"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

ΙΕΡΟΚΑΤΑΚΡΙΣΗ


Συγκλονιστικό είναι αυτό που αναφέρει ο μακαριστός Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης.  Έλεγε ο Γέροντας. Προσέξατε την κατάκριση είναι μεγάλο αμάρτημα. Αλλά πιο πάνω από την κατάκριση είναι η ιεροκατηγορία. Μεγάλο και βαρύ αμάρτημα τούτο. Κατά την μακρά περίοδο (70 χρόνια) που έζησα στον ευλογημένο αυτό τόπο, στο Άγιον  Όρος, είδα πολλές τιμωρίες εξαιτίας αυτής της αμαρτίας. Είδα και σε ένα χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Μονής μας, την εξής διήγηση:  Σ' ένα χωριό ένας γέροντας ιερέας, ενώ ήταν σ' όλα τα άλλα καλός και ιδιαίτερα φιλακόλουθος, υπέπιπτε στο πάθος της μέθης.  Όταν έβγαινε από την Εκκλησία, παρασυρόταν από το πάθος του προς τα καφενεία. Εκεί, μετά από 2-3 ποτηράκια αλκοόλ έχανε τον εαυτό του, ζαλιζόταν. Συναισθανόμενος όμως τη θέση του, σηκωνόταν και τρικλίζοντας έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι του. Σ' αυτό το δρόμο, όμως, είχε ο αδελφός του κατάστημα. Και όταν τον έβλεπε να περνάει σε τέτοια κατάσταση , έβγαινε στην πόρτα του μαγαζιού του, και όχι από λύπη, αλλά μάλλον από ευθιξία, τον εφασκέλωνε από πίσω με το δεξί του χέρι (τον εμούτζωνε, όπως λέμε).

Μετά από λίγο καιρό συνέπεσε να αποθάνει ο εύθικτος αυτός αδελφός του ιερέως.  Όταν ύστερα από τρία χρόνια άνοιξαν τον τάφο του για την ανακομιδή βρήκαν το δεξί του χέρι άλιωτο. Τον ξανάθαψαν και μάλιστα σε άλλο σημείο. Αλλά και πάλι βρέθηκε το δεξί του χέρι ακέραιο. Τότε με συμβουλή του άλλου εφημερίου ιερέως, επήραν το αδιάλυτο χέρι και το εξέθεσαν στο νάρθηκα του ναού, για να τον συγχωρέσουν οι συγχωριανοί του, για τυχόν λιποβαρή ζυγίσματα η άλλες αδικίες, συνηθισμένες σ' όσους ασχολούνται με το εμπόριο. Αλλά και πάλι μετά από άλλο ένα έτος ενταφιασμού βρέθηκε το χέρι αδιάλυτο. Τότε κατά θεία νεύση ένας άλλος έμπορος που είχε το κατάστημά του απέναντι, ανέφερε στον εφημέριο το γεγονός του καθημερινού φασκελώματος και του χλευασμού του γέροντα ιερέα από τον αδελφό του. Οπότε και κατάλαβε ο καλός εκείνος ιερέας ποιά ήταν η αιτία. Και αφού προσκάλεσε το γέροντα συλλειτουργό του τον παρότρυνε να κάνει τρισάγιο και να διαβάσει πάνω από το αδιάλυτο χέρι τη συγχωρητική ευχή. Πράγματι μόλις έγιναν αυτά, αμέσως τα σαρκώδη μέλη του άλιωτου χεριού διελύθησαν και έμειναν γυμνά τα οστά.

Με άλλα λόγια: η κατάκριση και τα σχόλια εις βάρος ιερέων (που τα έχουμε πολλοί πολύ εύκολα) είναι πολλές φορές αμαρτία πιο βαριά από τα φασκελώματα και τιμωρούνται πιο αυστηρά.

ΠΗΓΗ : Βασιλείου Κ. Ακριβοπούλου Πρωτοπρεσβυτέρου, Γιατί ; Μια σύντομη προσέγγιση του μυστηρίου του θανάτου, ΒΟΛΟΣ 2006.



Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

ΠΡΟΣ ΘΕΟΜΑΧΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

Για δέκα ολόκληρα χρόνια ο ιερομόναχος Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης ήταν η παρηγοριά των λεπρών στη Σπιναλόγκα. Ευλογούσε και κοινωνούσε τους αρρώστους, απλώνοντας το χέρι και λαμβάνοντας θεία κοινωνία από το ίδιο κουτάλι χωρίς να φοβηθεί την ασθένεια και τις συνέπειές της. Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για μια πληθωρική, καλοσυνάτη μορφή που είχε σκοπό να απαλύνει τα βάσανα των ανθρώπων που νοσούσαν. Τον χαρακτηρίζουν «θεόσταλτο» και «άγιο». Περισσότερες πληροφορίες για τον ιερομόναχο Χρύσανθο, έρχονται μέσα από την εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» και την μαρτυρία του Δημήτρη Παπαδάκη, πρώην Λυκειάρχη και πρόεδρο του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος τον γνώρισε από κοντά. «Πεταμένοι σαν κοπριά σ’ έναν κοπρόλακκο βρωμερό». «Το 1947 ο εφημέριος των λεπρών της Σπιναλόγκας π. Μελέτιος Βουργούρης έλαβε από τον Επίσκοπο Πέτρας Διονύσιο Μαραγκουδάκη διμηνιαία άδεια, από 20 Ιουλίου ως 20 Σεπτεμβρίου, για να μεταβεί στους Αγίους Τόπους. Μετά τη λήξη της άδειάς του δεν επέστρεψε στη θέση του. Ο Επίσκοπος δεν μπορούσε να βρει ιερέα για την αντικατάστασή του», αναφέρει ο κ. Παπαδάκης...

Ο κ. Παπαδάκης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη συγκινητική γνωριμία που είχε με τον παπα-Χρύσανθο, υπογραμμίζοντας: «Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ιερομόναχο Χρύσανθο τον Δεκαπενταύγουστο του 1967 στη Μονή Τοπλού. Ήταν βραχύσωμος, μορφή ασκητική, με λευκή γενειάδα. Τα χρόνια βάραιναν τους ώμους του. Το ράσο και ο καλογερικός σκούφος του ήταν ξεθωριασμένα. Βρισκόμουν ένα πρωί με τον πατέρα Χρύσανθο έξω από το Καθολικό. Τότε εμφανίστηκε ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Μόλις είδε τον πατέρα Χρύσανθο αναφώνησε γεμάτος έκπληξη και χαρά: “Πάτερ Χρύσανθε…”. Και την ίδια στιγμή δυο αγκαλιές ανοίχθηκαν. Στο φτωχικό κελί του π. Χρύσανθου μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τον ξένο αλλά και να τον προκαλέσω να μου μιλήσει για τις εμπειρίες του από την επαφή του με τον παπά στο νησί: “Ημουνα λεπρός”, είπε. “ Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η αρρώστια μας είχε παραμορφώσει. Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλεναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί, λίγο πριν από τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στο χωριό Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Οι δημοσιογράφοι χαρακτήριζαν την Σπιναλόγκα το "νησί των ζωντανών νεκρών", και οι υπάλληλοι δεν ήθελαν να μένουν το βράδυ με τους λεπρούς. Νοιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με τον λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές τον μήνα. Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη θεία λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας! Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε, ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστεια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη».

Η διήγηση για τη δεύτερη ημέρα στο νησί του π. Χρύσανθου έχει ως εξής: “Την άλλη μέρα πήγαμε στην Εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη θεία λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια. Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο, του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επι-δίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεκτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι. Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της θείας λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να πίνει ό,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα μάτια μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε... Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας την αγάπη. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς. Και έκανε τούτο, τηρώντας το : μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για…”, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει όμως τη φράση του. Ξέσπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα. “Ο πατήρ Χρύσανθος”, συνεχίζει ο κ. Παπαδάκης, “έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο δάπεδο, ακούγοντας τις περιγραφές του πρώην χανσενικού, είπε με ένα εσωτερικό μεγαλείο: "Πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σπουδαίο αυτό που έκαμα. Αυτό θα έκανε κάθε λειτουργός του Υψίστου, κάθε χριστιανός. Βοήθησα, όσο μπορούσα, συνανθρώπους μας να σηκώσουν τον σταυρό στον Γολγοθά τους. Έπειτα, η αρρώστεια δεν μεταδίδεται με τη Θεία Κοινωνία, με το σώμα και το αίμα του Χριστού". Έμεινε για να προσέχει τους τάφους! Με συγκίνηση ο π. Χρύσανθος μίλησε στον κ. Παπαδάκη για την απόφασή του να μείνει στο νησί, όταν πια όλοι είχαν φύγει από αυτό: “Το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας έκλεισε. Ήταν Ιούλιος του 1957. Έφυγαν όλοι από το νησί, έμεινα μόνο εγώ εκεί”. Τον ρώτησα γιατί; Και μου απάντησε: “ Έπρεπε να περιποιούμαι τους τάφους των χανσενικών. Έπρεπε ακόμα, βρισκόμενος μπροστά στους τάφους τους, να ψέλνω τρισάγιο για την ανάπαυση των ψυχών τους. Εγκατέλειψα το νησί το 1959...”».

ΠΗΓΗ :ΑΜΒΡΟΣΊΟΥ Γ. ΛΕΝΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΊΤΟΥ πρ. ΚΑΛΑΒΡΎΤΩΝ ΚΑΊ ΑΙΓΙΑΛΕΊΑΣ, «ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ!» ΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΑΙΓΙΟΝ, ΜΑΡΤΙΟΣ 2020, σ. 84 κ.ε.



Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

"ΠΗΡΑΜΕ ΕΝΤΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΩΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ..."


Προ πολλών ετών εις ένα μικρόν δωμάτιον, πλησίον του Οστεοφυλακίου της Σκήτης της Αγίας Άννης. ησκήτευεν ο ιερομόναχος Ματθαίος, προσευχόμενος αδιαλείπτως.

Μίαν ημέραν ο παπα - Ματθαίος ήκουσε θόρυβον εις το Οστεοφυλάκιον. Ανοίγει την πόρτα και τί βλέπει ; Βλέπει πολλούς ωραίους νέους, άλλοι να παίρνουν οστά από εκεί και να φεύγουν και άλλοι να φέρνουν οστά και να τα τοποθετούν εις το Οστεοφυλάκιον.

Έμεινεν εκστατικός. Την απορίαν του την έλυσεν ένας από τους λαμπρούς εκείνους νέους :

-Τί θαυμάζεις, παπα-Ματθαίε, του είπε. Εμείς είμεθα άγγελοι Θεού και πήραμε εντολή από την Παναγία να κάνωμε αυτό που βλέπεις. Μεταφέρουμε δηλαδή εδώ τα οστά εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι έφερναν συνεχώς τον νουν των εις το Άγιον Όρος και επεθύμουν να τελειώσουν εδώ τον δρόμον των, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Τοποθετούμε τα οστά των, για να αναστηθούν εδώ κατά την Δευτέρα Παρουσία. Και τα άλλα οστά, που βλέπεις ότι τα μεταθέτομε από εδώ έξω στον κόσμον, είναι εκείνων των μοναχών, οι οποίοι με το σώμα των ήσαν εδώ, αλλά με τον νουν των ευρίσκοντο εις τον κόσμον, θέλοντες να έχουν σχέσεις με γονείς και κοσμικούς. Δι΄ αυτό θα αναστηθούν όχι στο Άγιον Όρος αλλά στον κόσμον κατά την ημέρα της Κρίσεως.

ΠΗΓΗ : ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ ΚΟΤΣΩΝΗ, ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ, εκδ. Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ΚΟΥΦΑΛΙΑ 2004, σ. 321.



Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Οπτασία του Μοναχού Ίωάσαφ Γέροντος των Ίωσαφαίων εν Καρυές Αγίου Όρους για τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο


Κατά το έτος 1854 ο μοναχός Ιωάσαφ, ευρισκόμενος αρκετά χρόνια στό Άγιο 'Όρος, μετέβη στό Κονάκι της 'Ιεράς Μονής του Άγίου Παντελεήμονος στις Καρυές για την αγρυπνία του Άγίου Γεωργίου. Καθισμένος στά ψαλτήρια του όρθρου στό στασίδι του, συλλογιζόταν την φιλανθρωπία του Θεού προκειμένου με την ενανθρώπιση, την σταύρωση και την ανάσταση Του νά ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό.
Του ήλθε κατάνυξης και θείος πόθος νά λέγει την νοερά προσευχή ακατάπαυστα. Τότε νόμισε ότι βγήκε έξω από την εκκλησία και βρέθηκε ή ψυχή του, χωρισμένη από το σώμα του, σε μία όμορφη και απέραντη πεδιάδα. Στο βάθος αυτής είδε ένα άπειρο πλήθος λαμπροστολισμένων νέων, πού έλαμπαν σαν τον ήλιο και βάδιζαν ρυθμικά, αργά και σεμνά. Απορούσε ποιοι άνθρωποι είναι αυτοί και σε ποιόν ανήκει αυτό το πανέμορφο περιβόλι. Προσπέρασε αυτό το πλήθος και κατόπιν βλέπει μία άλλη αναρίθμητη στρατιά νέων πού φορούσαν στρατιωτικές στολές και ήταν όλοι ανδρειωμένοι και λαμπροί στην όψη. Στάθηκε λοιπόν και απολάμβανε την χάρη και δόξα τους. 'Ένας άπ' αυτούς είπε:
«Αυτός ο αδελφός μας θέλει νά πάει στον Βασιλέα και πρέπει κάποιος από εμάς νά τον οδήγηση». Ξεχώρισε τότε ένας άπ' αυτούς και είπε: «Θα οδηγήσω εγώ μόνος μου τον αδελφό στον Βασιλέα, διότι μου έχει ιδιαίτερη αγάπη, ήμέρα-νύκτα επικαλείται το όνομά μου και εγώ πολλές φορές στάθηκα εγγυητής στον Βασιλέα γι' αυτόν».
Πράγματι ο στρατιωτικός Αυτός νέος πλησίασε το μοναχό Ίωάσαφ και του είπε: «Ακολούθησέ με και εγώ Θα σε παρουσιάσω στον Βασιλέα».
Αδελφέ, του λέγει ο Ίωάσαφ, ποιος είμαι εγώ πού θα παρουσιασθώ στον Βασιλέα και τι νά με κάνη έμένα ο Βασιλεύς; Ποιος είναι Αυτός και πού με γνωρίζει έμένα;
- Αδελφέ, του λέγει ο στρατιωτικός Άγιος, κάνεις πώς δεν ξέρεις ποιος είναι ο Βασιλεύς και ποιος είμαι εγώ δεν με γνωρίζεις; Επειδή με αγαπάς και επικαλείσαι το όνομά μου, ήλθα εγώ νά σε παρουσιάσω στον Βασιλέα και ακολούθησέ με».
Περπατώντας μαζί στην απέραντη εκείνη πεδιάδα, έφθασαν στο τέρμα της και μπήκαν σ' ένα στενό και μακρύ δρόμο με πανύψηλα τείχη, ώστε ο μοναχός Ίωάσαφ φοβήθηκε πολύ μη ξέροντας ακόμη και ποιος είναι Αυτός πού τον οδηγεί.
Ό οδηγός του βλέποντας τον Μοναχό νά δειλιάζει, του λέγει: «Γιατί, Αδελφέ, σε κυριεύει ή αμέλεια και δεν προσέχεις με τον νου σου στην επίκληση του ονόματος του Χριστού, στην ευχή «Κύριε 'Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό»; Ό Μοναχός, όταν άκουσε αυτά, κατανύχθηκε και, όσο έλεγε την ευχή, θερμαινόταν ή καρδιά του για τον πόθο του Θεού και αμέσως έλαβε θεία δύναμη, μη έχοντας πλέον δειλία και φόβο. Και πάλι ο οδηγός του , του είπε: «Βλέπεις πού τώρα είσαι καλλίτερα; Εάν θέλεις την σωτηρία της ψυχής σου, μην αφήνεις ποτέ την ευχή αύτή. 'Έτσι Θα αποκτήσεις καθαρό νου και καρδιά και θα ιδείς μυστήρια Θεού. Πρόσεχε όμως νά έχεις ακριβή και καθαρή εξομολόγηση στον Πνευματικό σου πατέρα για ό,τι κακό σου παρουσιαστή.
Προχωρώντας ακόμη μέσα στο στενωπό αυτό δρομάκι που στις γωνιές του είχε σταυρούς, άρχισε ο αγγελόμορφος Άγιος νά κάνη το σημείο του σταυρού, παρακινώντας νά κάνη το ίδιο και ο Μοναχός, και ψάλλοντας συγχρόνως: « το Σταυρόν σου προσκυνούμε, Δέσποτα και την άγίαν σου Ανάστασιν δοξάζομε».
Μετά από αρκετό διάστημα πορείας, έφθασαν στην άκρη του δρόμου αυτού στην οποία στηριζόταν ή άκρη μιας κρεμαστής τεραστίας γέφυρας, ενώ ή άλλη της άκρη ακουμπούσε σ' ένα πανύψηλο βουνό. Και πάλι φόβος και τρόμος κατέλαβε τον μοναχό 'Ιωάσαφ, σκεπτόμενο ότι θα διανύσει αύτή την γέφυρα πού αίωρείτο σαν φύλλο του δένδρου. Ο οδηγός του Άγιος του είπε: «Αδελφέ, δώσε μου το χέρι σου και λέγε αδιάκοπα την ευχή, χωρίς νά σκέπτεσαι τίποτε άλλο». Όταν έφθασαν στο μέσον αυτής της γέφυρας, κάτω από την όποία απλωνόταν βαθύτατη χαράδρα, είπε ο οδηγός του: «'Εδώ κάνε τον σταυρό σου και επικαλέσου το χαριτωμένο όνομα της Παναγίας και εκείνη θα σου δώσει δύναμη!». Πράγματι εκείνος είπε: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ με τον αμαρτωλό». 'Έλαβε τόσο θάρρος ώστε έφυγε όλη ή δειλία πού τον διακατείχε.
Φθάνοντας στο άλλο άκρο της γέφυρας, ανέβηκαν με δυσκολία στο βουνό. 'Εκεί υπήρχε μία πόρτα και αφού σταυροκοπήθηκαν τρεις φορές, μπήκαν μέσα. 'Εκεί είδαν ν' απλώνεται μπροστά τους μία άλλη ανώτερη στην ομορφιά και την χάρη πεδιάδα πού έμοιαζε με το στερέωμα του ουρανού. Όσο προχωρούσαν, τόσο ο μοναχός Ίωάσαφ αιχμαλωτιζόταν από το αμήχανο και εξωγήινο κάλλος αύτου του τόπου. 'Εκεί είδε πολλούς να φορούν καλογερικά ρούχα χρώματος κοκκινωπού και έλαμπαν σαν τον ήλιο. Υποδέχθηκαν τον άγιο οδηγό του με ασπασμούς και πολλή χαρά λέγοντάς του:
- Χαίρεις Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, αγαπημένε δούλε του Χριστού!
- Χαίρετε και εσείς, Όσιοι, αγαπημένοι του Χριστού!
Όλοι αυτοί οί όσιοι έστρεψαν τά μάτια τους πρός τον μοναχό Ίωάσαφ και του είπαν: «'Εάν, Αδελφέ, κερδίσει κάποιος όλο τον κόσμο και ζημιωθεί την ψυχή του, ποιο θα είναι το όφελος; 'Εάν ζήσης εκατό, διακόσια και χίλια ακόμη χρόνια σ' αυτόν τον κόσμο πού ζεις και κερδίσεις χρήματα, δόξες και ηδονές, τι θα σε ωφελήσουν όλα αυτά στην φρικτή ώρα του θανάτου σου;
Γι' αυτό, Αδελφέ, άφησε την αμέλεια και γύρισε στην πρώτη και ενάρετη ζωή σου πού ήταν γεμάτη ευλάβεια, κατάνυξη και ταπείνωση για νά έλθεις σ' αύτή την μακάρια ζωή πού αξιώθηκες νά ιδείς χάρις στον προστάτη σου Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο πού τόσο Αυτός σε αγαπά και σ' έφερε εδώ ν' απολαύσεις για λίγο τά πανευφρόσυνα κάλλη του παραδείσου. Μη προτιμήσεις τά πρόσκαιρα από τά ουράνια. μη σε κυριεύει ή αμέλεια, ο ύπνος, οί μάταιες φροντίδες και αφήνεις τον πνευματικό σου αγώνα, ο όποιος θα σου χαρίσει την αιώνια αγάπη του Χρίστου. Μη λύπησης τον Χριστό και Δεσπότη μας πού μας εξαγόρασε με το πανάγιο Του Αίμα χύνοντας το επί του Σταυρού.
Εάν θέλεις, να παρακαλούμε τον Θεό για σένα και για όλο τον κόσμο, διόρθωσε την ζωή σου να χαροποίησης τον Θεό και εμάς πού αγαπούμε όλο τον κόσμο και θέλουμε να έλθετε όλοι εδώ στην Βασιλεία του Θεού».
Έπειτα γύρισαν και είπαν στον άγιο Γεώργιο: «Γεώργιε, αθλητά του Χρίστου μας και αγαπημένε μας αδελφέ, λάβε την φροντίδα αυτής της ψυχής και να την παρουσίασης στον Βασιλέα των όλων διότι μεγάλη είναι ή παρρησία σου προς Αυτόν». Τότε ο μοναχός Ίωάσαφ κατάλαβε ποιόν οδηγό είχε κοντά του, πόσες φορές τον βοήθησε στον κόσμο, και τον είχε βάλει μεσίτη στον Δεσπότη Χριστό για την σωτηρία του. Πλημμυρισμένος, όπως ήταν από αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον Άγιο, τον πλησίασε και επί πολλή ώρα τον ασπαζόταν με δάκρυα.
Βαδίζοντας ακόμη στην πανέμορφη αύτη πεδιάδα είδε ο Μοναχός και άλλους μοναχούς, ενδοξότερους από τους προηγούμενους, αλλά ολιγότερους. Ρώτησε τον οδηγό του: «Άγιε του Θεού, ποιοι είναι αυτοί οι αγιότεροι από τους άλλους μοναχοί και ποια τα κατορθώματα τους;». Ό Άγιος του είπε: «Αδελφέ, αυτοί είναι από τους μοναχούς αυτού του αιώνος, πού αγωνίσθηκαν μόνοι τους χωρίς πνευματικό οδηγό, βαδίζοντας επάνω στα ίχνη των παλαιών Πατέρων και επειδή ευχαρίστησαν τον Θεό, τους αντάμειψε Εκείνος με αυτή την δόξα πού βλέπεις». «Μα σήμερα, του λέγει ο Μοναχός, χάθηκε κάθε ίχνος αρετής και πώς είναι δυνατόν να ευρίσκονται στον κόσμο τέτοιοι εκλεκτοί άνθρωποι;». Τότε ο Άγιος του είπε «Αδελφέ, Ίωάσαφ, λίγοι εκλεκτοί άνθρωποι ευρίσκονται σημέρα στον κόσμο, με την διαφορά ότι, οποίος κοπιάσει για λίγη αρετή, υπομείνει τον αδελφό του και δεν τον κατακρίνει, αυτός θα ευχαρίστηση τον Θεό και θα κλιθεί «μέγας εν τη βασιλεία των ουρανών».
Συνεχίζοντας την πορεία τους έφθασαν στο μεγαλόπρεπο παλάτι του ουρανίου Βασιλέως. Εκεί στην είσοδο τους χαιρέτησαν με τον εν Χριστώ ασπασμό βαθμοφόροι και ένδοξοι άνδρες πού έλαμπαν τα πρόσωπα τους και τους οδήγησαν μέσα σε μία ολόφωτη αίθουσα. Δεξιά της εισόδου ήταν ή Εικόνα του Χρίστου, ενώ αριστερά της Παναγίας καθισμένης σε θρόνο.
Μέσα στην αίθουσα κάθονταν αμέτρητο πλήθος νέων με μοναχικές στολές πού κρατούσαν στα χέρια τους σταυρό και λουλούδια πού ευωδίαζαν. Όλοι αυτοί επήραν στα χέρια τους τον Ίωάσαφ και μπροστά στην εικόνα του Χρίστου και της Παναγίας έψαλαν το «'Άξιόν εστίν...». Κατόπιν προσκύνησαν αυτές τις Εικόνες και είπαν στον Μοναχό: «Αδελφέ, όλα αυτά πού βλέπεις γίνονται για σένα κοίταξε λοιπόν να γίνεις καλός και επιμελής στις αρετές για να έλθεις το συντομότερο εδώ».
Μετά αποσύρθηκαν όλοι και έμειναν ο άγιος Γεώργιος και ο Μοναχός. Τότε άνοιξε μία μεγάλη πόρτα και ακούσθηκε από εκεί μία γλυκεία φωνή πού έλεγε: «Μεγάλη σου είναι ή ευσπλαχνία Κύριε, για τους ανθρώπους». Τότε είδε ο μοναχός Ίωάσαφ μία μεγάλη και αφάνταστου κάλλους εκκλησία, στην μέση της οποίας υπήρχε πύρινος θρόνος, πολύ λαμπρότερος από τον ήλιο. Εκεί στεκόταν ο Βασιλεύς της δόξης Χριστός εν μέσω μυριάδων ανθρώπων με στρατιωτικές στολές και πρόσωπα αστραπόμορφα. Ό Δεσπότης Χριστός φορούσε στην κεφαλή Του άδαμαντοκόσμητο στεφάνι και έλαμπε όλος ως αστραπή.
Ό αδελφός Ίωάσαφ στάθηκε έξω στην πόρτα κοιτάζοντας προς τα μέσα με θαυμασμό και αχόρταστα. Μπήκε μέσα ο άγιος Γεώργιος, έκανε το σημείο του σταυρού, τρεις μετάνοιες και προσκύνησε τον Βασιλέα. Κατόπιν ετοιμαζόταν να επιστρέψει για να φέρει μαζί του και τον Ίωάσαφ, αλλά άκουσε την φωνή του Βασιλέως πού του είπε: «"Άφησε τον αυτόν, δεν είναι άξιος να εισέλθει, διότι δεν έχει ένδυμα γάμου».
Ακούγοντας αυτά ο μοναχός Ίωάσαφ φοβήθηκε μήπως καταδικασθεί και άρχισε με προθυμία να λέγει την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με και δόσμου το έλεος Σου». Ό άγιος Γεώργιος έπεσε στα πόδια του Βασιλέως και του είπε: «Κύριε, θυμήσου το Αίμα πού έχυσες επί του σταυρού για την σωτηρία των ανθρώπων, γι' αυτό σε παρακαλώ συγχώρεσε την αμαρτωλή αυτή ψυχή και οδήγησε την στον δρόμο της σωτηρίας. Γνωρίζω ότι πέλαγος και άβυσσος είναι ή ευσπλαχνία Σου». και τότε ο Βασιλεύς αποκρίθηκε:
- Γεώργιε γνωρίζεις καλά την αγάπη πού έδειξα σ' αυτόν και την χάρη πού του έκανα να γνωρίσει αυτά τα μυστήρια της αγάπης μου, για την οποία άλλοι μεγάλο αγωνιστές τα ζήτησαν και δεν τα επέτυχαν. Αυτός δεν είχε στην ψυχή του την δική μου αγάπη, με καταφρόνησε, έζησε μέχρι τώρα με αμέλεια, και για τα ψεύτικα πράγματα του κόσμου, παρέβλεψε έμενα και γι' αυτό δεν είναι άξιος συγχωρήσεως».
Γνωρίζω, Κύριε, συνέχισε παρακλητικά ο Άγιος, ότι, εάν κρίνεις με την δικαιοσύνη Σου, είναι άξιος τιμωρίας, αλλά, σε παρακαλώ, ας περισσεύσει σ' αυτόν ή ευσπλαχνία Σου. Γνωρίζεις ότι ο κόσμος σήμερα ευρίσκεται στο πονηρό, πλεόνασε ή κακία και δεν υπάρχουν πολλά παραδείγματα αρετής. Ας πλεονάσει ή χάρις Σου, Κύριε, να σωθεί ο δούλος Σου, διότι έχει καλή προαίρεση και μόνο ή συνήθεια του κακού τον νίκα».
- Αγαπητέ μου Γεώργιε, γνωρίζω την κατάσταση του κόσμου, τις παραβάσεις των εντολών μου, τις αδικίες, πορνείες, μοιχείες και όλα τά γνωστά και τά κρυπτά των ανθρώπων. Υπομένω όμως περιμένοντας έστω και την μετάνοια ενός αμαρτωλού. Επιθυμώ όλοι οί άνθρωποι νά σωθούν, γι' αυτό άλλωστε έχυσα το Αίμα μου στον σταυρό και κάθε ήμέρα θυσιάζομαι. Άλλά αυτός για τον όποίο με παρακαλείς, δεν ακούει στις εντολές μου και μέχρι σήμερα κάνει το θέλημά του. Δεν έπαυσα νά του δείχνω τον σωστό δρόμο, εκείνος όμως πέφτει στην αμέλεια, περιφρονεί και παραγνωρίζει την θυσία μου».
- Τότε ο Άγιος Γεώργιος ασπαζόμενος τά πόδια Του με πολλή ταπείνωση του είπε: «Θυμήσου, Κύριε το αίμα μου, πού για την αγάπη Σου, έχυσα και χάρισέ μου αύτή την ψυχή. Συγχώρεσέ την, Κύριε και αξίωσέ την νά πιει το ποτήρι της άγάπης Σου και νά κάνη το άγιο θέλημά Σου».
- Τότε ο Κύριος με χαρούμενο πρόσωπο του είπε: «Γεώργιε, ας γίνει το θέλημά σου». Του έδωκε με την δεξιά Του ένα ποτήρι και του είπε: «Πάρε το ποτήρι μ' αυτό το ποτό και δώσε του νά το πιει. Αυτό είναι το ποτήρι της αγάπης μου. Όλοι οί άγιοι άπ' αυτό το ποτήρι ήπιαν, διότι αυτό στην ψεύτικη ζωή είναι γεμάτο, βάσανα, δοκιμασίες, στεναγμούς, μαρτύρια και θάνατο του σώματος για νά καθαριστή ή ψυχή, και νά χαίρεται εδώ στον παράδεισο αιώνια».
Ό Άγιος Γεώργιος το επήρε και το έδωσε στον μοναχό Ίωάσαφ, ο όποίος, αφού το ήπιε, μέθυσε από την αγάπη του Ουράνιου Νυμφίου Χριστού και μπαίνοντας στην εκκλησία εκείνη, σωριάσθηκε ατά πόδια του Χριστού και τά καταφιλούσε με λαχτάρα και πολλή χαρά.
Ό Χριστός στρέφοντας την μορφή του στον Άγιο, του είπε: «Πάρε τον αδελφό Ίωάσαφ και πήγαινέ τον κάτω στον κόσμο ν' αγωνιστή για ν' αποκτήσει την πρώτη μου αγάπη πού έχασε με την αμέλεια. 'Όταν ετοιμαστεί θα τον αξιώσω νά πιει το ποτήρι πού ήπια και εγώ στον κατάλληλο καιρό».
Αφού ασπάσθηκαν τούς πόδες του Κυρίου και χαιρέτησαν όλους τούς αυλικούς άρχοντες του ουρανίου παλατιού, κατέβαιναν για τον γυρισμό. Ό αδελφός Ίωάσαφ είπε στον οδηγό του: «'Άγιε Γεώργιε, δεν είναι δυνατόν νά μείνω και εγώ εδώ πού είμαστε και νά μη γυρίσω πάλι στον κόσμο;
- 'Αγαπητέ μου, του λέγει ο 'Άγιος, αυτό είναι αδύνατο, διότι το θέλημα του Κυρίου μας είναι νά κατέβεις κάτω και, αφού πνευματικά στολιστείς με όλες τις αρετές, θα έλθεις μετά εδώ ν' απολαμβάνεις την δόξα Του αιώνια».
Επιστρέφοντας από τον ίδιο δρόμο, έφθασαν στην μέση εκείνου του γεφυριού, όπότε ο 'Άγιος είπε στον Μοναχό: «Ή Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσι αυτήν». Λοιπόν την ευσπλαχνία του Θεού την γνωρίζεις, άγωνίσου ν' αποκτήσεις την πρώτη αγάπη και εγώ δεν θα σε αφήσω αβοήθητο». Λέγοντάς του αυτά, τον σφράγισε τρεις φορές με το σημείο του σταυρού και έγινε άφαντος.
Την ίδια στιγμή ακούσθηκαν ανατριχιαστικές φωνές και απειλές των δαιμόνων πού ανέβαιναν από την χαράδρα λέγοντες: «Τώρα πού έμεινε μόνος του ο Καλόγερος, ελάτε νά τον γκρεμίσουμε κάτω, πριν έλθει ο Γεώργιος». Ό αδελφός Ίωάσαφ δεν μπορούσε νά πάει ούτε μπρος ούτε πίσω, ενώ οί δαίμονες ορμούσαν νά τον ρίξουν στον γκρεμό. Τότε εκείνος σήκωσε τά χέρια του ψηλά και είπε: «Κύριε, βοήθησέ με αυτή την στιγμή διότι κινδυνεύω νά καταποντισθώ από τούς φοβερούς δαίμονες.
Του ήλθε τότε φωνή από τον ουρανό πού του έλεγε: «Αδελφέ, μη αμελής, λέγε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό», και με τις ευχές της Κυρίας Θεοτόκου δεν θα πάθεις τίποτε».
Αμέσως ο αδελφός άρχισε νά λέγει συνεχώς την ευχή και χωρίς νά το καταλάβει ευρέθηκε στον εαυτό του, όπως ήταν στο στασίδι καθισμένος.

ΠΗΓΗ :  ΨΥΧΩΦΕΛΕΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ", ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008.


Η ΑΓΙΟΣΥΝΗ ΕΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΗ ΦΥΣΗ


Aπό τις αναμνήσεις του ήταν και αυτό που το άκουσα ότι το έζησαν και άλλοι.

Σε μια επίσκεψή του στον πατέρα Παίσιο, βλέπει να βγαίνει μέσα από το κονάκι του ένα φίδι. Μαζεύει τα ράσα του και έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Τον καθησυχάζει ο γέροντας λέγοντας.
- Μή φοβάσαι, και απευθυνόμενος στο φίδι του λέει :
- Δεν σου είπα ότι, όταν έχω φίλους, δεν θα έρχεσαι ; Πήγαινε τώρα και όταν φύγουν έλα να σου δώσω να φας.

Το φίδι έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε. Η αγιοσύνη εξημερώνει τη φύση, όπως ήταν και στον παράδεισο με τους πρωτοπλάστους.

ΠΗΓΗ : Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη, Εφημέριου Αγ. Βασιλείου Λαγκαδά, Εκδ.: "Ορθόδοξος Κυψέλη", Θεσσαλονίκη, σσ 18 - 19.



ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΜΑΣΟΝΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΝ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ


Άλλη φορά πάλι μας έλεγε :  
- Πηγαίναμε μερικοί ιερείς να επισκεφτούμε τον πατέρα Εφραίμ στα Κατουνάκια. Στο δρόμο συναντάμε και έναν άλλο ιερέα.
- Πού πάτε αδελφοί ;
- Στα Κατουνάκια, στον γέροντα Εφραίμ.
- Και εγώ εκεί πηγαίνω.
Προχωράμε όλοι μαζί κουβεντιάζοντας. Κάποτε φτάνουμε. Βγαίνει ο γέροντας στην πόρτα. Αγριεύει και βάζει τις φωνές.
- Αυτός τί θέλει μαζί σας ; Δεν είναι ιερέας, είναι μασόνος. Έξω από δω. Ελάτε μόνο οι άλλοι μέσα.
Πράγματι μπήκαμε οι άλλοι, κουβεντιάσαμε και σε λίγο πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Στην στροφή του δρόμου μας περίμενε ο ψευτοϊερέας. Αλήθεια, μας λέει, δεν είμαι ιερέας, είμαι μασόνος, όπως είπε ο γέροντας, έβαλα το ράσο για να μπορέσω να εισχωρήσω παντού και να τα δω όλα, αλλά δεν φανταζόμουν ότι υπάρχουν πράγματι εδώ τόσοι άγιοι γέροντες με τόση φώτιση.

ΠΗΓΗ : Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη, Εφημέριου Αγ. Βασιλείου Λαγκαδά, Εκδ.: "Ορθόδοξος Κυψέλη", Θεσσαλονίκη, σ. 18.


Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ


O προηγούμενος μοναχός, μη συνετισθείς από το πάθημά του, έπεσε σε άλλο παράπτωμα ανυπακοής. Ένα μεσημέρι εσκέφθη να κατεβεί στη θάλασσα να ψαρέψει. Προτού να φύγει, πηγαίνει να πάρει την ευλογία (άδεια) από τον θείο Γέροντά του Παρθένιον. Ο Παρθένιος όμως εκοιμάτο και διά να μην τον ξυπνήσει εξεκίνησε χωρίς άδεια. Αυτό ήτο παρακοή. Επήγε και εψάρεψε πολύ ωραία βούπα. Χαρούμενος επιστρέφει και χαρούμενος λέγει εις τον Γέροντά του.
-Γέροντα, Γέροντα. Ωραία βούπα. Έπιασα ωραία βούπα.
-Από ποιόν επήρες άδεια ; Τίνος το είπες ;
-Μα, Γέροντα, εκοιμόσουν, και διά να μην σε ξυπνήσω...
-Τίποτα, τίποτα. Να πας, αμέσως, να την πετάξεις εκεί που την ηύρες.
-Μα, Γέροντα, δεν είναι κρίμα να την πετάξω ;
-Ό,τι σου είπα. Εδώ δεν κάνει ο καθένας το θέλημά του. Ένα θέλημα θα γίνεται. Ένας θα διευθύνει το Μοναστήρι.
Επήγεν ο μοναχός και την έρριψε εις την θάλασσα. Πριν την ρίξει εις την θάλασσα, άνοιξε τα στόματα μερικών ψαριών και είχαν σκουλήκια και εθαύμασε. Όταν εδιηγήθη το γεγονός, ο Γέροντας του είπε :
-Αυτοί είναι, παιδί μου, οι καρποί της παρακοής.

ΠΗΓΗ : ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΧ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΑΚΗ, ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΚΕΙΜ ΔΥΟ ΡΕΘΥΜΝΙΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ, ΡΕΘΥΜΝΟ 2017, σ. 94 κ.ε.



Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚH MAΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ


Κάποτε λοιπὸν μοῦ εἶπε καὶ τὸ ἀκόλουθον, τὸ ὁποῖον μὲ συνετάραξε. 

«Κατ΄ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, Πάτερ, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοῦ ἔδειξε τὸν Ἅδην ἐκεῖ ποὺ εἶναι αἱ ψυχαὶ τῶν κολασμένων ἀνθρώπων, τὸν τόπον ποὺ βασιλεύει ὁ διάβολος. Ἐκεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ φρικτὰ ποὺ εἶδα κατ΄ ἐξοχὴν μὲ ἐντυπωσίασε ὅτι εἶδα πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, μαύρους, ἀπολιθωμένους, ὀρθίους μὲ προτεταμένην τὴν ποιμαντορικὴν ῥάβδον».

ΠΗΓΗ : ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ – ΤΕΩΣ ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ (1977-78 και 1982-1992), ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013 ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. 



Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ – ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΑΙΜΟΝΙΟΥ


Ο π. Νεόφυτος ………… προτού αρχίσει η τελετή του Ευχελαίου φύλαγε τον δαιμονισμένο. Ήξερε πως κάποιος συγκεκριμένος λόγος θα υπήρχε, ώστε να παραχωρήσει ο Θεός τέτοια τιμωρία. Για να εξακριβώσει λοιπόν τον λόγο υποβάλει μια ερώτηση :
-Πονηρό δαιμόνιο, για ποιά αιτία μπήκες στον Ιλαρίωνα ;
-Άντε πήγαινε πέρα εσύ, απαντά το δαιμόνιο, που θα σου δώσω εγώ τον λόγο!
-Σε εξορκίζω εις το όνομα της Αγίας Τριάδος να μου πεις την αιτία.
-Βρε τι θέλεις και με ορκίζεις εσύ που δεν είσαι ούτε παπάς ούτε τίποτε. Εμπήκα γιατί………… ήταν υπερήφανος.
-Και πάλι σε εξορκίζω εις το όνομα της Αγίας Τριάδος να μου πεις ποιός είναι υπερήφανος.
Και το δαιμόνιο χωρίς να θέλει, αλλά πιεζόμενο από τον εξορκισμό, έκανε μια θαυμαστή ομολογία.
-Ποιός είναι υπερήφανος ! Να ποιός είναι : Όποιος στις εικοσιτέσσερις ώρες που έχει το ημερονύχτιο δεν βάζει ούτε μια φορά στο νου του πως είναι αμαρτωλός, αυτός είναι ο υ-περ-ή-φα-νος (τις τελευταίες λέξεις τις εφώναξε με υψωμένο τον τόνο της φωνής).

ΠΗΓΗ : ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2009, σελ.82 κ.ε.



Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

"ΟΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ, ΤΟΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΜΑΣ"


Διηγήθηκαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι περπατώντας κάποια φορά στην έρημο, βρήκε παραπεταμένο πάνω στο χώμα ένα κρανίο νεκρού. Το κούνησε λίγο με το φοινικένιο ραβδί του λέγοντάς του : "Σύ, ποιός είσαι ; Αποκρίσου με". Το κρανίο του μίλησε και είπε : "Εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδωλολατρών που παρέμειναν σ΄ αυτόν τον τόπο. κι εσύ είσαι ο αββάς Μακάριος που έχεις μέσα σου το άγιο Πνεύμα. Όποια ώρα λοιπόν σπλαχνίζεσαι αυτούς που είναι στην κόλαση, παρηγορούνται λίγο". Τον ρωτάει ο αββάς Μακάριος : "Και τί λογής παρηγοριά έχουν;" Και απαντά το κρανίο : " 'Όση είναι η απόσταση μεταξύ ουρανού και γης, τόση είναι η φωτιά κάτω από μας". Καθώς λοιπόν στεκόμαστε μέσα στη φωτιά από το κεφάλι ως τα πόδια, δεν είναι δυνατόν ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου, γιατί η ράχη του ενός είναι κολλημένη στη ράχη του άλλου. Όταν όμως προσεύχεσαι για μας, βλέπει εν μέρει ο ένας το πρόσωπο του άλλου".

Έκλαψε τότε ο Γέροντας και είπε : "Αλίμονο στην ημέρα που γεννήθηκε ο άνθρωπος, εάν αυτή είναι η παρηγοριά της κόλασης". Τον ξαναρωτάει ο Γέροντας "Υπάρχει άλλο χειρότερο βάσανο απ΄ αυτό;" Και λέει το κρανίο : "Το μεγαλύτερο βάσανο είναι κάτω από μας". "Και ποιοί είναι σ΄ αυτό ;" "Εμείς - απαντά το κρανίο - που δεν γνωρίσαμε τον Θεό, βρίσκουμε έστω λίγο έλεος. Εκείνοι όμως που γνώρισαν τον Θεό και τον αρνήθηκαν και δεν έκαναν το θέλημά του, αυτοί είναι που βρίσκονται κάτω από μας".

Μετά από αυτά πήρε ο Γέροντας το κρανίο, το έθαψε στη γη και συνέχισε τον δρόμο του.

ΠΗΓΗ : Το Μέγα Γεροντικόν, τομ. Α΄, εκδ. Ι. Ησυχ. "ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ", ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 1994, σσ. 327-328.



Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΓΙΩΡΓΗΣ - ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


Παλιά ήταν ένας δια Χριστόν σαλός, όλοι τον ήξεραν σαν Γιώργη. Ήταν ρακένδυτος, κάτι κουρέλια σκέπαζαν το κορμί του. Ανάμεσα στα βάτα αν άνοιγε τα χέρια δεν ξεχώριζες αν ήταν άνθρωπος ή αϊτός. Δε μαγείρευε ποτέ. Έτρωγε βατόμουρα, κάστανα, κούμαρα και στο τέλος βελανίδια. Ζούσε έξω απ΄ την Εσφιγμένου και γυρνούσε στα πανηγύρια. Δεν έτρωγε τίποτε. Κοινωνούσε εκεί κι ύστερα πασάλειβε με αυγά και φαγιά τα γένια του και νόμιζες πως πάντα τρώει. Φεύγοντας απ΄ τα πανηγύρια φώναζε φαί - ζωή, νηστεία - θάνατος. Στην αρχή τον είχαν για δαιμονισμένο. Όλοι τον έλεγαν ο δαιμονισμένος. Μα ο π. Γερμανός, ένας πάνω από 85 χρόνια, που είχε προορατικό, μου ΄πε να το εξομολογηθώ. Τότε ήμουν τραπεζάρης. Ήρθε λοιπόν ο Γιώργης και τον παραφύλαξα. Καθόταν έξω και ήξερε όλους τους ήχους, τα πάντα, όλη την τάξη της εκκλησίας απ΄ έξω.

ΠΗΓΗ : ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΠΑΛΑΙΩΝ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΣΙΜΟΝΟΠΕΤΡΑ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1979, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σ. 10.



Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Το προσκυνηματικό παρεκκλήσι του Αγ. Παίσίου στον Μαίστρο της Αλεξανδρούπολης


Ολίγον προ της κοιμήσεώς του τον επεσκέφθη ο οσιολογιώτατος πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης.

- Πές  μου, πάτερ Παίσιε, πώς αισθάνεσαι τώρα εν όψει του μεγάλου ταξιδιού δια τους ουρανούς ;

- Πάτερ Θεόκλητε, τί να σου πω ; Εγώ, ποτέ δεν εχόρεψα, αλλά εάν μπορούσα τώρα, θα έστηνα ένα χορό και θα τραγουδούσα "έχε γειά, καημένε κόσμε".

ΠΗΓΗ : Αρχιμ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης, ¨Εκκλησιαστική Αλήθεια" εφημ., φυλ. 1 Σεπτεμβρίου 1994.