"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ; - ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ

Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τὸ νὰ παρακολουθοῦν καθημερινὰ τὶς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε συζήτηση. Ἐξακολουθοῦν φυσικὰ νὰ ἐκκλησιάζονται τὴν Κυριακή, ἀλλὰ τὶς Κυριακὲς τῆς Σαρακοστῆς ἡ Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον ἐξωτερικά, δὲν ἀντανακλᾶ κάτι ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει οὔτε κὰν τὴν αἴσθηση τοῦ λατρευτικοῦ τυπικοῦ τῆς Σαρακοστῆς, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ λατρεία εἶναι τὸ μόνο μέσο ποὺ μᾶς μεταφέρει στὸ πνεῦμα τῆς Σαρακοστῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Σαρακοστὴ μὲ κανένα τρόπο δὲν χρωματίζει τὸν πολιτισμὸ στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε, δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ ἀρνητικὰ καταλαβαίνουμε τὴ Σαρακοστή, δηλαδή, σὰν μία περίοδο στὴν ὁποία ἀπαγορεύονται μερικὰ πράγματα, ὅπως τὸ κρέας, τὰ λίπη, οἱ χοροὶ καὶ οἱ διασκεδάσεις. Ἡ συνηθισμένη ἐρώτηση: «τί προσπαθεῖς νὰ στερηθεῖς τούτη τὴ Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια τὴν ἀρνητικὴ προσέγγιση τῆς Σαρακοστῆς. Σὰν θετικὴ προσέγγιση, θεωρεῖται ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ὁ καιρὸς γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ἐτήσιας «ὑποχρέωσης» τῆς Ἐξομολόγησης καὶ τῆς θείας Κοινωνίας («...καὶ ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων...» ἔγραφε ἕνα φυλλαδιάκι μιᾶς ἐνορίας). Καὶ ἀφοῦ ἐκπληρωθεῖ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωση τότε τὸ ὑπόλοιπο τῆς Σαρακοστῆς φαίνεται νὰ χάνει ὅλα τὰ θετικὰ νοήματα.

Ἔτσι εἶναι φανερὸ ὅτι ἔχει ἀναπτυχθεῖ μία, μᾶλλον βαθιά, διαφωνία ἀνάμεσα στὸ πνεῦμα τὴ «θεωρία» τῆς Σαρακοστῆς, ποὺ προσπαθοῦμε νὰ σκιαγραφήσουμε μὲ βάση τὴ λατρεία, καὶ στὴν κοινὴ καὶ συνηθισμένη ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατεῖ καὶ ὑποστηρίζεται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς κληρικούς. Γιατὶ εἶναι πάντοτε πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ περιορίσεις κάτι πνευματικὸ μέσα σὲ κάτι τυπικὸ παρὰ ν’ ἀναζητήσεις τὸ πνευματικὸ μέσα στὸ τυπικό. Μποροῦμε νὰ ποῦμε, χωρὶς καμιὰ ὑπερβολή, ὅτι ἂν καὶ ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ «τηρεῖται» ἀκόμα, ὅμως ἔχει χάσει τὴν ἐπίδρασή της στὴ ζωή μας, σταμάτησε νὰ εἶναι τὸ λουτρὸ τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἀνανέωσης ποὺ εἶχε σὰν σκοπό της, σύμφωνα μὲ τὴ λειτουργικὴ καὶ πνευματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ τότε, μποροῦμε ἄραγε νὰ ξαναβροῦμε καὶ νὰ ξανακάνουμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ μία πνευματικὴ δύναμη γιὰ τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα τῆς ὕπαρξής μας; Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἐξαρτᾶται πρῶτα πρῶτα – θὰ ἔλεγα καὶ μοναδικὰ – ἀπὸ τὸ ἂν ἐπιθυμοῦμε νὰ πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἢ ὄχι. Ὅσο καὶ ἂν εἶναι νέες ἢ διαφορετικὲς οἱ συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦμε σήμερα, ὅσο καὶ ἂν εἶναι πραγματικὲς οἱ δυσκολίες καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ὑψώνονται ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελεῖ ἀμετάκλητο ἐμπόδιο, τίποτε δὲν κάνει τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ «ἀδύνατη».

Ἡ πραγματικὴ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία βαθμιαῖα χάνουμε τὴν ἐπίδραση τῆς Σαρακοστῆς στὴ ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Εἶναι ἡ δική μας συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη μείωση τῆς θρησκείας σὲ ἕνα ἐπιπόλαιο τυπικισμὸ καὶ συμβολισμό, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ ξεστράτισμα καὶ μετριάζει τὴ σοβαρότητα τῶν ἀπαιτήσεων τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴ ζωή μας, τὴν αἴτηση γιὰ δέσμευση καὶ προσπάθεια. [...]

Σὲ σχέση μὲ τὴ Μεγ. Σαρακοστή, ἀντὶ νὰ κάνουμε οὐσιαστικὲς ἐρωτήσεις – «τί εἶναι νηστεία;» ἢ «τί εἶναι Σαρακοστή;» – ἐμεῖς ἱκανοποιούμαστε μὲ τὰ σύμβολά της. Στὰ ἐκκλησιαστικὰ περιοδικὰ καὶ φυλλάδια ἐμφανίζονται συνταγὲς γιὰ «ἕνα ὑπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεῖ ἀκόμα ἡ ἐνορία καὶ νὰ συγκεντρώσει μερικὰ παραπάνω χρήματα ὀργανώνοντας ἕνα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανὸ γεῦμα». Εἶναι τόσα πολλὰ ἐκεῖνα ποὺ στὶς ἐκκλησίες μας ἐξηγοῦνται συμβολικὰ σὰν ἐνδιαφέροντα, πολύχρωμα καὶ διασκεδαστικὰ ἔθιμα καὶ παραδόσεις, σὰν κάτι δηλαδὴ ποὺ μᾶς δένει ὄχι τόσο πολὺ μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ μία νέα ζωὴ «ἐν Αὐτῷ», ὅσο μὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὶς συνήθειες τῶν προγόνων μας, ὥστε γίνεται ὅλο καὶ περισσότερο δύσκολο νὰ διακρίνουμε πίσω ἀπ’ αὐτὰ τὰ λαϊκὰ ἔθιμα τὴ σοβαρότητα τῆς θρησκείας σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση.

Θέλω νὰ τονίσω ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα τὸ ἄσχημο στὰ διάφορα ἔθιμα. Ὅταν αὐτὰ πρωτοεμφανίστηκαν ἦταν τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία μποροῦσε νὰ δείξει ὅτι ἔπαιρνε στὰ σοβαρὰ τὴ θρησκεία. Τότε τὰ ἔθιμα δὲν ἦταν σύμβολα, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ καὶ ἔπαψε λίγο λίγο ἡ θρησκεία νὰ τὴ διαμορφώνει στὴν ὁλότητά της. Λίγα ἀπὸ τὰ ἔθιμα διασώθηκαν σὰν σύμβολα ἑνὸς τρόπου ζωῆς ποὺ δὲν ὑπῆρχε πιά. Καὶ αὐτὸ ποὺ διασώθηκε ἦταν ἐκεῖνο πού, ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἔντονα ζωντανὸ καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι λιγότερο δύσκολο. Ὁ πνευματικὸς κίνδυνος ἐδῶ εἶναι ὅτι σιγὰ σιγὰ ἀρχίζει κανεὶς νὰ καταλαβαίνει τὴ θρησκεία σὰν ἕνα σύστημα ἀπὸ σύμβολα καὶ ἔθιμα μᾶλλον παρὰ νὰ ἑρμηνεύει ὅλα αὐτὰ σὰν μία πρόκληση γιὰ πνευματικὴ ἀνανέωση καὶ προσπάθεια.

Μεγαλύτερη εἶναι ἡ προσπάθεια ποὺ γίνεται γιὰ νὰ προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητὰ ἢ γιὰ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι, παρὰ γιὰ τὴ νηστεία καὶ τὴ συμμετοχὴ στὴν πνευματικὴ πραγματικότητα τοῦ Πάσχα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσο τὰ ἔθιμα καὶ οἱ παραδόσεις δὲ συνδεθοῦν καὶ πάλι μὲ τὴ γενικὴ θρησκευτικὴ ἀντίληψη ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται, ὅσο δηλαδὴ δὲν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὰ σύμβολα, ἡ Ἐκκλησία θὰ παραμένει χωρισμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ δὲν θὰ τὴν ἐπηρεάζει καθόλου. Ἀντὶ νὰ παριστάνουμε μὲ σύμβολα τὴν «πλούσια κληρονομιά» μας καιρὸς εἶναι ν’ ἀρχίσουμε νὰ τὴν ἐνσωματώνουμε στὴν καθημερινὴ ζωή μας.

Τὸ νὰ πάρουμε λοιπὸν στὰ σοβαρὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ σημαίνει ὅτι θὰ τὴ θεωροῦμε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα μὲ τὴν πιὸ βαθιὰ ἔννοια, μιὰ πνευματικὴ πρόκληση ποὺ ἀπαιτεῖ ἀντίδραση, ἀπόφαση, πρόγραμμα καὶ συνεχὴ προσπάθεια. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὅπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ ἑβδομάδες προετοιμασίας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι καιρὸς γιὰ δράση, γιὰ ἀπόφαση, γιὰ προγραμματισμό. Καὶ ὁ καλύτερος καὶ εὐκολότερος τρόπος εἶναι ν’ ἀκολουθήσουμε τὴν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ μελέτη καὶ ὁ στοχασμὸς πάνω στὰ πέντε εὐαγγελικὰ θέματα ποὺ μᾶς προσφέρονται τὶς πέντε Κυριακὲς τῆς περιόδου πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι: ἡ διακαὴς ἐπιθυμία (Ζακχαῖος), ἡ ταπείνωση (Τελώνης καὶ Φαρισαῖος), ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία ( Ἄσωτος), ἡ κρίση (Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω) καὶ ἡ συγχωρητικότητα (Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου). Αὐτὲς οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς δὲν διαβάζονται μόνο καὶ μόνο γιὰ ν’ ἀκουστοῦν στὴν Ἐκκλησία, σκοπὸς εἶναι νὰ τὶς «πάρω μαζί μου στὸ σπίτι» καὶ νὰ στοχαστῶ πάνω σ’ αὐτὲς σχετίζοντάς τις μάλιστα μὲ τὴ ζωή μου, τὴν οἰκογενειακή μου κατάσταση, τὶς ἐπαγγελματικὲς ὑποχρεώσεις μου, τὸ ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὰ ὑλικὰ πράγματα, τὶς σχέσεις μου μὲ τοὺς συγκεκριμένους ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους ζῶ. Ἂν σ’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια περισυλλογῆς προσθέσει κανεὶς καὶ τὴν προσευχὴ αὐτῆς τῆς περιόδου: «τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» καὶ τὸν ψαλμὸ 136 «ἐπὶ τῶν ποταμῶν τῆς Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν...» μπορεῖ νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει νὰ «νιώθεις ὅτι εἶσαι μὲ τὴν Ἐκκλησία» καὶ πῶς μπορεῖ μία λειτουργικὴ περίοδος νὰ χρωματίσει τὴν καθημερινὴ ζωή. Ἐπίσης εἶναι μία πολὺ καλὴ εὐκαιρία νὰ διαβάσει κανεὶς κάποιο θρησκευτικὸ βιβλίο. Ὁ σκοπὸς δὲ αὐτοῦ τοῦ διαβάσματος δὲν εἶναι μόνο ν’ αὐξήσουμε τὶς θρησκευτικὲς γνώσεις μας, εἶναι βασικὰ νὰ καθαρίσουμε τὸ μυαλό μας ἀπ’ ὅλα ὅσα συνήθως τὸ πλημμυρίζουν. Εἶναι πραγματικὰ ἀπίστευτο πόσο στὸ μυαλό μας συνωστίζονται ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ ἔννοιες, τὰ ἐνδιαφέροντα, οἱ ἀγωνίες καὶ οἱ ἐντυπώσεις καὶ πόσο ἐλάχιστο ἔλεγχο ἀσκοῦμε πάνω σ’ ὅλα αὐτά. Διαβάζοντας ἕνα θρησκευτικὸ βιβλίο συγκεντρώνουμε τὴν προσοχή μας σὲ κάτι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ συνηθισμένο περιεχόμενο τῶν σκέψεών μας, δημιουργεῖται ἔτσι μιὰ ἄλλη διανοητικὴ καὶ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅλα αὐτά, φυσικά, δὲν εἶναι «συνταγές», ἴσως νὰ ὑπάρχουν ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ κανεὶς γιὰ τὴ Σαρακοστή. Τὸ βασικὸ σημεῖο εἶναι ὅτι στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου βλέπουμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ σὰν νὰ βρίσκεται σὲ κάποια ἀπόσταση, σὰν κάτι δηλαδὴ ποὺ ἀκόμα ἔρχεται καὶ ποὺ μᾶς τὸ στέλνει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν εὐκαιρία γιὰ ἀλλαγή, γιὰ ἀνανέωση, γιὰ ἐμβάθυνση, καὶ ὅτι παίρνουμε αὐτὴ τὴν ἐπερχόμενη εὐκαιρία πολὺ στὰ σοβαρά. Ἔτσι, ὅταν τὴν Κυριακὴ τῆς Συγγνώμης ἀφήνουμε τὸ σπίτι μας καὶ πᾶμε στὸν Ἑσπερινό, μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κάνουμε δικά μας – ἔστω καὶ γιὰ λίγο – τὰ λόγια ἀπὸ τὸ Μεγάλο Προκείμενο ποὺ ἀνοίγει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Μὴ ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι...

ΠΗΓΗ : "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ", τευχ. 212, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2010, σ. 22 κ.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου