"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

"Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ ΩΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ"* - ΑΡΧΙΜ. ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ι.Μ. ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ


Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός έκανε την αποταγή του στην ηλικία των 16 ετών το καλοκαίρι του 1937 στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο. Αφορμή της αποταγής του ήταν το εξής γεγονός. Μετά την παρακολούθηση μίας κωμικής ταινίας, αισθάνθηκε ένα μεγάλο υπαρξιακό κενό και μία βαθιά νέκρωση για τα πρόσκαιρα. Στεκόταν μόνος σ’ ένα ύψωμα στην πόλη της Πάφου, την βραδινή εκείνη ώρα, όταν ξαφνικά μέσα σε ένα υπερκόσμιο, ιλαρό φως πρόβαλε η παρακλητική, γεμάτη αγάπη και ειρήνη μορφή του Κυρίου. Εμφανίστηκε σε αυτόν ο ίδιος ο Χριστός και του είπε: «Γι’ αυτό δημιούργησα τον άνθρωπο; Ο άνθρωπος είναι αθάνατος». Μετά από αυτήν την όραση πήρε την απόφαση να αρνηθεί τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός. Στην μοναχική κουρά του πήρε το όνομα Σωφρόνιος και έζησε στην Μονή για 10 περίπου χρόνια. Με αφορμή το ημερολογιακό ζήτημα που είχε διχάσει την Μονή σε δύο στρατόπεδα, αλλά ουσιαστικά κατευθυνόμενος από την πρόνοια του Θεού και κατόπιν προτροπής και ευλογίας από τον πνευματικό της Μονής παπα-Κυπριανό κατευθύνεται για το Άγιον Όρος για υψηλότερη πνευματική ζωή.

Προσωρινά, στις αρχές του 1947, φιλοξενήθηκε στην ασκητική Καλύβη της Θείας Αναλήψεως κάτω από το Κυριακό της Σκήτης της Αγίας Άννης από τον σεβαστό Γέροντα Νικόδημο και την εξαμελή συνοδεία του. Η συνοδεία εκεί ασχολείτο με την ξυλουργική. Η πρόνοια του Θεού φρόντισε ώστε όταν χρειάστηκε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής μία ξύλινη πόρτα για το εκκλησάκι του ασκητηρίου, που ήταν αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο, να παραγγείλει την κατασκευή της στην συνοδεία που ο π. Σωφρόνιος έμενε προσωρινά, στην Αγία Άννα.

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής εκείνη την περίοδο ησύχαζε στη Μικρά Αγία Άννα με τον συνασκητή του πατέρα Αρσένιο και τον π. Αθανάσιο, τον κατά σάρκα αδελφό του, μέσα στα απόκρημνα ερημικά σπήλαια. Ετύγχανε ιδιαιτέρου σεβασμού από τους ευλαβείς Αγιορείτες μοναχούς ως δάσκαλος της νοεράς ησυχίας και προσευχής, ως καθηγητής της μοναχικής πολιτείας. Ο π. Σωφρόνιος τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από την μορφή και τους λόγους του Γέροντος Ιωσήφ που την άλλη ημέρα ζήτησε από τον Γέροντα να τον πάρει στην συνοδεία του, αλλά ο Γέροντας αρνήθηκε. Η επιμονή του νεαρού τότε Σωφρονίου έπεισε τον Άγιο Γέροντα να του υποσχεθεί ότι πρώτα θα προσευχηθεί και να επιστρέψει την επομένη να του δοθεί η απάντηση, η οποία τελικά ήταν θετική. Αργότερα έγινε γνωστό ποιά αποκάλυψη δέχθηκε ο σεβαστός Γέροντας, ώστε να πεισθεί να δεχτεί τον νεαρό Σωφρόνιο ως πρώτο υποτακτικό του. Είδε ένα πουλάκι να πετά και να κάθεται στον ώμο του και καθώς ο Γέροντας το κοιτούσε παραξενεμένος, το πουλάκι αυτό άνοιξε το στόμα του και αντί να κελαηδήσει άρχισε να θεολογεί. Με αυτό τον τρόπο τον πληροφόρησε ο Θεός, ότι ο νεαρός Σωφρόνιος θα ωρίμαζε πνευματικά κάτω από την δική του καθοδήγηση, θα γινόταν σκεύος της Χάριτος του Θεού και θα λάμβανε το χάρισμα της θεολογίας.


Συμμορφώθηκε άμεσα στον καινούργιο τρόπο ζωής των Γερόντων, που ήταν πράγματι ησυχαστικός. Από το πρωί έως το μεσημέρι εργόχειρο για να έχουν τα προς το ζην, κατά κανόνα δεν επιτρεπόταν η επέκταση της διακονίας πέραν της καθορισμένης μεσημβρινής ώρας, έπειτα Εσπερινός με κομποσχοίνι –μόνος ο καθένας– ή και λίγη ανάγνωση, ακολουθούσε το γεύμα, ή μάλλον το δείπνο, τελείωναν στις εννέα η ώρα κατά την βυζαντινή ώρα (δηλαδή περίπου τρεις ή τέσσερις το απόγευμα), στην συνέχεια έπαιρναν ευλογία από τον Γέροντα και πήγαιναν για έναν σύντομο ύπνο. Μετά την ξεκούραση ετοίμαζαν, αν κάτι χρειαζόταν για την επομένη ημέρα, και στην συνέχεια αγρυπνούσαν προσευχόμενοι ο καθένας στο κελλί του ως τα μεσάνυχτα. Αν είχαν Θεία Λειτουργία, γινόταν μετά τα μεσάνυχτα, αν όχι, ήταν ώρα πνευματικής μελέτης. Στο τυπικό αυτό εντασσόταν και η εξαγόρευση των λογισμών. Μας έλεγε σχετικά ο Γέροντάς μας Ιωσήφ: «Έτσι μέναμε κατά μόνας και μετά το μεσονύκτιο ή και πρωτύτερα εγώ πήγαινα στον Γέροντα που η καλύβη του ήταν μακρύτερα από εμάς, και λέγοντάς του τους λογισμούς μου και ό,τι άλλο μου συνέβαινε, μου έλεγε πνευματικά και ό,τι άλλο απαιτούσε για την διόρθωσή μας και την πνευματική ζωή. Αυτό το τυπικό το κρατήσαμε και οι άλλοι αδελφοί, όταν γίναμε περισσότεροι. Πριν όμως από την ώρα αυτή δεν δεχόταν ο Γέροντας κανέναν, και αυτό, όπως μου έλεγε, το φύλαξε από την αρχή»1.

Κοντά στον Γέροντα Ιωσήφ έμαθε, ο π. Σωφρόνιος εμπειρικά, ότι μοναχισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η από την ζωή αυτή αίσθηση της βασιλείας των Ουρανών, η βίωση της θείας Χάριτος. Τόνιζε ότι δεν ξεχνούσε ποτέ τις ημέρες αυτές και τον ενθουσιασμό που του δημιουργούσε ο πνευματικός αυτός τρόπος ζωής που γρήγορα ανέβαζε τους βιαστές σε ψηλή πνευματική κατάσταση.

Ο πόθος του π. Σωφρονίου ήταν η πνευματική του κατάρτιση από Γέροντα πεπειραμένο στην ζωή της ησυχίας, ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η απόκτηση της νοεράς προσευχής. «Όταν πήγα, από την πρώτη κιόλας ημέρα», διηγήται, «μου ερμήνευσε Ο Γέροντας με λεπτομέρεια το νόημα της πνευματικής ζωής. Ιδίως προσπαθούσε να ερμηνεύσει το θέμα της Χάριτος, ότι αυτή είναι ο κυριότερος παράγοντας, που πρέπει να μας απασχολεί, γιατί χωρίς Αυτήν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε. Σιγά σιγά “έπιανα” το νόημα των λόγων του, επειδή είχα βοήθεια προηγούμενες μελέτες και συμβουλές, πρακτικά όμως αγνοούσα τον τρόπο και το είδος αυτής της ενεργείας». Ένα μεσημέρι γεμάτος από ιλαρότητα και χαρά ο Γέροντας Ιωσήφ του είπε: «Πήγαινε και απόψε θα σου στείλω ένα "δεματάκι" και θα ιδής τι γλυκύς που είναι ο Ιησούς μας». Μετά την ανάπαυση, όπως πάντοτε, άρχισε την αγρυπνία του και ετοιμάστηκε, σύμφωνα με της συμβουλές του, να προσευχηθεί συγκεντρώνοντας όσο μπορούσε τον νου του. Όσον αφορά το δεματάκι, το είχε ξεχάσει τελείως.

Ο ίδιος γράφει για την εμπειρία του αυτή στο βιβλίο που έγραψε για τον Γέροντά του Ιωσήφ τον Ησυχαστή: «Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησα, αλλά ξέρω καλά ότι μόλις άρχισα δεν πρόλαβα να προφέρω πολλές φορές το όνομα του Χριστού μας και γέμισε η καρδία μου αγάπη προς τον Θεό. Ξαφνικά πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ, που δεν προσευχόμουν πλέον, αλλά θαύμαζα με έκπληξη το ξεχείλισμα αυτό της αγάπης. Ήθελα να αγκαλιάσω και να ασπαστώ όλους τους ανθρώπους και όλη την κτίση και συγχρόνως σκεφτόμουν τόσο ταπεινά, που ένοιωθα πως είμαι κάτω από όλα τα κτίσματα. Το πλήρωμα όμως και η φλόγα της αγάπης μου ήταν προς τον Χριστό μας, που αισθανόμουν ότι ήταν παρών, αλλά δεν μπορούσα να Τον δω, για να προσπέσω στα άχραντα πόδια Του και να Τον ρωτήσω, πως πυρπολεί τόσο τις καρδιές και μένει κρυμμένος και άγνωστος; Είχα, τότε, μία λεπτή πληροφορία ότι αυτή είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και αυτή είναι η βασιλεία των Ουρανών, που ο Κύριός μας λέει ότι βρίσκεται μέσα μας και έλεγα· «ας μείνω, Κύριέ μου, έτσι και δεν χρειάζομαι άλλο τίποτε». Αυτό κράτησε αρκετή ώρα και σιγά σιγά επανήλθα στην πρώτη μου κατάσταση. Περίμενα με αγωνία, ανυπόμονα, να έλθει η κατάλληλη ώρα να πάω στον Γέροντα να τον ρωτήσω τι ήταν αυτό που συνέβη και πως έγινε. Ήταν 20 Αυγούστου και η σελήνη έλαμπε. Πήγα τρέχοντας και τον βρήκα έξω από το κελλί του να περπατάει στο μικρό του προαύλιο. Μόλις με είδε, άρχισε να χαμογελά και πριν του βάλω μετάνοια, μου είπε: «Είδες τι γλυκύς που είναι ο Χριστός μας; Κατάλαβες πρακτικά τι είναι αυτό που επίμονα ρωτούσες; Τώρα βιάζου να κάνεις κτήμα σου αυτή την Χάρη και να μην σου την κλέψει η αμέλεια»2».


Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής είχε φθάσει στο επίπεδο να είναι έμπλεος θείας Χάριτος και να μπορεί να την μεταδίδει στους μαθητές του. Ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης ομολογούσε ότι «δεν μπορούσες να χορτάσεις από την Χάρη που σου έδινε ο Γέροντας»3. Κάτι ασυνήθιστο· δυσκατόρθωτο ακόμη και για πολλούς εναρέτους Γέροντες. Κάτι που αποδεικνύει μεγίστη παρρησία ενώπιον του Θεού και φανερώνει τον αυθεντικό, τον αληθινό Γεροντισμό σε όλο το μεγαλείο του. Ο Γέροντας που διαθέτει πνευματικό πλούτο τον παραδίδει στον υποτακτικό και ο υποτακτικός παραλαμβάνει με φόβο Θεού την θεία αυτή παρακαταθήκη, ώστε να την διαφυλάξει και να την παραδώσει με την σειρά του στους μεταγενεστέρους. Αυτή είναι η πεμπτουσία της αγιορειτικής παραδόσεως.

Ο Θεός σφράγιζε τους λόγους του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προς τον καλό υποτακτικό του. Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ μας έλεγε σχετικά: «Σε όσα μας πρόσταζε να κάνουμε πήγαιναν καλά, παρόλο που κατ’ αρχάς φαινόταν ότι θα αποτύχουμε. Σε όσα πάλι δίσταζε και όμως υποχωρούσε, για να μη προκύψει από μέρους μας φιλονικία η γογγυσμός, συναντούσαμε τόσα εμπόδια, που ήταν αδύνατο να τα τελειώσουμε χωρίς υπερβολικούς κόπους και προβλήματα».

Ο Γέροντας Ιωσήφ φρόντιζε πάντα πνευματικά τους υποτακτικούς του, δεν έχανε την ευκαιρία να μαθαίνει σε αυτούς την φιλοπονία, την αυταπάρνηση, την ταπείνωση, την υπακοή, την σιωπή, την νοερά προσευχή και ησυχία. Σε κάποια περίπτωση, έστειλε τον πατέρα Σωφρόνιο φορτωμένο με ένα τσουβάλι σιτάρι από την Μικρά Αγία Άννα στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου να το αλέσει και να το φέρει πίσω φορτωμένος και στον δρόμο να μη μιλήσει, να μη φάει και να μη μείνει πουθενά. Συνολικά θα έκανε τουλάχιστον 16 ώρες πεζοπορία. Οι πατέρες τον εξυπηρέτησαν και μαζί με το αλεύρι του έδωσαν και μία σακούλα ψάρια παστά για να τα δώσει ευλογία στον Γέροντα. Όταν επιστρέφοντας έφτασε στο ασκητήριό τους του λέει ο Γέροντας Ιωσήφ, «έχω ένα γράμμα στην Λαύρα. Κάτσε, φάε και πήγαινε αμέσως να το πάρεις». Ο Γέροντάς μας αγογγύστως έκανε αυτήν την μαρτυρική υπακοή. Άλλες οκτώ ώρες πεζοπορίας.

Ο ίδιος ο Γέροντάς μας Ιωσήφ μαρτυρεί όμως για τους καρπούς αυτής της υπακοής και φιλοπονίας: «Την νύχτα πηγαίναμε να κάνουμε την προσευχή μας. Δεν προλαβαίναμε να κάνουμε το σταυρό μας και να πούμε την εισαγωγή «Δεύτε προσκυνήσωμεν» και αμέσως ο νους αρπαζόταν. Αρπαζόταν ο νους και έτσι δύο ώρες σχεδόν περίπου έφευγε, δεν αισθανόμασταν τον νόμο της βαρύτητας. Και σιγά-σιγά επανερχόταν πάλι η κατάσταση αυτή. Κι αυτός ήταν ο καρπός της μικρής φιλοπονίας, δεν μπορούμε να πούμε ψέματα. Αυτή είναι η πραγματικότης. Δεν περιαυτολογούμε... Πόσο νοσταλγώ τις μέρες αυτές, που υπομείναμε πολλή άθληση υπακοής και αυταπάρνησης και ο Κύριος «τον χειμάρρουν της τρυφής αυτού»4 είχε στραμμένο στην ταπεινή μας ψυχή! Με πόση νοσταλγία ανέμενα να ακούσω την εντολή του Γέροντος και ορμούσα με όλη μου την προθυμία, χωρίς ποτέ καμμιά κρίση, αμφιβολία, σχόλιο, δειλία, ή «εάν» ή «μήπως»! Δεν υπερβάλλω, όταν λέγω ότι για πολλές μέρες και μήνες, ήμουν συνεχώς γεμάτος ιδρώτες, χωρίς να αισθάνομαι καμμιά ενόχληση ή έγνοια γι’ αυτό, αφού πολλές φορές και ο νόμος της βαρύτητας ήταν ανεπαίσθητος, γιατί όλα τα συμπλήρωνε και τα ανακούφιζε η μαρτυρική χάρη της υπακοής και αυταπάρνησης, αισθανόμασταν αδιάκοπα την οσμή της ανάστασης και της αιωνιότητας».


Μολονότι ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ήταν άκρος ησυχαστής, θεωρούσε ως θεμέλιο του μοναχού την παναρετή της υπακοής. Για αυτό παιδαγωγούσε τον υποτακτικό του, που σε κάποιους ίσως φανεί ότι ο τρόπος ήταν πολύ σκληρός, για να πάρει το πνεύμα και τους καρπούς της αληθινής υπακοής. Ο ίδιος αναφωνούσε και παρότρυνε τους υποτακτικούς του: «Ώ μακαρία υπακοή· και πάλιν υπακοή· σε εσένα αρμόζουν αναμφιβόλως τα σκήπτρα. Παιδί μου, εμείς με τον γερο-Αρσένιο για να γευθούμε αυτά τα ουράνια αγαθά, εχύσαμε στην άσκηση άφθονο αίμα. Εσείς μόνο με μία επιμέλεια στην υπακοή απολαμβάνετε ίση Χάρη με εμάς. Κρατάτε τέκνα μου την υπακοή με όλη σας την ψυχή. Άλλη οδός από αυτήν δεν υπάρχει ευκολότερη και ανώτερη»5. Θεωρούσε ο μακάριος Γέροντας «όντως μέγα κατ’ αλήθειαν το μυστήριον της υπακοής». Γράφει σε επιστολή του: «Η υπακοή ή η παρακοή δεν σταματά εις τον Γέροντα, αλλά δι’ αυτού ανατρέχει εις τον Θεόν… Με τόσην αγάπην οφείλει να αποβλέπη εις τον Γέροντα ως να βλέπη τύπον Χριστού»6.

Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ ήταν πολύ επιδέξιος στις χειρωνακτικές εργασίες, στα λεγόμενα μαστοριλίκια, έπιαναν τα χέρια του. Αυτός έκανε το νέο κελλί του Γέροντός του στην Μικρή Αγία Άννα, αυτός αναλάμβανε να κάνει τις οποιεσδήποτε κατασκευές χρειάζονταν για την συντήρησή τους εκεί. Κάποιο πρωινό θα έφτιαχνε μία σόμπα για τον μεγάλο Γέροντα, γιατί πλέον το κρύο εκείνου του χειμώνα είχε γίνει ανυπόφορο, ενώ και ο Γέροντας είχε εξασθενήσει πολύ. Όμως για ένα ανεξήγητο λόγο όλα πήγαιναν ανάποδα, υπήρχε έντονη δαιμονική ενέργεια. Τότε ο Γέροντάς μας πήγε στον μεγάλο Γέροντα για να τον ρωτήσει τι συμβαίνει. Αναφέρει ο ίδιος: «Πήγα, λοιπόν, του κτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε. Μόλις με είδε ταραγμένο, άρχισε να γελάει. «Γέροντα, λέω, τι συμβαίνει εδώ; και γιατί μου είπες το πρωί σαν πρόρρηση “αν τελειώσω”; Αφού ξέρεις πως για μένα αυτό ήταν παιχνίδι». «Εσύ τι συμπέρανες πως ήταν», μου είπε χαριεντιζόμενος. «Πειρασμός, του είπα, σατανική ενέργεια». «Αυτό ήταν, μου απάντησε. Και άκουσε να μάθεις αυτό που σε σένα φαίνεται μυστήριο. Το βράδυ στην προσευχή μου, όταν τελείωσα και ήθελα να ησυχάσω, είδα τον σατανά και απειλούσε να μου φέρει εμπόδια και πειρασμό στην απόφασή μου, που είχα προγραμματίσει. Και εγώ είπα στον Χριστό μας· “Κύριέ μου, μην τον εμποδίσεις, για να του δείξω πως σε αγαπώ και θα υπομείνω το κρύο, όσο επιτρέψεις Εσύ”. Και αυτός ήταν ο λόγος, παιδί μου, που έγιναν όλα αυτά, για να μην έχω σύντομα θέρμανση, καθώς εσείς επιθυμούσατε να μου ετοιμάσετε»7.

Το Σάββατο του Λαζάρου το 1948 ο π. Σωφρόνιος έγινε μεγαλόσχημος μοναχός, όπου μετονομάστηκε σε Ιωσήφ. Έλαβε το όνομα του Γέροντός του σαν ιδιαίτερη τιμή και ευλογία. Ο ίδιος ο μεγάλος Γέροντας ομολογούσε για τον νεόκουρο συνώνυμο υποτακτικό του ότι υπήρχε «πλήρης Χάριτος» καθώς ήταν «εργάτης υπακοής». Την κουρά ετέλεσε ως εφημέριος ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Μετά την κοίμηση του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού ο παπα-Εφραίμ ήταν πλέον ο πνευματικός του Γέροντός μας Ιωσήφ και άρρητη πνευματική αγάπη συνέδεσε τους δύο ασκητές κάτω από την ίδια πνευματική πατρότητα.


Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής εκμυστηρευόταν τις υψηλές πνευματικές του εμπειρίες στον υποτακτικό του για να τον ενισχύει πνευματικά και να μην αποθαρρύνεται στον αγώνα του. Έτσι του ανέφερε για την επίσκεψη που δέχτηκε από την Κυρία Θεοτόκο στο εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου στην Μικρή Αγία Άννα, όταν ήταν πολύ θλιμμένος από διάφορους εξωτερικούς πειρασμούς και συκοφαντίες. Η ίδια η Παναγία εμφανίστηκε και του είπε: «Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; γιατί αποθαρρύνεσαι; Να, πάρε τον Χριστό!». Και κατόπιν ο Χριστός, το θείο Βρέφος, τον χάϊδεψε τρεις φορές στο μέτωπο και στο κεφάλι και τον γέμισε με άρρητη ευωδία και πνευματική ευφροσύνη8. Άλλη φορά του έλεγε πως έβλεπε με το οπτικό της ψυχής του σαν σε τηλεόραση τον π. Αθανάσιο να έρχεται από την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου ως το ασκητήριό τους9. Του περιέγραφε επίσης με λεπτομέρεια τις θεωρίες, τα θεία οράματα που του αποκάλυπτε η Χάρις του Θεού, όπως την πόλη του Θεού, τον παράδεισο10.

Το να γίνει κάποιος υποτακτικός σε έναν Γέροντα σαν τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πολλοί προσπαθούσαν και δεν τα κατάφερναν και έφευγαν. Για αυτόν τον λόγο δεν ήθελε ο Γέροντας αρχικά να δεχτεί τον π. Σωφρόνιο. Από την στιγμή όμως που τον δέχτηκε, κατόπιν θείας πληροφορίας όπως προαναφέραμε, ήταν απαιτητικός με τον υποτακτικό του. Και αυτό δεν γινόταν βέβαια για ιδιοτελείς λόγους, αλλά προσέβλεπε πάντοτε στην πνευματική ωφέλεια και πρόοδο του υποτακτικού του. Τον παιδαγωγούσε με αυστηρότητα και με αγάπη, με επιτίμια και με νουθεσίες. Του προκαλούσε τις απαραίτητες τομές για να καθαρθεί η καρδία από τα πάθη, ώστε να αρχίσει να βιώνει την Χάρη του Θεού, τον αγιασμό.

Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ έζησε σαν υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού δώδεκα χρόνια. Στην Μικρή Αγία Άννα έζησε για έξι χρόνια. Οι συνθήκες ζωής εκεί ήταν πολύ σκληρές και το πρόγραμμα ήταν πολύ αυστηρό, παρόλα τα προβλήματα υγείας που είχε σε βαθμό επικίνδυνο για την ζωή του, αφού είχε γαστρορραγίες και αιμοπτύσεις, εν τούτοις ο νέος μοναχός κρατούσε την πίστη και δεν οπισθοχωρούσε, αφήνοντας, ακόμα και αυτήν την υγεία του, στην πατρική Πρόνοια του Θεού, ακολουθώντας το πρότυπό του παραδείγματος του Γέροντός του, που έβλεπε τα πάντα με βάση την πίστη και όχι με βάση την λογική. Όταν άρχισε η αιμόπτυση του Γέροντός μας, τότε είπε ο μεγάλος Γέροντας: «Αρσένιε, τελείωσε. Πρέπει να φύγουμε. Εάν και ο Ιωσήφ αρρώστησε τι θα κάνουμε εδώ μέσα»; Ο Χαράλαμπος ήταν ιερέας, ο παπα-Εφραίμ ήταν φιλάσθενος και άρρωστος εξ αρχής, ο γερο-Αρσένιος ήταν 70 χρονών, είχαν πλέον πρόβλημα συντηρήσεως, ποιός θα έφερνε σε πέρας τις καθημερινές εργασίες, αφού ο Γεροντάς μας Ιωσήφ ήταν αυτός που τις διεκπεραίωνε.

Τον Σεπτέμβριο του 1953, μία νύχτα με φεγγάρι, πήραν στον ώμο τους τα ελάχιστα πράγματά τους και κατέβηκαν στην Νέα Σκήτη σε κάποιες μεμονωμένες καλύβες γύρω από τον πύργο της Σκήτης. Εκεί στην Νέα Σκήτη ο Γέροντάς μας Ιωσήφ για ένα χρόνο, από τον Μάϊο του 1957 έως τον Μάϊο του 1958, υπηρέτησε και σαν Δικαίος. Πριν ακόμη την κοίμηση του μεγάλου Γέροντος είχε αποκτήσει πνευματικό πλούτο που από την πολλή του αγάπη σκόρπιζε σε όσους είχαν ανάγκη συμβουλής και παρηγορίας. Υπάρχουν επιστολές εκείνης της περιόδου όπου φαίνεται το μεγάλο ύψος της πνευματικής εμπειρίας του υποτακτικού μοναχού Ιωσήφ, ενώ η θεολογία του δεν προερχόταν από ακαδημαϊκή γνώση, εξάλλου τέτοια δεν είχε, αλλά ήταν προσωπικό βίωμά του.

Όταν αρρώστησε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής με καρδιακή ανεπάρκεια τον Ιανουάριο του 1959 ανέλαβε ο Γέροντάς μας πρωτοβουλία για την θεραπεία του. Γράφει σε μία επιστολή του: «Χωρίς να τον ερωτήσω, γιατί δεν μου επέτρεπε, εμερίμνησα με τον παπα-Εφραίμ και εφέραμεν γιατρόν από έξω κατ’ ευθείαν και χάρις τω Θεώ εκερδίσαμεν φαίνεται την μάχην. Ο γιατρός ήτο κατ’ ευχήν καλός επιστήμων και η διάγνωσις πέτυχε. Τώρα κάνωμεν την κατά συνταγήν θεραπείαν και τα αποτελέσματα είναι καλά. Η πάθησις είναι της καρδίας και είναι προχωρημένης μορφής, ελπίζομεν όμως καλά αποτελέσματα εκεί που τα πάντα ήσαν χαμένα».

Τελικά ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής κοιμήθηκε οσιακά την ημέρα της κοιμήσεως της Παναγίας την οποία ευλαβείτο τόσο πολύ, στις 15 Αυγούστου 1959 σε ηλικία 62 ετών. Από τον Οκτώβριο του 1959, παρακινούμενος από πνευματικά παιδιά του μεγάλου Γέροντος, ο Γέροντάς μας άρχισε να συγγράφει τον βίο του και το 1963 είχε ολοκληρώσει την πρώτη βιογραφία σε επιστολιμαία μορφή11.

Υπολογίζεται ότι από την “ρίζα” του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προέρχονται άμεσα, περισσότεροι από 1000 μοναχοί και μοναχές. Επειδή το προγνώριζε αυτό ο Γέροντας δεν επέτρεψε στους υποτακτικούς του μετά τον θάνατό του να ζήσουν μαζί, αλλά τους χώρισε, κάτι ασυνήθιστο βέβαια στην αγιορειτική τάξη. Προγνώριζε ότι αυτοί θα γίνουν Ηγούμενοι και Γέροντες μεγάλων κοινοβίων. Όταν βρισκόταν στις σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννης τον είχε επισκεφθεί ο Ιωάννης Μπίτσιος από την Ουρανούπολη, την περίοδο που ο Γέροντας είχε αποκτήσει τους τρεις υποτακτικούς του, Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό, Γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη και Γέροντα Χαράλαμπο Διονυσιάτη. Ο κ. Μπίτσιος ρώτησε τον Γέροντα αν αυτοί οι τρεις νέοι μοναχοί ήταν της συνοδείας του και ο Γέροντας Ιωσήφ του αποκρίθηκε προφητικά: «Βλέπεις αυτά τα καλογέρια Γιάννη; Θα έρθει ώρα που αυτά τα καλογεράκια θα γεμίσουν με μοναχούς το Άγιον Όρος». Αυτή η προφητεία επαληθεύτηκε με την Χάρη του Θεού παρόλες τις λογικά αντίξοες και αδύνατες συνθήκες και περιστάσεις. Γιατί εκτός από το ότι, τρία καλογεράκια τι θα μπορούσαν να κάνουν; ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής αρχικά ήταν με τους Ζηλωτές, αλλά κατόπιν αποκαλυπτικού οράματος και θείας φωνής που του έλεγε ότι «η ζώσα Εκκλησία είναι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο» επέστρεψε σε κοινωνία με την κανονική Εκκλησία παρόλο τον πόλεμο και τις συκοφαντίες που δέχτηκε από τους Ζηλωτές. Όλα κατευθύνονταν από την θεία Πρόνοια. Και η αποδοχή των συγκεκριμένων υποτακτικών του, και η απομάκρυνσή του από τους Ζηλωτές, και ο χωρισμός των υποτακτικών του σε διαφορετικές συνοδείες.

Το γεγονός ότι στα σημερινά κοινόβια του Αγίου Όρους συμβαδίζουν η υπακοή και η ησυχία, ότι υπάρχει αυτή η σύζευξη μεταξύ υπακοής και ησυχίας, νομίζουμε ότι οφείλεται κατά κύριο λόγο στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή και τους υποτακτικούς του. Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ παρέλαβε ως γνήσιος υποτακτικός το υποτακτικό αλλά και το ησυχαστικό πνεύμα του μακαρίου Γέροντός του Ιωσήφ του Ησυχαστού. Αυτό το πνεύμα παραλάβαμε και εμείς από τον αείμνηστο Γέροντά μας Ιωσήφ και προσπαθούμε με τις ταπεινές δυνάμεις μας να το διαφυλάξουμε και να το παραδώσουμε και στους μεταγενεστέρους.

Εισήγηση του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Μονής Βατοπαιδίου, στην Ημερίδα που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης με τίτλο : "Σύγχρονες μορφές της Εκκλησίας", αφιερωμένη στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, στα πλαίσια των ΚΒ’ ΠΑΥΛΕΙΩΝ (1/6/2016).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ :
1 Ὁμιλία σὲ Σύναξη τῆς Ἀδελφότητας.
2 Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Ἡ Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 112016, σσ. 121-124.
3 Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ χαρισματοῦχος ὑποτακτικός, Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, ἔκδ. Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 22002, σ. 88
4 Ψαλμ. 35,9.
5 Ἰωσὴφ Μ.Δ., Ἱερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης, χ.τ. 2002, σ. 94.
6 Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 14, ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος 62003, σ. 104 καὶ σ. 102.
7 Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Ἡ Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 112016, σσ. 134-135.
8 Βλ. Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, Βίος Διδασκαλία «Ἡ Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 112016, σσ. 155-157.
9 Ὅ.π., σσ. 138-139.
10 Βλ. ὅ.π., σσ. 77-82.
11 Βλ. Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Θείας Χάριτος ἐμπειρίες, Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, Ἐπιστολιμαία βιογραφία Ἀνέκδοτες ἐπιστολὲς καὶ ποιήματα, Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 2005.


Σάββατο 24 Μαΐου 2014

ΤΟ ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ – ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ

Ο Άθωνας και στη μέση μόλις που διακρίνεται η Ι.Μ. Σταυρονικήτα.

Οι θειότατοι Πατέρες μας για να έχουμε ακριβέστερη γνώση για τις ροπές των παθών, μας μίλησαν με σαφήνεια για το τριμερές της ψυχής.

«Η ψυχή του ανθρώπου διαιρείται σε τρία μέρη (ή ιδιότητες ή ενέργειες ή δυνάμεις), το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Του λογιστικού αμαρτήματα είναι αυτά : απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφημία, αχαριστία και οι συγκαταθέσεις των αμαρτημάτων, οι οποίες γίνονται από το παθητικό μέρος της ψυχής. Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών είναι η βέβαιη και αδίστακτη (χωρίς δισταγμό) πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη Ορθόδοξα δόγματα της ευσέβειας, η συνεχής μελέτη των λόγων του Πνεύματος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή και η ευχαριστία προς το Θεό.

Τα αμαρτήματα του θυμικού είναι τα εξής : η ασπλαχνία, το μίσος, η ασυμπάθεια, η μνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος και τα συναφή από τα οποία εξαφανίζεται η έννοια της αγάπης. Η ίαση και η θεραπεία του είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότητα, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία και η καλοσύνη.

Του επιθυμητικού τα αμαρτήματα είναι τα εξής : η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η οινοποιία, η πορνεία, η μοιχεία, η ακατανόμαστη ακαθαρσία, η ασέλγεια, η δίψα του ακόρεστου πλουτισμού και των ηδονών που βρίσκεται η γενική αιχμαλωσία. Η ίαση και η θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η σκληραγωγία, η ακτημοσύνη, το σκόρπισμα των χρημάτων στους φτωχούς, η επιθυμία των μελλόντων εκείνων αθανάτων αγαθών, ο πόθος της Βασιλείας του Θεού και η επιθυμία της Θείας υιοθεσίας».

ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ, ΑΣΚΗΣΗ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ, β΄ εκδ. ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2002, σ. 50 κ.ε.


Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑΝ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ


.......... “Εκείνο το βράδυ μου έδειξεν ο Θεός την κακίαν του σατανά. Ήμην πολύ ψηλά εις ένα ωραίον μέρος, και κάτωθεν μεγάλη πλατεία, και πλησίον η θάλασσα. Και είχαν στήσει οι δαίμονες μυριάδες παγίδες. Και επερνούσαν οι μοναχοί. και πίπτοντες αι παγίδες άλλον έπιαναν από το κεφάλι, άλλον από το πόδι, άλλον από το χέρι, από τα ρούχα, από όπου ήτον τρόπος τον καθένα. Ο δε βύθιος δράκων είχε το κεφάλι του έξω από την θάλασσα και – βγάζων πυρ από το στόμα του, μάτια και μύτη – έχαιρε και ηγάλλετο εις την πτώσιν των μοναχών. Εγώ δε βλέπων τον ύβριζα. -Ώ βύθιε δράκων ! Έλεγα. Δι΄ αυτό μας απατάς και μας παγιδεύεις ! Όταν συνήλθα είχα χαράν και θλίψιν ομοίως. Χαράν, διότι είδον τις παγίδες του διαβόλου. θλίψιν διά την πτώσιν μας και τον κίνδυνον, όπου κινδυνεύομεν εφ΄ όρου ζωής”.

ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ, Ο ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΨΥΧΟΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 5, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2004, σ. 143.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ – ΟΙ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ



Αδελφοί και πατέρες, όπως στον κοινωνικό τομέα απασχολούν τον κάθε άνθρωπο τα μέσα, τα αίτια και τα πράγματα, τα οποία συντελούν στην επαγγελματική επιτυχία, έτσι και μεις θα ασχολούμαστε με τα μέσα και τα αίτια, που μας ωφελούν. Και αυτά είναι όσα βοηθούν στην πράξη και στη θεωρία, που είναι ο σκοπός της πάλης και του αγώνα μας. Στη διπλή μας υπόσταση, σώμα και ψυχή, αναλογούν και δύο τρόποι αγωνιστικότητας και ενέργειας, για να αναπλάσουμε και μεταμορφώσουμε το σύνολο της διαστροφής μας. Επειδή πρώτα πλάστηκε η υλική μας υπόσταση, το σώμα, αρχίζουμε την πράξη της ανάπλασης των χρεών και ελλείψεών του. Το θλιβερό επιτίμιο του Κυρίου μας στον προπάτορα Αδάμ, για την προδοσία του, ήταν το « γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. γ, 19). Πράγματι μετά την πτώση μπλεχτήκαμε στη ματαιότητα του κόσμου και με τη λήθη παραδοθήκαμε στην ολοκληρωτική λήθη του Θεού και του αρχικού μας προορισμού. Αρχίζουμε, λοιπόν, τώρα από τη φυλακή και τήρηση των σωματικών πράξεων, που, κατά τους Πατέρες μας, ορίζονται σε εφτά. Πρώτη, η ησυχία. Όταν ησυχάζουμε, αποχωριζόμαστε από τις ποικίλες αιχμαλωσίες της ματαιότητας, που μας προκάλεσαν τη λήθη του σκοπού μας. Τότε αρχίζουμε να βρίσκουμε τον εαυτό μας, τι μας λείπει και τι μας χρειάζεται για την αποθεραπεία. Ποιος είναι ο εαυτός μας; « Φρίξον ήλιε και στέναξαν η γη!». Το «κατ εικόνα και ομοίωσιν», αλίμονο, συντρίφτηκε ολοκληρωτικά και παραμορφώθηκε. «Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. μη, 12). Οταν, με ησυχία, πάψουμε να ενεργούμε τα έργα της άρνησης και προδοσίας, θα βάλουμε στη θέση της πράξης, την αντίθετη ενέργεια της ενάρετης ζωής. Στον τόπο των παραβάσεων και της αμαρτίας θα μπεί η μετάνοια και η αγαθοεργία. Εκεί που υπήρχαν οι διαχύσεις και η φιλήδονη ζωή, θα τεθεί η φιλοπονία και η άσκηση. Αντί της άρνησης του θείου νόμου θα εφαρμοστεί η φιλοθεΐα και η ευσέβεια. Δίκαια η ησυχία θεωρείται ως πρώτη «κατ ενέργειαν» πράξη αυτού, που θέλει να επιστρέψει στον «οίκο του Πατρός» απ όπου απέδρασε. Δεύτερη, η νηστεία μαζί με την εγκράτεια. Επειδή «δια βρώσεως εξήγαγε του Παραδείσου ο εχθρός τον Αδάμ», ο Κύριός μας άρχισε την ανάπλασή μας μέσα από τη νηστεία και εγκράτεια. Χρειάζεται πολλή νήψη και προσπάθεια στο θέμα της νηστείας, επειδή το ουσιωδέστερο στοιχείο της βιολογικής μας σύστασης είναι η τροφή και σ αυτό συγκεντρώνεται όλη η δύναμη τον πολέμου, αλλά και του εχθρού, ο οποίος με ευλογοφανή μέσα και στοιχεία αμύνεται. Γνωρίζοντας ότι δεν βαδίζουμε «δι είδους» (Β Κορ. ε, 7) ή στοιχείων ή μέσων, αλλά με μόνη την πίστη, αποκρούουμε τον υποκριτή «αφού αυτώ (τω Θεώ) μέλει περί ημών» (Α Πέτ. ε, 7) και «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού» (Ιερ. ι, 23). Με σταθερή πίστη στον Κύριό μας και στο παράδειγμά του, πραγματοποιούμε το έργο της νηστείας. Αυτός όχι μόνο τήρησε εγκράτεια, αλλά ολοκληρωτική νηστεία σαράντα ημερών, και μας απέδειξε ότι «ουκ επ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματ. δ, 4). Το πραγματικό χαλινάρι της ατίθασης φύσης τον σώματος, είναι η περικοπή των αναγκών της σύστασής του και ο περιορισμός στους κανόνες της χρείας (ανάγκης). Η ηδυπάθεια διέστρεψε τους φυσικούς νόμους της αναγκαιότητας, «το κατά φύσιν», στην τέρψη των αισθήσεων, στο «παρά φύσιν» και έτσι οι φυσιολογικοί νόμοι ανατράπηκαν. Ενώ το φυσιολογικό είναι να τρώμε για να ζούμε, το αντίστροφο, που σχεδόν επικρατεί σήμερα, είναι ότι ζούμε για να τρώμε! Αρα η λογική επιβολή της εγκράτειας και ο περιορισμός των αναγκών του σώματος, επιβάλλεται σε όσους θέλουν να ζουν κατά φύση. Και μια ιστορική ανασκόπηση της ανθρώπινης ζωής πείθει ότι όλοι όσοι διέπρεψαν ως πραγματικοί κύριοι της προσωπικότητάς τους, και πέτυχαν στις προσπάθειές τους, ήταν φορείς της εγκράτειας και της νηστείας, πριν ακόμα γνωρίσουν το θείο φωτισμό. Παραλείπω να αναφέρω τα επιτεύγματα, για να μην πω τους θριάμβους, των Πατέρων μας, γιατί όλοι τα γνωρίζουν από τους βίούς τους. Αυτά τα πέτυχαν γιατί είχαν ως αχώριστη στη ζωή τους, όχι μόνο τη γενική εγκράτεια, αλλά και την πείνα και τη δίψα και την κακοπάθεια. Νομίζω ότι όσα αναφέραμε είναι αρκετά για να πείσουν τους συνετούς, ως προς την αξία και σημασία της εγκράτειας και νηστείας ως δεύτερης σωματικής πράξης. Τρίτη σωματική πράξη είναι η αγρυπνία. Η εγκράτεια και έλλειψη κόρου (χορτασμού) στον ύπνο, που προκαλεί αύξηση της άνεσης και αταξία στις αισθήσεις. Η περιεκτική παράχρηση της ηδυπάθειας, η φιλαυτία, προκαλεί κατάχρηση των σωματικών απολαύσεων, στην οποία δεν ελέγχονται οι αισθήσεις. Στη θέση της λογικής μπαίνει το παράλογο και τότε επικρατεί η κτηνώδης ζωή. Τότε ο διάβολος επιβάλλεται στη σωστή ανθρώπινη κρίση και σπρώχνει στην πλήρη κατάχρηση, όπου ολοκληρωτικά απουσιάζει η θεία Χάρη και ο φωτισμός, που προέρχεται απ αυτήν. Είναι θαύμα, που και η χωρίς Θεό και φωτισμό ανθρώπινη γνώση, συνέλαβε τη σημασία της εγκράτειας, ως βάσης της ισορροπίας για τη φύση και τη ζωή. Πολλοί όχι μόνο ζούσαν, αλλά και δίδασκαν το χαλινάρι της εγκράτειας στον ύπνο και στη διατροφή. Τέταρτη σωματική πράξη, ειδικά για μας τους μοναχούς, είναι η συμμετοχή μας στις ακολουθίες. Είναι περιττό να σχολιάσουμε τη σημασία της προσευχής. Χωρίς αυτήν τίποτε και ουδέποτε επιτυγχάνεται. Αντιγράφοντας τους θεόσοφους και θεόπνευστους Πατέρες μας, ακολουθούμε την ιερώτατη παράδοση των Ακολουθιών με ψαλμωδίες, ως εκπλήρωση του χρέους μας προς το Θεό, που μας συνέχει και μας συντηρεί. Είναι και περιεκτικό σωσίβιο για όλους, ιδιαίτερα για όσους είναι αμελείς από τη φύση τους ή από συνήθεια. Αυτοί παραδειγματίζονται και παρακολουθούν, αφού οι Ακολουθίες είναι γενικός κανόνας, ως απαραίτητο χρέος της μοναστικής ζωής. Πέμπτη, βασίλισσα όλων των προσπαθειών και φροντίδων, είναι η προσευχή, το στοιχείο άμεσης ένωσής μας με το Θεό. Αν και όλες οι αρετές και καλωσύνες είναι ευάρεστες στο Θεό, η μόνη που τον ευχαριστεί, και που μας ενώνει μαζί του, είναι η προσευχή. Αυτήν κράτησαν οι δίκαιοι και άγιοι όλων των αιώνων και με αυτήν έγιναν φίλοι του Θεού. Και ο Κύριός μας, όταν βρισκόταν στην «κοιλάδα τον κλαυθμώνος» (Ψαλμ. πγ, 7), αυτήν πάντοτε κρατούσε κατά τον ευαγγελιστή. « Ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. ς, 12). Είναι το σπουδαιότερο μέσο ενθάρρυνσης και παρρησίας μας προς το Θεό, αφού μας προκαλεί στη χρήση της «εν παντί καιρώ και τόπω». «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Ματ. ζ, 7) και «μη εκκακείτε εν ταις προσευχαίς» (πρβλ. Λουκ. ιη, 1). Με ελεγκτικά παραδείγματα, ο Κύριός μας, προσκαλεί στην επαινετή επιμονή της προσευχής. Εάν εσείς παίρνετε από τον πατέρα σας ό,τι του ζητήσετε, ρωτάει ο Κύριος, πόσο θα σας δώσει ο ουράνιος Πατέρας σας, όταν του ζητάτε ό,τι σας ωφελεί; Από την πρώτη αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο δεν έλειψε ποτέ το θέμα της προσευχής. Κανένα άλλο μέσο δεν ένωνε και δεν συμφιλίωνε τον άνθρωπο με το δημιουργό του. Η προσευχή είναι το μόνο μέσο, που κατευνάζει τη θεία απόφαση και δικαιοσύνη. Αυτό είναι φανερό από την ιστορία της θείας επιφάνειας. Η προσευχή και η ευσπλαγχνία, ως γνήσιες θυγατέρες της θείας παναγάπης, μεταβάλλουν την απόφαση της δικαιοσύνης του και μένουν για τη δική μας δυστυχία τα μόνα και πραγματικά σωσίβια. Και ο ολέθριος και θρασύς αποστάτης Φαραώ, όταν πιεζόταν από την ανάγκη των πληγών του, προσευχήθηκε στο Θεό και αυτός τον άκουσε και ανέστειλε τις ποινές του. Και αυτοί ακόμα, οι τόσο πονηροί δαίμονες τον παρακάλεσαν να μην τους αποστείλει στην άβυσσο, αλλά να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους άκουσε. Δεν θα ακούσει το μοναχό ή τον πιστό, που μέρα νύκτα περιστρέφει στα χείλη του το πανάγιό του όνομα και με στεναγμούς τον παρακαλεί; Μόνος του μας προκαλεί: «Επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και έξελούμαι σε» (Ψαλμ. μς, 15). Δεν θα περιγράψουμε εδώ τις ιδιότητες και τα συστήματα της μακάριας αυτής παναρετής, που με λεπτομέρεια οι Πατέρες και η Γραφή προσδιορίζουν, αλλά μόνο τη σημασία της ως γενικώτερου καλού και μέσου, που μας συνδέει με τον Πλάστη μας και γίνεται μόνιμη σωτηρία και παρηγοριά στην ταραχή της τρικυμίας των ορατών και αόρατων εχθρών, τόσο της παρούσας όσο και της μελλοντικής προσδοκίας και ελπίδας μας. Έκτη σωματική πράξη είναι η ανάγνωση και η μελέτη, τόσο της Αγίας Γραφής, όσο και των διηγήσεων των βίων των πρακτικών Πατέρων μας καθώς και των λόγων τους. Ο άνθρωπος, όπως αναφέραμε σε άλλη κατήχηση, μετά την πτώση, άφου έχασε το αμετάβλητο της προσωπικότητας και απέκτησε «εγκειμενην επι τα πονηρά διάνοιαν» (πρβλ. Γέν. η, 21), έγινε θύμα της επιρροής του τόπου, τον τρόπου και του περιβάλλοντος. Για άμυνα και συμπαράσταση δόθηκαν τα καλά παραδείγματα και οι εικόνες, που εμποδίζουν τον άνθρωπο να εκτροχιαστεί. Σηκώνουν την πεσμένη διάνοια και τη σπρώχνουν στη μίμηση του καλού, αφού η ικανότητα μίμησης δεν αφαιρέθηκε από τον άνθρωπο. Και ένας από τους λόγους της θείας κένωσης και παρουσίας του Κυρίου, είναι να γίνει σε μας παράδειγμα ενάρετης ζωής και πρακτικής αγάπης έναντι της δικής μας άρνησης. Η ενάρετη και πρακτική ζωή του Κυρίου μας, με τα αναρίθμητα παραδείγματα των πλανεμένων και διεφθαρμένων ανθρώπων που, μιμούμενοι τη ζωή και τους λόγους του, μεταβλήθηκαν και μετάλαβαν τον άγιασμον, δεν αφήνει περιθώρια δικαιολογίας σε κανένα να μείνει αδιόρθωτος και πλανεμένος. Για την ασφάλεια του ασταθούς ανθρώπινου χαρακτήρα, ο Κύριος νομοθέτησε στο μωσαϊκό νόμο τη συνεχή μελέτη του θείου νόμου. «Και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός» (Ψαλμ. α, 2). Αλλά και οι πνευματικοί μας Πατέρες για ποιό λόγο ακούραστα κατέγραψαν τα τόσα ωφέλιμα βιώματα και παραδείγματά τους, παρά για το στηριγμό της δικής μας αδυναμίας και ακαταστασίας; ΄Εβδομη σωματική πράξη, αν είναι ανάγκη να την αναφέρουμε, είναι η προσοχή μας, ώστε οι σύμβουλοι και οδηγοί μας να είναι αποδεδειγμένα «πνεύματι αγίω φερόμενοι» (Β Πέτ. α, 21) και όχι με ανθρώπινες γνώσεις και σοφία μόνο. Όταν η Γραφή υποδεικνύει «οι ειρηνεύοντές σοι έστωσαν πολλοί οι δε σύμβουλοί σου εις από χιλίων» (Σοφ. Σολ. στ, 6) αυτό ακριβώς εννοεί. Να μην παραδεχόμαστε τόσο εύκολα γνώμες και συμβουλές από πρόσωπα, που στερούνται πρακτικής πείρας στην πνευματική ζωή, ώστε αντί να στηριχτούμε σε ράβδο να κρατήσουμε καλάμι, που όχι μόνο δεν θα μας στηρίξει, αλλά θα τρυπήσει και το χέρι μας. Πίσω από όσα ταπεινά περιγράψαμε,  όχι   με δικά  μας,  αλλά   με  λόγια  των  Πατέρων  μας,  απομένει η 
«υπομονή και ελπίδα η τα πάντα βεβαιούσα».

Πηγή : ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ, ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ, σσ. 36-38.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ- ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕ ΤΗ ΤΟΥΡΚΙΑ

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα παλαιά συνομιλία του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαδινού με ομάδα Ρώσων προσκυνητών, στους οποίους αποκαλύπτει τα μελλοντικά γεγονότα που θα συμβούν με τη Τουρκία : 



Πηγή :  ,