστού...» (Τίτο 1:1), «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού...» (Β' Πέτρου 1:1), «Ιούδας, δούλος του Ιησού Χριστού, αδελφός δε του Ιακώβου...» (Ιούδα 1:1), «Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού...» (Ιακώβου 1:1) κλπ. Από την άλλη πλευρά, μου λέει κάποιος ότι ο Χριστιανισμός ουδέποτε ζήτησε τη κατάργηση ή ανέχθηκε το θεσμό της δουλείας. Αντίθετα απαντούμε πολλά χωρία της Κ. Διαθήκης όπου δίνονται συμβουλές σε χριστιανούς δούλους να υποτάσσονται εκουσίως στους κυρίους τους (Κολοσ. 3, 22, Εφεσ. 6, 5, Τίτ. 2, 9, Α΄ Πετρ. 2, 18) κοκ. Μια πρώτη παρατήρηση σε τούτες τις αιτιάσεις είναι ότι η χριστιανική διδασκαλία για τη πνευματική ελευθερία, ασφαλώς περιέχει και τη καταδίκη της δουλείας, εφόσον αυτή αποστερεί από τους δούλους θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Το γεγονός ότι οι Απόστολοι συνιστούσαν στους χριστιανούς δούλους να κάνουν υπακοή και να επιδεικνύουν σεβασμό στους κυρίους τους, αυτό γίνονταν για να μην βλασφημείτε το όνομα του Χριστού, όπως διαβάζουμε στην Α΄ προς Τιμόθεο επιστολή (6, 1). Μια δεύτερη μπορεί να υπογραμμίσει ότι η δουλεία δεν αποτελούσε εμπόδιο που θα απέτρεπε κάποιον να γίνει σωστός χριστιανός. Μη ξεχνάμε ότι ο χριστιανισμός ενδιαφέρετε κυρίως γιαυτό, σας θυμίζω τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου : “Ο ζυγός της δουλείας, ευαρέστως τω Κυρίω κατορθούμενος, βασιλείας ουρανών άξιον συνίστησι” (Migne PG 31, 984). Και συνεχίζει ο Άγιος πατέρας : “καν ο μεν δεσπότης, ο δε δούλος λέγηται, αλλ΄ ουν πάντες και κατά την προς αλλήλους ομοτιμίαν και ως κτήματα του πεποιηκότος ημάς ομοδούλους”. Επιπλέον ο Ιερός Χρυσόστομος τα ίδια τονίζει όταν λέγει : “αδελφός εστι και ο δούλος, των αυτών απέλαυσεν, εις το αυτώ σώμα τελεί, μάλλον εαυτός εγένετο ου του κυρίου του εαυτού, αλλά και του Υιού του Θεού” (Migne PG 62, 155). Κι ο ιερός Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος δίδασκε ότι ο Θεός δεν έκαμε τον άνθρωπο λογικό για να κακοποιεί το συνάνθρωπό του και ότι ο δούλος μπορούσε - ανάλογα με το χαρακτήρα και το ήθος του – να γίνει ανώτερος του κυρίου του και έτσι περισσότερο ελεύθερος από αυτόν (Migne PL 41, 643). γίνεται σαφές λοιπόν και είναι ηλίου φαεινότερο ότι, όσο ο ελεύθερος άλλο τόσο και ο δούλος είχαν τη δυνατότητα να αγιάσουν μέσα στην εκκλησία και αυτό είναι γνωστό ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όπου απαντώνται ναοί χριστιανικοί αφιερωμένοι σε πρόσωπα δούλων, οι οποίοι είχαν υποστεί μαρτυρικό θάνατο για το όνομα του Χριστού μας, όπως για παράδειγμα ο ναός του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα, κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού. Μια ακόμη επισήμανση έχει να κάμει με τη θέση ότι ακόμη κι αν επιτυγχάνονταν η κατάργηση της δουλείας, τότε θα επέρχονταν μεν η βελτίωση της κοινωνικής θέσης των πρώην δούλων, αυτό όμως δεν θα ήταν αρκετό για να αλλάξει αυτόματα και την ηθική – πνευματική τους κατάσταση, αφού αυτό απαιτούσε μια ριζική εσωτερική αναγέννηση  όλου του ανθρώπου, που μόνον οι Χριστός είχε τη δύναμη να κάμει. Γι’ αυτό πάλι ο Παύλος θα πει: «Επειδή, όποιος κλήθηκε δούλος στον Κύριο, είναι απελεύθερος του Κυρίου, παρόμοια και όποιος κλήθηκε ελεύθερος, είναι δούλος του Χριστού. Αγοραστήκατε με τιμή, μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων. Κάθε ένας, αδελφοί, σε ό,τι κλήθηκε, ας μένει σ’ αυτό μπροστά στον Θεό» (Α' Κορινθίους 7, 22-24). Αναμφίβολα δεν πρέπει να λανθάνει τη προσοχή μας και το γεγονός ότι υπάρχουν χωρία της Κ. Διαθήκης, όπου η δουλεία καυτηριάζεται ως μη αποδεκτή κατάσταση. Σε ένα τέτοιο χωρίο στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή (7, 21-23), ο απόστολος Παύλος διακηρρύτει : “τιμής ηγοράσθητε, μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων”. Ενώ στη προς Φιλήμονα επιστολή, απευθυνόμενος σε αυτόν ζητά να δώσει την ελευθερία στον δούλο του Ονήσιμο και να τον έχει πλέον ως αδελφό, μη παραγνωρίζοντας το χρέος του τελευταίου (Φιλήμ. 14, 16, 21). Έτσι πρακτικά μέσα στον αγιοπνευματικό χώρο της Εκκλησίας, γίνεται η άρση των κοινωνικών ανισοτήτων και όλοι ως πραγματικοί υιοί του Θεού, γίνονται αδελφοί. Παύει να ισχύει η διάκριση κυρίου και δούλου, αφού όλοι μας είμαστε δούλοι Χριστού. Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε το παράδειγμα του Χριστού μας ο οποίος «εν μορφή Θεού υπάρχων… εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών…εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2, 6-8). Αν ο Χριστός απεκδύθηκε τη Θεότητά του και από Θεός έγινε δούλος και ταπείνωσε αφάνταστα τον εαυτό του και έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου ατιμωτικού, πόσο μάλλον οι χριστιανοί θα έπρεπε να υπέμεναν την ιδιότητα του δούλου. Και οι Άγιοί μας, ακολουθούν το παράδειγμα του Χριστού, αφού ο Χριστιανισμός είναι μίμιση του Χριστού και των Αγίων. Τι λέει ο Απόστολος των Εθνών, ο Παύλος στους Κορινθίους : «ου γαρ εαυτούς κηρύσσομεν, αλλά Χριστόν Ιησούν Κύριον, εαυτούς δε δούλους υμών δια Ιησού (Β΄ Κορ. 4,5). Αυτή είναι στάση των Αγίων. Ο μέγας πατήρ της Εκκλησίας μας ο ιερός Χρυσόστομος είχε εντοπίσει ήδη από το δ΄αιώνα τα αίτια της δουλείας, λέγοντας : «Από πού προήλθε η δουλεία;» και απαντά ο ίδιος· «από την πλεονεξία, την βαναυσότητα, την απληστία. Οι παλαιοί Νώε, Σήθ, Άβελ, Αδάμ δεν είχαν δούλους». Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στρεφόμενος εναντίον της δουλείας, αναφέρει ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ελεύθερος και αυτεξούσιος, ο μόνος περιορισμός του ήταν η εντολή που έλαβε απ' το Θεό. Η παράβαση της θείας εντολής  είναι η αιτία της πραγματικής δουλείας.Ένας ακόμη μεγάλο πατέρας τη Εκκλησίας μας, ο Κλήμης Αλεξανδρεύς σημειώνει ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ ελευθέρων και δούλων, διότι είναι άνθρωποι και έχουν και οι δυο κοινό πατέρα το Θεό. Έτσι, προτρέπει τους κυρίους να φέρονται σ' αυτούς όπως στον εαυτό τους και να χρησιμοποιούν την επιτίμηση αντί της τιμωρίας. Καταδείχθηκε η ηθική φόρτιση του όρου δούλος στο χώρο της Εκκλησίας.  Μόνο μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, ακυρώνεται η υποτίμηση του ανθρώπινου προσώπου, η ισότητα των προσώπων είναι μια αληθινή πραγματικότητα, αφού όλοι είναι αδελφοί και μετέχουν του κοινού ποτηρίου. Μόνο μέσα στον αγιοπνευματικό χώρο της Εκκλησίας οι δούλοι του Χριστού απολαμβάνουν τη πραγματική ελευθερία, γίνονται φίλοι του Θεού και εισάγονται στη Βασιλεία του όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός : “υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν, ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί ο κύριος, υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν”, (Ιωάν. 15, 14 – 15).

Πηγή : Hellas News, 1/9/2012, αρ. φυλ. 988, σελ. 32.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου