"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


“Τὴν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν, καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου, ὕμνοις τιμήσωμεν”.

“Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή, πρὸς σὲ καταφεύγω τὴν Κεχαριτωμένην, ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, σὺ μοὶ βοήθησον”.

“Δέσποινα καὶ μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις, ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσης πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα. Ὧ Δέσποινα, τοῦκόσμου γενοῦ μεσίτρια”.

“Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν, ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου, Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν”.

Οι Παρακλητικοί Κανόνες – Μικρός και Μεγάλος - είναι ικετευτικές ιερές ακολουθίες προς την Μητέρα μας Υπεραγία Θεοτόκο, οι οποίες ψάλλονται για την ίαση ψυχών και σωμάτων, για κάθε θλίψη, στους ναούς ή στις οικίες, ενώ παράλληλα μνημονεύονται και ονόματα. Συγγραφέας του μικρού Παρακλητικού Κανόνα είναι ο υμνογράφος Θεοφάνης (αγνώστου εποχής), του δε Μεγάλου ο Αυτοκράτορας της Νικαίας Θεόδωρος ο Β΄ (13ος αιών). Οι κανόνες - Μικρός και Μεγάλος (Μέγας Παρακλητικός κανόνας ψάλλεται μόνο τη περίοδο του δεκαπενταύγουστου) - ψάλλονται εναλλάξ – το απόγευμα - τη περίοδο της νηστείας του δεκαπενταύγουστου στους ιερούς ναούς, πλην των εσπερινών των εορτών της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το περιεχόμενο των τροπαρίων αναφέρεται σε πειρασμούς, ασθένειες, ψυχασθένειες, δαιμονισμούς κλπ., ενώ ο ευλαβής πιστός αναγνωρίζει και ομολογεί ότι : “Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή, πρὸς σὲ καταφεύγω τὴν Κεχαριτωμένην, ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, σὺ μοὶ βοήθησον”. Μεταξύ τους διαφέρουν ως προς τον κανόνα και το Ευαγγέλιο. 
 

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗΣ ΕΙΔΑ ΝΑ ΣΧΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΦΩΤΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΤΙΜΙΑ ΔΩΡΑ


Ένας μοναχός πάλευε με λογισμούς αμφιβολίας, για το αν τα τίμια Δώρα είναι πραγματικά Σώμα και Αίμα Χριστού ή απλά σύμβολα και τύποι. Οι άλλοι μοναχοί, όταν ενημερώθηκαν σχετικά, τον κάλεσαν σε μία θεία λειτουργία, στη διάρκεια της οποίας προσεύχονταν όλοι θερμά νά του δείξει ο Θεός με θαύμα την αλήθεια, για νά διώξει τούς λογισμούς της απιστίας. Μετά την απόλυση, ο αδελφός Αυτός διηγήθηκε στους άλλους τα έξης: «Όταν ο διάκονος ανέβηκε στον άμβωνα για νά διαβάσει το Ευαγγέλιο, είδα ν' ανοίγει ή στέγη της εκκλησίας. Μετά την ευχή της προσκομιδής, είδα να σχίζονται οι ουρανοί και νά κατεβαίνει φωτιά πάνω στα τίμια Δώρα. 'Ύστερα παρουσιάστηκε πλήθος αγγέλων κι ανάμεσά τους ένα Παιδί. Μαζί τους κατέβηκαν άλλα δύο πρόσωπα με ομορφιά απερίγραπτη. Κατόπι ν οι άγγελοι στάθηκαν κυκλικά γύρω από την αγία τράπεζα, ενώ το Βρέφος ενθρονίστηκε πάνω α' αυτήν. Όταν πλησίασαν οι ιερείς για νά τεμαχίσουν τον άρτο της προθέσεως, είδα εκείνα τα δύο πρόσωπα νά πιάνουν το Παιδί από τα χέρια και τα πόδια, και μ' ένα μαχαίρι νά το σφάζουν, χύνοντας το αίμα Του ατό άγιο Ποτήριο.
Στη συνέχεια έκοψαν το Σώμα του σε μικρές μερίδες, πού τις τοποθέτησαν πάνω στά τεμάχια των άρτων.
Αμέσως τότε οι άρτοι μεταβλήθηκαν κι αυτοί σε σάρκα. "Στο «Μετά φόβου...», στους αδελφούς πού πλησίαζαν, προσφέρονταν κομμάτια από σάρκα. Μόλις όμως έλεγαν «αμήν», γινόταν άρτος στα χέρια τους. Όταν πλησίασα κι εγώ, μου δόθηκε σάρκα και δεν μπορούσα νά μεταλάβω. Τότε ένιωσα μία φωνή νά ψιθυρίζει στ' αυτί μου: Άνθρωπε, γιατί δεν μεταλαμβάνεις; δεν σου προσφέρεται αυτό ακριβώς πού ζήτησες; Λυπήσου με, Κύριε. δεν μπορώ νά μεταλάβω σάρκα. Μάθε λοιπόν πώς, αν μπορούσε ο άνθρωπος νά μεταλά6ει καθαρή σάρκα, τότε μέσα στο άγιο ποτήριο θα υπήρχε σάρκα, όπως την είδες εσύ.
Επειδή όμως δεν μπορεί νά μεταλάβει κάτι τέτοιο, όρισε ο Θεός τούς άρτους της προθέσεως. Αν λοιπόν πίστεψες ότι ο αγιασμένος αυτός" Άρτος είναι το ίδιο το Σώμα του Χριστού, μετάλαβε αυτό πού έχεις στο χέρι σου! Πιστεύω, Κύριε, απάντησα τότε συντριμμένος. Αμέσως ή σάρκα πού κρατούσα έγινε πάλι Άρτος. Ευχαρίστησα το Θεό και κοινώνησα.
Αφού τελείωσε ή ιερή μυσταγωγία, είδα ν' ανοίγει πάλι ή στέγη του ναού και ν` ανεβαίνουν οι Αγγελικές δυνάμεις στον ουρανό.

ΠΗΓΗ : ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ.
 

ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΤΣΙ ΟΙΚΟΝΟΜΗΣΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ



Κάποιος γέροντας, καθαρός και άγιος, κάθε φορά πού λειτουργούσε, έβλεπε αγγέλους δεξιά κι αριστερά του. Αυτός είχε παραλάβει την τάξη της λειτουργίας από τούς αιρετικούς, κι επειδή ήταν άπειρος στα θεία δόγματα, έλεγε τις ευχές της αναφοράς με απλότητα και ακακία, χωρίς νά ξέρει ότι τις λέει εσφαλμένα. Κάποτε όμως, από οικονομία Θεού, τον επισκέφθηκε ένας αδελφός πού γνώριζε καλά τα θεία δόγματα. Ο αδελφός ήταν διάκονος, κι έτυχε νά παρευρεθεί την ώρα πού ο γέροντας λειτουργούσε. Διαπίστωσε λοιπόν το λάθος και του είπε:Αυτά πού λες, πάτερ, στη λειτουργία δεν είναι της ορθοδόξου πίστεως. Ο γέροντας όμως, επειδή έβλεπε την ώρα εκείνη αγγέλους, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια του. Μα ο διάκονος επέμενε νά ελέγχει την κακοδοξία: Σφάλλεις, καλόγερε.. Η Εκκλησία δεν τα παραδέχεται αυτά. Τότε ο γέροντας, βλέποντας την επιμονή του διακόνου, ρώτησε σε κάποια λειτουργία τούς αγγέλους πού τον παράστεκαν: Τι είναι αυτά πού μου λέει ο διάκονος; Καλά σου λέει, απάντησαν εκείνοι, νά τα παραδεχθείς. και γιατί τόσον καιρό δεν μου το λέγατε εσείς; - Γιατί ο Θεός έτσι οικονόμησε: ο άνθρωπος να διορθώνεται από ανθρώπους. Από τότε ο γέροντας διορθώθηκε, ευχαριστώντας το Θεό και το διάκονο.



Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

ΜΟΛΙΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΕΙ ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΟΜΩΣ ;


“Κάποτε, στην Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου ήταν ένας Γέροντας με δύο υποτακτικούς. Ο ένας ήταν Ιερομόναχος και ο άλλος Ιεροδιάκονος. Μιά μέρα, λοιπόν, πήγαν οι υποτακτικοί του σ΄ ένα εξωκκλήσι, για να λειτουργήσουν. Ο Ιερεύς όμως φθονούσε πού τον Διάκο, γιατί τον ζήλευε, επειδή ο Διάκος ήταν πιο έξυπνος και επιτήδειος, φυσικά σε όλα. Αλλά και ο Διάκος δεν βοηθούσε με τον εγωϊστικό του τρόπο. Ο Ιερεύς είχε προετοιμασθεί μεν εξωτερικά, διαβάζοντας την Θεία Μετάληψη και κάνοντας όλα τα σχετικά τυπικά, δυστυχώς όμως, το κυριότερο, την εσωτερική προετοιμασία, δεν το δεν το έκανε : το να εξομολογηθεί ταπεινά, για να διώξει το φθόνο και την ζήλεια απ΄ την καρδιά του, τα οποία δεν φεύγουν με το να αλλάξουμε τα ρούχα μας και να λούσουμε το κεφάλι. ΄Ετσι, λοιπόν, με την εξωτερική αυτή προετοιμασία προσχώρησε στο φοβερό θυσιαστήριο, για να λειτουργήσει. Μόλις άρχισε να προσκομίζει, τί συνέβη όμως ; Ακούστηκε ξαφνικά ένας μεγάλος κρότος, και είδε να φεύγει το Άγιο Δισκάριο από την Προσκομιδή και να εξαφανίζεται ! Επόμενο ήταν να μην μπορέσουν πια να λειτουργήσουν. Εάν δεν τους εμπόδιζε ο καλός Θεός με αυτόν τον τρόπο, και λειτουργούσε ο Ιερεύς με την ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, μου λέει ο λογισμός μου ότι θα πάθαινε μεγάλο κακό. Αυτή την γνώμη είχε και ο Παπα – Βαρλαάμ της Βίγλας, ο οποίος και μου διηγήθηκε το περιστατικό αυτό”.

ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ, ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΣΟΥΡΩΤΗ 1995, σελ. 98.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ


Ο Γέροντας (μακαριστός Γέρων Παΐσιος) μας εξομολογήθηκε μια μέρα : “Όταν ήμουν νέος μοναχός στην Ιερά Μονή.................., σε κάποια αγρυπνία, ενώ διακονούσα ως εκκλησιαστικός εκείνη τη νύχτα, κατά την στιγμή που ο τότε ιερέας της μονής τελούσε την θεία προσκομιδή, είδα οφθαλμοφανώς πάνω στο άγιο δισκάριο ένα πάρα πολύ μικρό αρνάκι. Κατά την στιγμή που ο ιερέας έλεγε την ευχή της προσκομιδής και βύθιζε ταυτόχρονα την αγία λόγχη, αυτό σφάδαζε και σπαρταρούσε από τον πόνο. Μολονότι με κάποιο άλλο γεγονός είχε φανεί ότι ο Θεός ήθελε να γίνω ιερέας, πλέον ούτε στον ιερό δεν τολμούσα να μπω, αναλογιζόμενος το φρικτό μυστήριο που οικονομία Θεού εκεί μέσα τελείται”.


Πηγή : ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΣΚΕΥΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ, ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ “ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΦΟΒΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ”, 2000. ΤΟΜ. 1, σ. 128.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΣΙΝΑ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ



ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ, ΧΑΝΙΑ 2003, σ. 495 κ.ε.

“ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ” - ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ

Ο "κόλπος του Αβραάμ" (δεξιά), ο Ιακώβ που παρουσιάζει τα παιδιά του στον Κύριο  και στη                                          μέση ο Ληστής που σώθηκε κατά τη Σταύρωση.
“Στο Γηροκομείο του Αγίου Παύλου ήταν ένας παρανοσοκόμος λίγο αφελής μεν, αλλά πολύ καλοκάγαθος. Μου είχε διηγηθεί ο ίδιος, πριν από σαράντα χρόνια περίπου, ότι όταν υπηρετούσε στο Γηροκομείο της Μονής, του είχε δώσει ένας αδελφός ένα σταφύλι ευλογία. Εκείνος από την καλοσύνη του δεν το έφαγε, αλλά το έκοψε μικρά τσαμπάκια και το μοίρασε στα Γεροντάκια. Ένα δε φιλότιμο Γεροντάκι του έδινε συνέχεια ευχές : “Καλό Παράδεισο ! Καλό Παράδεισο !”, γιατί ήταν και το πρώτο σταφύλι που είχε γευθεί, αφού τα σταφύλια δεν είχα ωριμάσει ακόμη. Ο παρανοσοκόμος με την αφέλειά του του απάντησε αστειευόμενος : “Φάε, ευλογημένε μου, σταφύλι. Εδώ είναι ο Παράδεισος και η κόλαση”. Παρόλο που δεν το πίστευε αυτό – τό είπε αστεία και είχε ελαφρυντικά λόγω της αφέλειάς του – τί έπαθε όμως ; Βλέπει τη νύχτα ένα φοβερό όνειρο, αλλά ένιωθε σαν να ήταν ξυπνητός. Αντίκρισε λοιπόν μια πύρινη θάλασσα και απέναντι έναν ωραίο κόλπο με κρυστάλλινα παλάτια και έναν σεβάσμιο Γέροντα, που έμενε εκεί στον πολύ όμορφο κόλπο, που ακτινοβολούσε, αφού και τα γένια του ακόμη φαίνονταν σαν μεταξωτά. Εκεί γνώρισε και έναν αδελφό της Μονής, που είχε κοιμηθεί πριν από χρόνια, και τον ρώτησε τί είναι αυτά τα παλάτια, γιατί του έκαναν μεγάλη εντύπωση, και ποιός ο σεβάσμιος Γέροντας. Ο αδελφός του είπε : “Αυτός είναι ο Γερο – Αβραάμ, και αυτός ο όμορφος κόλπος με τα κρυστάλλινα παλάτια είναι ο κόλπος του Αβραάμ, όπου αναπαύονται οι ψυχές των Δικαίων. Ενώ ο αδελφός του έλεγε αυτά, τα ακούει ο Δίκαιος Αβραάμ και λέει με αυστηρό ύφος στον παρανοσοκόμο Πατέρα Γρηγόριο : “Εσύ να φύγεις γρήγορα από εδώ, δεν έχεις καμία θέση”. Με το μάλωμα όμως που του έκανε ο Πατριάρχης Αβραάμ, και όπως ο παρανοσοκόμος γύρισε να φύγει βιαστικά, ένιωσε ότι τον άρπαξε η φλόγα από την πύρινη εκείνη θάλασσα και από τον πόνο ξύπνησε. Τί να ιδή όμως ! Το πόδι του εκείνο, στο οποίο ένιωσε το κάψιμο, ήταν γεμάτο από φουσκάλες και εγκαύματα και πονούσε συνέχεια είκοσε ημέρες, μέχρι να θεραπευτούν οι πληγές με αλοιφές και διάφορα άλλα πρακτικά βότανα. Μετανόησε πολύ γι΄ αυτό που είχε πει και ήταν πολύ προσεκτικός στα λόγια του στο εξής”.

Πηγή : + ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ, ΙΕΡΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ”, ΣΟΥΡΩΤΗ 1995, σ. 124 κ.ε.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ


“Μίαν φοράν βαδίζων την νύκτα, ήσαν δε και πανσέληνος, επήγαινα εις τον Γέροντα να ειπώ τους λογισμούς και να κοινωνήσω. Αφού έφθασα εστάθην ολίγον μακράν απεπάνω εις ένα βραχάκι, δια να μην τους ανησυχήσω την νοεράν αγρυπνίαν τους. Καθήμενος και ευχόμενος νοερώς ήκουσα μίαν γλυκείαν φωνήν, όπου εκελαϊδούσε ένα πουλί. Θα ήταν ώρα τέσσαρες της νυκτός. Και ηρπάγη ο νους μου εις την φωνήν. Και ηκολούθουν οπίσω να ιδώ που είναι αυτό το καλλικέλαδον πουλί. Και προσεκτικά παρετήρουν εδώ και εκεί. Όπου ερευνώντας εισήλθον εις ένα ωραίον λιβάδι. Και προχωρών, ήταν χιονόλευκος δρόμος με αδαμάντινα και κρυστάλλινα τείχη. Μέσον δε από τα τείχη ήταν άνθη χρυσόχρωμα και πολυποίκιλα, όπου ο νους μου αλησμόνησε το πουλί και όλος ηχμαλωτίσθη εις την θεωρίαν του παραδείσου εκείνου. Και προχωρών, ήταν ένα παλάτι υψηλόν και θαυμάσιον, εκπλήττον νουν και διάνοιαν. Και εις την θύραν ίστατο η Παναγία μας βαστάζουσα ως βρέφος τον γλυκύτατον Ιησούν εις την αγκάλην της. Όλη ωσάν χιών κατάλευκος και απαστράπτουσα. Και προσεγγίσας εγώ ησπασάμην αυτήν ως εν απείρω αγάπη. Και ως βρέφος με ενηγκαλίσθη και κάτι με είπεν. Δεν αλησμονώ την αγάπην, όπου με έδειξεν ως γνήσια Μητέρα. Τότε χωρίς φόβον και συστολήν ήλθον πλησίον της, καθώς πλησιάζω εις την εικόνα της. Και ό,τι κάμνει ένα μικρόν και αθώον παιδάκι, όταν ιδή την γλυκείαν του μαννούλα, τούτο έκαμνα και εγώ. Πως δε έφυγα από κοντά της μήτε τώρα δεν γνωρίζω, καθότι ο νους μου είχεν όλος καταποθή άνωθεν. Και από εκεί αναχωρήσας από άλλην οδόν ήλθον πάλιν εις το λιβάδι, όπου ήταν μια κατοικία ωραία. Και μου έδωκαν κάποιαν ευλογίαν και μου είπαν ότι εδώ είναι ο κόλπος του Αβραάμ. Και είναι συνήθεια, όποιος διέλθη απ΄ εδώ, να τον δίδωμεν ευλογίαν. Και έτσι παρήλθον και από εκεί και ήλθον εις τον εαυτόν μου. Και ήμουν πάλι εις το βραχάκι ακουμπισμένος...... Άλλην φοράν πάλιν αγρυπνώντας μόνος εις το πολύ μικρόν καλυβάκι μου.....ήλθον πάλιν εις θεωρίαν. Εγέμισεν ως το κελλί μου, καθώς όταν είναι ημέρα. Και εις το μέσον εφάνησαν τρία παιδάκια έως δώδεκα ετών το καθένα. Ένα ανάστημα. Μία μορφή. Μία ενδυμασία. Ένα πρόσωπον, εις την ευμορφίαν. Και εγώ θαυμάζων εις την θεωρίαν τους ήμουν όλος εκστατικός. Αυτά δε ακουμβώντας το ένα εις το έτερον με ηυλόγουν και τα τρία ομού, όπως ευλογεί ο ιερεύς και μελοδικώς έψαλλον : “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούϊα”. Και εβάδιζον επάνω μου και πάλιν οπίσω – οπίσω επήγαιναν χωρίς να κάμουν μεταβολήν και πάλιν εβάδιζον κατ΄ επάνω μου ψάλλοντες....... Και εγώ έμεινα έκθαμβος και παρήρχοντο πολλές ημέρες, διά να δυαλυθή η χαρά και να εξαλειφθούν από την μνήμην μου. Αλλά μήτε εξαλείφονται ποτέ τα τοιαύτα. Κάποτε..... μέσα εις την οδύνην και τον πολύν πόνον όπου είχον ήλθα εις θεωρίαν. Καθώς εβάδιζα ευρέθην εις ένα κάμπον. Οσάν χιόνι λευκόν ήταν όλο το έδαφος. Και απορούσα και έλεγα : Πώς ευρέθην εις τόσον ωραίον τόπον ; Και εζητούσα μέρος να φύγω, μην τύχη κανείς και με μαλώση, διότι χωρίς άδειαν εισήλθον εκεί. Και κυττούσα με περιέργειαν δεξιά και αριστερά, δια να εύρω διέξοδον και εξέλθω. Είδα τότε μίαν θύραν υπόγειον και εισήλθον εις αυτήν. Και εισήλθον εις αυτήν. Εκεί ήταν ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ήσαν εκεί νέοι ωραίοι στολισμένοι στολήν θαυμάσιαν. Είχον σταυρόν ερυθρόν εις το στήθος και εμπρός εις το μέτωπον. Ηγέρθη τότε από τον θρόνον ο ένας, όπου ήταν ωσάν στρατηγός, και εφόρει λαμπροτέραν στολήν και μου λέγει : “Έλα, διότι εσένα αναμένομεν”. Και με προέτρεψα να καθήσω.......Και ήλθεν εμπρός εις το τέμπλον, εις την εικόναν της Παναγίας και λέγει : “Κυρία και Δέσποινα του παντός, Βασίλισσα των Αγγέλων, Άχραντε Θεοτόκε Παρθένε ! Δείξον την χάριν σου εις τον δούλον σου τούτον, όπου τόσον πάσχει διά την ιδικήν σου αγάπην, διά να μην καταποθή υπό της θλίψεως”. Και αίφνης εξήλθε τόση λαμπρότης από την θείαν εικόνα της και εφάνη τόσον ωραία η Παναγία, ολόσωμος, όπου από την τόσην ωραιότητα – μυριάδας του ηλίου λαμπροτέρα – έπεσα κάτω εις τους πόδας της μη δυνάμενος να την ατενίσω και κλαίων εφώναζα : “Συγχώρησόν με Μαννούλα μου, όπου εν αγνοία μου σε λυπώ” ! Και ούτως κλαίων εν αληθεία ήλθον εις τον εαυτόν μου. Και ήμουν βρεγμένος από τα δάκρυα και πλήρης χαράς”.


Πηγή : ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ, “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ” 2005, σ. 191 κ.ε.

Η ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟ 1917 ΣΤΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ

O Θάνατος, από το βιβλίο του Δημ. Καριτζιώτου, Θύρα Μετανοίας, Ενετίησι 1795.

ΠΗΓΗ : ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ, "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ".

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑΝΗ ΤΟ 1607

Η τελική κρίση, μοσχοβίτικη εικόνα του 16ου αιώνα

ΠΗΓΗ : OΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ  ΖΩΗ, "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ (11/4/1984)


“Ενώ είχα ανάψει δύο κεράκια, όπως συνήθως, και όταν κοιμάμαι ακόμη, για όσους πάσχουν ψυχικά και σωματικά, που συμπεριλαμβάνονται και οι κεκοιμημένοι, βλέπω ένα φοβερό όραμα ! Έναν κάμπο από σιτάρι, αλλά το σιτάρι δεν είχε ξεσταχυάσει ακόμη, μόλις άρχιζε να καλαμιάζει. Εγώ βρισκόμουν έξω από την μάνδρα του χωραφιού και κολλούσα κεριά απ΄ έξω στον τοίχο για τους κεκοιμημένους. Αριστερά ήταν ένας τόπος ανώμαλος, κρημνώδης και χέρσος, ο οποίος σειόνταν από μια δυνατή βοή, από χιλιάδες σπαρακτικές φωνές, που έκαναν να ραγίζει και η πιο σκληρή καρδιά. Ενώ υπέφερα από το άκουσμα των σπαρακτικών εκείνων φωνών και δεν μπορούσα να εξηγήσω το όραμα, άκουσα μια φωνή να μου λέει : “Ο μεν κάμπος με το σπαρμένο σιτάρι, που δεν έχει ξεσταχυάσει, είναι το κοιμητήρι με τις ψυχές των νεκρών που θ΄ αναστηθούν. Ο δε τόπος εκείνος, που σείεται από τις σπαρακτικές φωνές, είναι ο τόπος που βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών από τις εκτρώσεις”.

ΠΗΓΗ : +ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙΣΑΑΚ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2004, σ. 295.

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ


Ένας Ρώσος αδελφός της σκήτης “Σεράγιο” του Αγίου Ανδρέα αρρώστησε βαριά και τον θέριζαν δριμύτατοι πόνοι. Εκεί που παρακαλούσε τον Θεό να τον θεραπεύσει, βλέπει επάνω από το κρεβάτι του έναν Άγγελο που του είπε : “Πάτερ, τί προτιμάς ; Θέλεις να μείνεις άρρωστος στο κρεβάτι που είσαι με τους πόνους αυτούς τρία χρόνια ή προτιμάς να μείνεις στην κόλαση τρεις μέρες και να γίνεις καλά” ; Ο άρρωστος του απάντησε : “Αφού είναι για τρεις ημέρες μόνο, προτιμώ την κόλαση”. Αμέσως βρέθηκε σε τόπο “άφατης οδύνης και ανυπόφορων βασανιστηρίων”, σε τρομερά κολαστήρια, και μετά από λίγη ώρα βλέπει πάλι τον Άγγελο, ο οποίος τον ρώτησε : “Πώς είσαι γέροντα ; Είναι καλά εδώ” ; Κι ο μοναχός αποκρίθηκε : “Με ρωτάς πως περνώ, που αντί τρεις ημέρες που είπες ότι θα μείνω στη κόλαση, έχω ήδη τριακόσια ολόκληρα χρόνια εδώ πέρα με φρικτά και ανυπόφορα βάσανα”; Ο Άγγελος του είπε : “Αδελφέ, ακόμη δεν πέρασε μισή ώρα και λες πως έχεις τριακόσια χρόνια” ; Φαντασθείτε ! Τριακόσια χρόνια ούτε για μισή ώρα δεν λογαριάστηκαν. Οι τρεις ημέρες πόσους αιώνες θα κρατούσαν ; Κι ο μοναχός είπε στον Άγγελο : “Γρήγορα, σε παρακαλώ, να με πας στο κρεβάτι του πόνου. Καλύτερα εκεί να βασανίζομαι τρία χρόνια παρά εδώ, στη φοβερή αυτή κόλαση, τρεις ώρες”. Τότε ο Άγγελος πραγματοποίησε την επιθυμία του μοναχού και τον επανέφερε στο κρεβάτι του, όπου παρέμεινε επί τρία χρόνια άρρωστος.

ΠΗΓΗ : ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, “ΑΘΩΣ” 2010, σ. 342 κ.ε.