"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

«ΜΗ ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΕΡΟΖΥΓΟΥΝΤΕΣ ΑΠΙΣΤΟΙΣ» - Β΄ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ 6, 14 – TOY ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗ

Ένα από τα επτά ιερά μυστήρια της Εκκλησίας μας είναι ο Γάμος. Μέγα μυστήριο το οποίο ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, το αντιπαραβάλλει με την μυστική ένωση του Χριστού με την Εκκλησία - “τ μυστήριον τοτο μέγα στίν, γ δ λέγω ες Χριστν κα ες τν κκλησίαν” (Εφεσ. ε’ 32) – ακριβώς για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς την γυναίκα. Η εικόνα της τέλειας ένωσης που χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος, όπως αυτή του Χριστού με την Εκκλησία, παραπέμπει στην τέλεια ένωση του άνδρα με τη γυναίκα στην αρχή της δημιουργίας, η οποία διασπάστηκε δυστυχώς από την πτώση του ανθρώπου και από τότε άρχισαν οι έχθρες και οι έριδες ανάμεσα στα ζευγάρια, συνεπεία της κυριαρχίας των άκρατων εγωισμών. Είναι αδύνατη η εφαρμογή της αληθινής αγάπης μεταξύ των ανθρώπων όταν απουσιάζει η αναφορά στον Θεό. Έτσι τονίζεται ότι ο άνδρας πρέπει να αγαπά και να φροντίζει την γυναίκα, όπως αγάπησε την Εκκλησία ο Χριστός, η δε γυναίκα να υπακούει στον άνδρα όπως η Εκκλησία στον Χριστό. Ο Γάμος στηρίζεται στον φυσικό δεσμό δυο προσώπων, ο οποίος γίνεται πνευματικός δεσμός και εξαγιάζεται από την Εκκλησία, η οποία τα ευλογεί και εντάσσει την ένωση αυτή στο σώμα της. Με την ευλογία αυτή γίνεται η συζυγία, η κοινωνία ζωής που σκοπό έχει την τελείωσή τους και τη σωτηρία κατά πρώτον και δευτερευόντως την τεκνογονία, ούτως ώστε μια οικογένεια να καταστεί μια «κατ΄ οίκον Εκκλησία». Στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή, ο Απόστολος Παύλος στο 6ο κεφάλαιο λέγει τα ακόλουθα : «14 Μ γνεσθε τεροζυγοντες πστοις· τς γρ μετοχ δικαιοσν κα νομίᾳ; τς δ κοινωνα φωτ πρς σκτος ; ». «Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί πια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; Ή τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι ;» Παρότι το χωρίο δεν αναφέρεται ρητά στον Γάμο, αναμφίβολα έχει εφαρμογή σε αυτόν. «Να μη λαμβάνετε ως συζύγους απίστους, διότι αυτή η συζυγία είναι αταίριαστη. Διότι ποια σχέση έχει η αρετή με τη φαυλότητα ; Και τι κοινό έχει το φως με το σκοτάδι ; » Πρόκειται για τη μετάφραση - απόδοση που δίδει ο κ. Νικόλαος Σωτηρόπουλος (Θεολόγος – Φιλόλογος – Συγγραφεύς – Ιεροκήρυκας). Στα χρόνια του Αποστόλου Παύλου, σε κάθε εποχή, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες μας, το φαινόμενο των μικτών γάμων (με ετερόθρησκους – ετερόδοξους) είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο, καθότι βιώνουμε τη κατ΄ εξοχήν εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Κατά συνέπεια, το ζήτημα των μικτών Γάμων τίθεται συχνά ενώπιόν μας, δημιουργούνται ερωτήματα, εσωτερικές συγκρούσεις κοκ. Αν ανατρέξουμε στο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, θα δούμε ότι και εκεί απαγορεύονταν οι μικτοί γάμοι με τους ετερόθρησκους : «3 οὐδὲ μὴ γαμβρεύσητε πρὸς αὐτούς· τὴν θυγατέρα σου οὐ δώσεις τῷ υἱῷ αὐτοῦ, καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ οὐ λήψῃ τῷ υἱῷ σου· 4ἀποστήσει γὰρ τὸν υἱόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ λατρεύσει θεοῖς ἑτέροις, καὶ ὀργισθήσεται θυμῷ Κύριος εἰς ὑμᾶς καὶ ἐξολοθρεύσει σε τὸ τάχος». Χωρίς αμφιβολία γεννούνται ερωτήματα στον καθημερινό άνθρωπο ; Σκέπτεται λοιπόν κάποιος, ποια είναι η αιτία της απαγόρευσης αυτής ; Οι ετερόδοξοι – ετερόθρησκοι δεν μαθαίνουμε ότι και αυτοί είναι παιδιά του Θεού ; Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του μας τονίζει ότι δεν πρέπει να πέφτουμε σε πλάνη και να συναναστρεφόμαστε με ειδωλολάτρες, διότι διαφθείρουν τα καλά ήθη οι κακές συναναστροφές (Α΄ Κορινθίους 15, 33). Οι συναναστροφές και οι παρέες με ειδωλολάτρες μας λέγει ο Θείος Παύλος, μπορούν να μας οδηγήσουν σε απώλεια της πίστης μας στον αληθινό Θεό. Ο Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λέγει ότι «ο γάμος είναι ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις πάσης της ζωής, και Θείου και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία», άρα πρέπει οι υποψήφιοι σύζυγοι να είναι ομόθρησκοι. Το πρόβλημα λοιπόν ξεκινά από την εσφαλμένη επιλογή προσώπου προκειμένου να έλθουμε σε κοινωνία Γάμου. Η επιλογή μας αυτή θα καθορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την επιτυχία του και την εκπλήρωση του σκοπού του που είναι – σύμφωνα με τη διδασκαλία της αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας - η «εν Χριστώ» τελείωση και σωτηρία των συζύγων. Συνήθως τα κριτήρια επιλογής είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που θα έπρεπε να είναι. Επικρατεί το κοσμικό φρόνημα εις βάρος του πνευματικού. Όλοι βλέπουν τη βιτρίνα και χάνουν την ουσία. Κοιτούν το δένδρο και χάνουν το δάσος. Ψάχνουν λοιπόν εξωτερική ωραιότητα, χρήματα, ακίνητα, πλούτο κοκ και χάνουν την ουσία που είναι η χριστιανική πίστη και η αρετή. Πως μπορεί να συμβιώσει ένας αρμονικά ένας συνειδητός χριστιανός που συμμετέχει στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, διάγει ταπεινό και απλό χριστιανικό βίο κλπ. με έναν ετερόδοξο ή ετερόθρησκο ; Έχουν τις ίδιες αξίες ; Κοινές παραδόσεις ; Ζουν για τον ίδιο σκοπό (καθότι ο χριστιανός ζει και προσπαθεί με τη παρούσα ζωή του να κερδίσει την αιωνιότητα κοντά στον αληθινό Θεό) ; Πως μπορούν να προοδεύσει πνευματικά ένα ζευγάρι ετεροδόξων ή ετεροθρήσκων και να φτάσει στην «εν Χριστώ τελείωση» και τη σωτηρία ; Παρακάμπτοντας τούτα τα σημαντικά ερωτήματα συνήθως, γίνονται επιλογές συζύγων με βάση τα πρώτα κριτήρια που αναφέραμε (εξωτερική ωραιότητα, πλούτος κλπ.), τα οποία είναι δευτερεύοντα και τριτεύοντα, και εγκαταλείπεται η ουσία και το νόημα. Ακόμη μπορούμε να προσθέσουμε ότι η επιλογή συζύγων γίνεται χωρίς θερμή προσευχή προς τον Θεό, ούτως ώστε να μας φωτίσει να κάμουμε μια συνετή και ορθή επιλογή συζύγου και χωρίς τη κατάλληλη πνευματική προετοιμασία και καθοδήγηση από τον Εξομολόγο, ο οποίος πρέπει να έχει και την πνευματική καθοδήγηση της Οικογένειας. Στη σημαντικότερη λοιπόν στιγμή της ζωής των ανθρώπων απουσιάζει η ουσιαστική παρουσία του Θεού. Γίνεται λάθος αρχή και είναι βέβαιον ότι τα λάθη θα πολλαπλασιάζονται με τη πάροδο του χρόνου. Οι ανωτέρω εσφαλμένες επιλογές παρατηρούνται κατά κόρον και σε μη ετερόδοξους – ετερόθρησκους γάμους, οι οποίοι δεν μας αφορούν στη παρούσα μελέτη. Πως ένας ετερόδοξος ή ετερόθρησκος σύζυγος μπορεί να υπηρετήσει και να τηρήσει τον Θείο νόμο ; Πως θα δοθεί χριστιανική παιδεία και διαπαιδαγώγηση στα τέκνα του ζευγαριού ; Μπορεί να αποδεχτεί ο ορθόδοξος σύζυγος διαφορετική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των παιδιών του ; Το πρώτο αξιόπιστο και ασφαλές κριτήριο που πρέπει να επικρατεί στην επιλογή συζύγου για τους Ορθόδοξους χριστιανούς είναι η Ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα και πίστη. Όταν υπάρχει αυτό τα υπόλοιπα περισσεύουν. Και οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας μας αποκλείουν τους γάμους με ετεροδόξους. Ειδικότερα, ο 14ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, απαγορεύει στους αναγνώστες και τους ψάλτες να μην παντρεύονται ετερόδοξες γυναίκες (ΠΗΔΑΛΙΟ σελ. 164) . Ο 72ος κανόνας της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει επίσης ορθόδοξος να λαμβάνει αιρετικό σύζυγο άνδρα ή γυναίκα λέγοντας πολύ χαρακτηριστικά : «…ουδέ τω προβάτω τον λύκον συμπλέκεσθαι, και τη του Χριστού μερίδι το των αμαρτωλών κλήρο» (ΠΗΔΑΛΙΟ, σελ. 232). Και ο 10ος Κανόνας της εν Λαοδικεία Συνόδου απαγορεύει επίσης τους γάμους των Ορθοδόξων χριστιανών με τους αιρετικούς, (ΠΗΔΑΛΙΟ, σελ. 345), όπως και ο 31ος Κανόνας της ίδιας Συνόδου απαγορεύει στους Ορθοδόξους χριστιανούς να δίδουν τα τέκνα τους για γάμο σε αιρετικούς : «ίνα μη μεταστρέψουσιν αυτούς από την ορθήν πίστιν εις τα κακόδοξα αυτών δόγματα». Αυτός είναι λοιπόν ο μέγας και σοβαρός πνευματικός κίνδυνος των ετερόδοξων – ετερόθρησκων ή μικτών γάμων. Η Εκκλησία μας κατ΄ οικονομία αποδέχεται τους γάμους με τους ετερόδοξους (Καθολικούς κλπ.), θεωρώντας τους ως γάμους «ανάγκης», αφού συνάπτονται συνεπεία των περιστάσεων της εποχής μας, αφού πολλοί Ορθόδοξοι χριστιανοί κατοικούν και εργάζονται σε χώρες της αλλοδαπής και συναναστρέφονται με ετερόδοξους. Η οικονομία της Εκκλησίας μας αποδέχεται την τέλεση τέτοιου γάμου λοιπόν, αν και είναι απόκλιση από τη δογματική ακρίβεια, αφού πως είναι δυνατόν ένας μη ορθόδοξος χριστιανός να μετέχει σε ορθόδοξο μυστήριο ; Η τέλεση του μυστηρίου του γάμου γίνεται κατ΄ οικονομία, προκειμένου να προλάβει μεγαλύτερα κακά όπως η παράνομη συμβίωση ή ο πολιτικός γάμος ή ακόμη χειρότερα την προσχώρηση ενός ορθόδοξου σε μια ετερόδοξη κοινότητα. Θέτει όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας μια προϋπόθεση προκειμένου να τελεστεί ένας τέτοιος γάμος και αυτή είναι : να τελεστεί σε ορθόδοξο ναό με το ορθόδοξο τυπικό, με γραπτή υπόσχεση του άλλου μέρους ότι τα τέκνα που ενδεχομένως προκύψουν από τον γάμο, θα βαπτιστούν ορθόδοξα και θα ανατραφούν με την Ορθοδοξία, σύμφωνα με το Ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας μας και τις ιερές Ορθόδοξες παραδόσεις. Σε αυτά ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Αθήνας Παν. Τρεμπέλας προσθέτει και το εξής ουσιαστικό : ότι το ορθόδοξο μέλος του Γάμου : «δεν θα παρεμποδίζεται υπό του ετέρου μέλους από του να μείνει πιστό στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Για την ιστορία να συμπληρώσουμε εν κατακλείδι ότι οι μικτοί  - κατ΄ οικονομία - γάμοι, όπως λέγει ο αείμνηστος καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, ξεκινούν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ειδικότερα σημειώνει τα ακόλουθα : «Περαιτέρω η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία δεν αναγνωρίζει μεν ουδ’ επιδοκιμάζει τους μικτούς γάμους μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, συμφώνως τω 72 κανόνι της Πενθέκτης οικουμενικής Συνόδου και άλλοις ιεροίς κανόσιν, είναι όμως υποχρεωμένη να ανέχηται αυτούς προς αποτροπήν μειζόνων κακών. Όθεν κατ’ εκκλησιαστικήν οικονομίαν επιτρέπει τους τοιούτους μικτούς γάμους, υπό τον όρον πάντοτε ότι το μη ορθόδοξον μέλος θα δώση έγγραφον υπόσχεσιν περί τελέσεως του γάμου υπό ορθοδόξου ιερέως και περί ορθοδόξου βαπτίσεως και ανατροφής των τέκνων. Ούτω το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν έτει 1878 απεφήνατο: ‘’Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τους μικτούς γάμους, αλλά πολλάκις προς πρόληψιν δυσαρέστων συνεπειών συγχωρεί κατά συγκατάβασιν και τέλεσιν αυτών αθορύβως’’. Ομοίως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εν έτει 1869 ανεγνώρισε τους μεταξύ Ορθοδόξων και Ετεροδόξων και ειδικώς των Ρωμαιοκαθολικών και των Διαμαρτυρομένων μικτούς γάμους, γράψασα ότι ‘’παραδέχεται μεν κατ’ εκκλησιαστικήν οικονομίαν την τέλεσιν των μικτών γάμων, υπό τον όρον όμως να τελώνται ούτοι υπό ορθοδόξου ιερέως κατά τας διατυπώσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα δε εκ τούτων γεννώμενα τέκνα αμφοτέρων των φύλων να βαπτίζωνται και ανατρέφωνται κατά το ανατολικόν ορθόδοξον δόγμα» (Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Β΄, Αθήνα 1953, σελ. 1003-1004).

Πηγή :  Εφημερίδα - Hellas News



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου