"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Η Θεότητα του Ιησού Χριστού καταδεικνύεται από το έργο της διακονίας του. Διότι πρώτον η λαμπρότητα του έργου της διακονίας του αποτελεί το ασάλευτο θεμέλιο της πίστεώς μας. Δεύτερον, το πνεύμα του έργου της διακονίας του αποτελεί τον μόνο κανόνα των δικών μας ηθών. Ο πρώτος λαμπρός χαρακτήρας του έργου της διακονίας του Ιησού Χριστού, είναι ότι η έλευσή του προαναγγέλθηκε στους ανθρώπους από γενέσεως του κόσμου. τα
δε περιστατικά που συνόδευαν τις προρρήσεις γι΄ αυτόν είναι ακόμη πιο θαυμάσια και εκπληκτικά και από αυτές τις προρρήσεις. Διότι ο Ιησούς Χριστός δεν προεπηγγέλθη ως ο Κύρος και ο Βαπτιστής Ιωάννης, από τους οποίους ο μεν πρώτος ως ανακαινιστής των τειχών της Ιερουσαλήμ, και ο έτερος ως ο προετομάζων την οδό του μέλλοντος να έλθει μεσσία. Ο Ιησούς Χριστός αναγγέλλεται ως απεσταλμένος εξ ουρανού επί χίλια και πλέον έτη διαμέσου μακράς σειράς Προφητών, αναμένονταν από όλα τα έθνη, προτυπώνονταν σε όλες τις τελετές και τον περίμεναν όλοι οι δίκαιοι. Ενώ ο Βαπτιστής Ιωάννης δεν κάμει κανένα σημείο και κράζει ότι δεν είναι αυτός ο προσδοκώμενος, απεναντίας ο Ιησούς Χριστός έρχεται με μεγάλη αρετή και δύναμη. κάνει έργα και θαυμάσια μοναδικά. Και λέγει ότι ο εαυτός του είναι ίσος με τον Θεό και Πατέρα. Εξάλλου όλοι οι μεγάλοι και έκτακτοι άνδρες του Νόμου και της εποχής των Πατριαρχών, ο Μελχισεδέκ, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιώβ, ο Μωϋσής, ήταν οιονεί αμυδροί τύποι του Κυρίου Ιησού. Ο δεύτερος λαμπρός χαρακτήρας του έργου της διακονίας του Ιησού Χριστού, είναι η λαμπρότητα των έργων και των θαυμάτων του. Διότι αν εφάνησαν στη γη και άλλοι έκτακτοι άνδρες, όπως ο Μωϋσής, ο Ηλίας και οι Προφήτες, όμως υπάρχει μεγίστη διαφορά μεταξύ αυτών και του Ιησού Χριστού. Η δράση των εκτάκτων αυτών ανδρών φέρει πάντοτε τον χαρακτήρα της εξαρτήσεως. Ο Μωϋσής εργάζεται τα θαύματά του με τη ράβδο του κατόπιν διαταγής του Θεού, ενεργεί πάντοτε ως εξαρτώμενος, και αδυνατεί να μεταδώσει τη θαυματουργική του δύναμη στους μαθητές του. Ενώ στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού βλέπουμε τα ακριβώς αντίθετα. Ο
Ηλίας πραγματικά ανέστησε τον υιό της χήρας, αλλά αναγκάζεται να κλείνει τον εαυτό του πολλές φορές επί του σώματος του παιδιού, και ενεργεί όχι όπως ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος κατά τη δράση του φαίνεται ότι ενεργεί με αυθεντία, ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, ως Θεός ζώντων και νεκρών. Οι Προφήτες αληθώς προανήγγειλαν τα μέλλοντα. αλλά φαίνεται ότι ξένη έμπνευση τους εμψύχωνε, και ότι δεν γνώριζαν εξ ιδίων την γνώση των μελλόντων. Ο Ιησούς Χριστός όμως προφητεύει όχι εξ εμπνεύσεως, αλλά όπως ομιλεί. Η γνώση των μελλόντων καθόλου δεν τον εκπλήσσει, διότι περικλείει όλους τους αιώνες εν τω πνεύματι του. Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι εξίσου γνωστά σε αυτόν. Ο τρίτος λαμπρός χαρακτήρας του έργου της διακονίας του Ιησού Χριστού είναι τα θαυμάσια περιστατικά, τα μέχρι τότε ανήκουστα, τα οποία αποτελούν όλη τη πορεία του επίγειου βίου του. Η θαυμάσια αυτού εκ Πνεύματος Αγίου σύλληψις, η υπό των ουρανίων στρατιών δήλωση της γεννήσεώς του, η προσκύνησή του από τους Μάγους, η συνδιάλεξή του κατά την παιδική του ηλικία με τους νομοδιδασκάλους στο ναό, η βάπτισή του στον Ιορδάνη και η ανακήρυξή του υπό του ουρανίου Πατρός και του Προδρόμου, η φρικτή μεταμόρφωσή του, τα περιστατικά της σταυρώσεώς του στον Γολγοθά, η Ανάσταση και η Ανάληψή του. Στο δεύτερο μέρος, το πνεύμα του έργου της διακονίας του Ιησού Χριστού περικλείει πρώτα την διδασκαλία του. Δεύτερον, τις ευεργεσίες του, και τρίτον τις επαγγελίες του. Πρώτα κοιτώντας την διδασκαλία του, βλέπουμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ανάγκη να είναι Θεός ίσος με τον Πατέρα, αν πράγματι, (όπως ομολογούν και οι εχθροί της θεότητάς του), είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος απεσταλμένος υπό του Θεού για τη φανέρωση της αλήθειας. διότι αλλιώς δεν θα μπορούσε να είναι δίκαιος και Φίλος Θεού, εάν δεν είναι Θεός. Διότι, αν θεωρήσουμε τη διδασκαλία του αναφορικά προς τον Πατέρα, βλέπουμε ότι κηρύττει ότι είναι ίσος προς τον Πατέρα, ότι εξήλθε από τους κόλπους του Θεού, ότι ήταν πριν από τον Αβραάμ, ότι κάθε τι που κάμει ο Πατέρας και ο Υιός ομοίως το κάνει. Αν δε θεωρήσουμε τη διδασκαλία του αναφορικά προς τους ανθρώπους, στους οποίους ήλθε να διδάξει την αλήθεια, βλέπουμε ότι μας παραγγέλλει να τον αγαπούμε εξίσου προς τον Πατέρα. Απαιτεί από εμάς μεγάλη αγάπη και αφοσίωση, απαιτεί να τον αγαπάμε περισσότερο από τους γονείς και τους συγγενείς μας, απαιτεί χάριν της αγάπης μας προς αυτόν να θυσιάσουμε ακόμη και αυτή τη ζωή μας δια μαρτυρικού θανάτου. Αλλά εάν ήταν απλός άνθρωπος απεσταλμένος από το Θεό, τί δικαίωμα είχε να απαιτήσει από εμάς τέτοια αφοσίωση και αγάπη ; Εάν δεν ήταν αυτός ο δημιουργός της ύπαρξής μας, τότε η αυτοθυσία μας υπέρ του ονόματός του θα ήταν έγκλημα και αυτοκτονία. Η διδασκαλία του δεν θα ήταν διδασκαλία αλήθειας, αλλά πλάνης και επομένως ουδέποτε θα μπορούσε να βρει οπαδούς τόσο ένθερμους και έτοιμους να χύσουν το αίμα τους υπέρ αυτού. Ο Ιησούς Χριστός ήλθε για να ελευθερώσει όλους τους ανθρώπους από τον αιώνιο θάνατο, μας άνοιξε τον ουρανό και τη βασιλεία του Θεού, και καθεσθείς στη δεξιά του Πατρός εκχέει τα πηγάζοντα αγαθά από το απολυτρωτικό του έργο, στις καρδιές μας. Τρίτον, έχουμε τις επαγγελίες του. Ο Ιησούς Χριστός επαγγέλλεται στους μαθητές του ότι θα στείλει το Παράκλητο Πνεύμα, τους υπόσχεται τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες. Τους υπόσχεται ότι με το όνομά του θα κάμουν σημεία, θα ανασταίνουν νεκρούς, θα εκβάλλουν δαιμόνια, θα φωτίζουν τυφλούς κλπ. Προλέγει επίσης την επιστροφή της Οικουμένης και την νίκη του Σταυρού. Και όλες αυτές οι προρρήσεις και οι επαγγελίες πραγματοποιήθηκαν. Πράγμα που θα ήταν αδύνατο αν ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν Θεός, αλλά απλός απεσταλμένος του Υψίστου. Οπότε, όπως είδαμε, δεν θα μπορούσε να είναι ούτε Προφήτης, ούτε δίκαιος, και επομένως καμία εξουσία δεν θα είχε για την εκπλήρωση των επαγγελιών του. Αυτός όμως ομιλεί για τις επαγγελίες αυτές με αυθεντία και εξουσία μοναδική και εκπληρώνει αυτές ενεργώντας ως ίσος με το Θεό και Πατέρα του. (Πηγή : ΠΑΥΛΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑΙ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1986, εις Αγίου Βενέδικτου Κανονισμός του Ορθόδοξου Μοναχικού Βίου, σσ. 245-249).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου