"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ – ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Οι πλανεμένοι προσκυνούν τον αντίχριστο
«Πρέπει να γνωρίζομε ότι πρέπει ο Αντίχριστος να έλθει. Ο καθένας που δεν ομολογεί ότι ο Υιός του Θεού ήλθε με ανθρώπινη σάρκα στη γη, και ότι είναι τέλειος Θεός, και τέλειος άνθρωπος, είναι Αντίχριστος. Αντίχριστος επίσης είναι και αυτός που θα έλθει κατά τη συντέλεια του κόσμου. Πρέπει πρώτα να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη, όπως είπε ο Κύριος, και τότε θα έλθει προς έλεγχο των αντίθεων Ιουδαίων. Γιατί είπε ο Κύριος : «Εγώ ήλθον εν τω ονόματι του Πατρός μου και ου λαμβάνετέ με. έρχεται άλλος εν τω ονόματι τω ιδίω, κακείνον λείψεσθε». Και ο Απόστολος λέγει : «Ανθ  ων την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς, και δια τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης, εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ΄ ευδοκήσαντες εν τη αδικία». Οι Ιουδαίοι δεν δέχτηκαν τον Κύριο Ιησού Χριστό που είναι ο αληθινός Θεός, αλλά θα δεχθούν τον πλάνο, που ονομάζει τον εαυτό του θεό…… Και ο Απόστολος λέγει μη σας εξαπατήσει κάποιος με κανένα τρόπο, ότι αν δεν έλθει πρώτα η αποστασία, και αποκαλυφθεί ο άνθρωπος της ανομίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος, ο αντίπαλος της αλήθειας και θα υπερυψώνει τον εαυτό του παραπάνω από κάθε άλλον, που θα φέρει το όνομα θεός ή θα προσκυνείται με σεβασμό και λατρεία και θα υψώσει τόσο πολύ τον εαυτό του, ώστε να καθίσει ως θεός στον ναό του Θεού. Όχι στον δικό μας ναό του Θεού αλλά στον παλαιό, τον Ιουδαϊκό. Δεν θα έλθει σε μας, αλλά στους Ιουδαίους. Ούτε θα έλθει για τον Χριστό και για τους χριστιανούς, γι΄ αυτό και θα ονομάζεται αντίχριστος. Πρέπει πρώτα να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη και τότε θα αποκαλυφθεί ο άνομος, του οποίου η παρουσία θα είναι κατ΄ ενέργεια του διαβόλου, με κάθε δύναμη και σημεία, και ψεύδη και κάθε απάτη της αδικίας για αυτούς που θα χαθούν. Ο αντίχριστος δεν θα γίνει άνθρωπος με τον τρόπο της ενανθρώπισης του Χριστού. Αλλά θα είναι αποτέλεσμα πορνείας και θα έχει πάνω του όλη την ενέργεια του Σατανά. Θα παραχωρήσει ο Θεός να ενοικήσει σε αυτόν ο διάβολος. Στο προοίμιο της βασιλείας του - μάλλον τυραννίας - θα υποκρίνεται αγιοσύνη. Κατόπιν μόλις εδραιωθεί θα εκδιώξει την Εκκλησία του Θεού και θα φανεί όλη η πονηριά του. Θα έλθει σε σημεία και τέρατα ψεύτικα, πλάνες και όχι αληθινά, και θα εξαπατήσει όσους έχουν αποστατήσει και έχουν φύγει μακράν του αληθινού Θεού, προσπαθώντας να πλανήσει ακόμη και τους εκλεκτούς. Θα αποσταλούν ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης προκειμένου να κηρύξουν και να επιστρέψουν τις καρδιές των ανθρώπων στον αληθινό Θεό και θα φονευθούν από τα όργανα του αντίχριστου. Και θα έλθει ο Κύριος από τον ουρανό με τον τρόπο που τον είδαν οι Απόστολοι να πορεύεται στον ουρανό. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με δόξα και δύναμη, και θα καταστρέψει τον άνθρωπο της ανομίας, τον υιό της απωλείας, με τη δύναμη του πνεύματός του».

Πηγή : Migne Patrologiae Graeca, ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΠΑΝΤΑ, Vol 94, col. 1215-1218.


Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

"ΠΤΑΙΟΥΝ ΤΑ ΜΑΝΤΡΟΣΚΥΛΑ" - ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ


ΝΕΑ ἐπίθεση δέχθηκε προσφάτως ὁ ὑπογραφόμενος ἀπὸ τοὺς «Καθολικούς» τῆς Ἑλλάδος μὲ ἀφορμὴ ἕνα ἄρθρο του στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» (12–10–2012) μὲ τίτλο «Διὰ νὰ μὴ ξεχνᾶμε». Τὸ κείμενο προσφέρει τὴν ἀναγκαία καὶ κατάλληλη τεκμηρίωση, ὁπότε τὸ μόνο ποὺ θὰ ἀνέμενε κανεὶς εἶναι ἡ σιωπὴ τῆς  πλευρᾶς. Ἡ ἐπίκριση τῶν «Ρωμαιοκαθολικῶν» δημοσιεύθηκε στὸν «Πυλώνα ἐκκλησιαστικῶν εἰδήσεων» Amen.gr. Ἔχω δὲ τὴν τιμὴ νὰ συγκαταλέγομαι μαζί μὲ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στοὺς «ὑβρεολόγους καὶ συκοφάντες» τῶν ἐν Ἑλλάδι «καθολικῶν».
Βέβαια ἐδῶ ἰσχύει ἡ ἀρχαία παροιμία «ἡ πόρνη, τὴν σώφρονα», ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος δυστυχῶς τῆς παπικῆς ἡγεσίας URΒI ET ORBI. Παρόλο ποὺ τὸ ἄρθρο μου ἔχει τὴν ἀναγκαία βιβλιογραφικὴ τεκμηρίωση καὶ ἡ ἁρμόζουσα στάση τῶν ὑβριστῶν μας θὰ ὤφειλε νὰ εἶναι ἡ σιωπή, προετιμήθη ἡ ἰησουϊτικὴ (καὶ γκεμπελική) μέθοδος τῆς ἐπιθέσεως γιὰ τὴν μετάθεση τῆς εὐθύνης. Δὲν εἶναι, ἄλλωστε, ἡ πρώτη φορά, σὲ σχέση μάλιστα μὲ τὴν ταπεινότητά μου, ποὺ δέχομαι παρόμοιες ἐπιθέσεις χωρὶς ἀπάντηση στὶς θέσεις μου. Τὴν μέθοδο αὐτὴ εἶχε ἐφαρμόσει γιὰ τὸ πρόσωπό μου ἐπανειλημμένα τὸ ὄργανο τῆς Οὐνίας στὴν Ἑλλάδα «Καθολική».
Αὐτὸ ποὺ ἐξοργίζει κάθε ἔντιμο ἀναγνώστη τοῦ παπικοῦ κειμένου εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἐπιτίθενται στὸν «ἀπὸ παλαιότερα γνωστὸ Πρωτοπρεσβύτερο», δηλαδὴ στὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, ἀλλὰ δὲν τολμοῦν νὰ ἐλέγξουν τὰ ἱστορικὰ – ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματά του. Γράμματα γνωρίζουν, τοὐλάχιστον οἱ τῆς ἐν Ἑλλάδι παπικῆς ἡγεσίας, προτιμοῦν ὅμως τὴν ἀστήρικτη ἐπίθεση μόνο καὶ μόνο, γιὰ νὰ δημιουργήσουν ἐντυπώσεις, δεχόμενοι, ὅπως καὶ στὸ παρελθόν, ὡς ἠλιθίους καὶ ἀστοιχειώτους ὅσους διαβάζουν τὶς συκοφαντίες τους. Διότι ὁ ὑπογραφόμενος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἰδιαιτέρως σέβεται καὶ τηρεῖ ὡς ἱστορικὸς ἐρευνητής, καὶ μάλιστα πιστὸς στὴν ἐπιστημονικὴ δεοντολογία, εἶναι ἡ τεκμηρίωση τῶν λόγων του μέχρι σχολαστικότητος. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν κάποιος νὰ μὴ ἀνέχεται τὴν δίκαιη σὲ κρίσιμους καιροὺς κριτικὴ τοῦ πάπα–Γιώργη, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλεῖ γιὰ «ἀνακρίβειες, ἐπανειλημμένα ψεύδη σὲ ἐπίπεδο δόγματος, ἐκκλησιολογίας, ἱστορίας κ.λπ.». Ἐπειδὴ δὲ πολλὲς φορὲς ἀκούω ἢ διαβάζω τέτοια σχόλια γιὰ τὰ κείμενά μου ἀπὸ τοὺς ἴδιους κύκλους, σὲ μιὰ στιγμὴ πίστευσα ὅτι τὰ γράφουν αὐτὰ ἀγοραῖοι καὶ ἄγευστοι ἐπιστημονικῆς γνώσεως, γρήγορα ὅμως διεπίστωσα ὅτι ἡ γενικότητα καὶ ἀοριστολογία εἶναι καρπὸς ὑπουλότητας καὶ διαθέσεως ἐμμονῆς στὴν πλάνη καὶ τὸ ψεῦδος. Αὐτὴ ἡ μέθοδος ἀκολουθεῖται καὶ στὸν «κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος», θεολογικὸ Διάλογο.
Θὰ χαρῶ, συνεπῶς, καὶ θὰ βοηθηθῶ σημαντικά, ἂν ἀναιρέσουν τὶς παραπομπές μου καὶ παρουσιάσουν στοιχεῖα ἀντίθετα τῶν ὅσων ἔγραψα. Ἐπειδὴ δὲ ἀσχολοῦμαι μὲ σοβαρὰ ἐπιστημονικὰ θέματα, παρότι διαθέτω πληθώρα στοιχείων, καὶ μάλιστα ἀρχειακῶν ἀπέφυγα νὰ προσθέσω στὸ ἄρθρο μου ἀναφορὲς καὶ ὑπαρκτὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ στάση τοῦ Βατικανοῦ ἔναντι τοῦ Ἰταλικοῦ Φασιμοῦ καὶ τοῦ γερμανικοῦ Ναζισμοῦ (οἱ ἴδιοι οἱ ἰταλογερμανοὶ παρουσιάζουν στὰ σχολικὰ βιβλία φωτογραφίες «καθολικῶν» κληρικῶν, ποὺ χαιρετοῦν φασιστικὰ τὶς φασιστοναζιστικὲς Ἀρχές τους) καὶ περιορίσθηκα στὰ ἐν Ἑλλάδι συμβάντα, ἀπαντώντας σὲ ὀρθοδόξους πιστούς, ποὺ μοῦ ἐζήτησαν σχετικὴ πληροφόρηση. Δὲν μποροῦσα λοιπόν, ἔστω γιὰ λόγους διπλωματίας ἢ καὶ ἰδιοτελείας νὰ ἀποφύγω τὴν μέθοδο, μὲ τὴν ὁποία ἔχω ἐκ νεόητός μου ταυτισθεῖ, δηλαδὴ τὴν καθαρὰ ἐπιστημονική.
Ἐξ ἄλλου, δὲν ἀπέρριψα συλλήβδην τὸν ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔγραψα: «Δὲν ἀπορρίπτουμε φυσικά, ὅλο τὸν ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο, διότι ὑπάρχουν σ᾽ αὐτὸν κάποια ἐλεύθερα πνεύματα, ποὺ διαφωνοῦν μὲ τὸ παπικὸ κέντρο (κράτος)». Καὶ εἶχα ὑποχρέωση νὰ τὸ πράξω αὐτὸ λόγῳ τῶν ἐμπειριῶν, ποὺ ἀπέκτησα στὰ χρόνια τῶν ἐν Γερμανίᾳ (Βόννῃ καὶ Κολωνίᾳ) σπουδῶν μου. Σὲ μία δημόσια συζήτηση – θεολογικὸ διάλογο στὴν πόλη Μύνστερ ὁ μακαρίτης συνάδελφος Βασίλειος Στογιάννος καὶ ἐγὼ (νεαροὶ τότε μεταπτυχιακοί), μὲ δύο «ρωμαιοκαθολικοὺς» καθηγητάς, (τὸν ἱστορικὸ J. REMMERS καὶ ἕνα κανονολόγο, ποὺ δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ ὄνομά του), ἀκούσαμε στὸ διάλειμμα «unter vier AUGEN» (ἰδιαιτέρως) νὰ μᾶς λέγουν ὁ μὲν πρῶτος, ὅτι οὐδεὶς ἐχέφρων ρωμαιοκαθολικὸς δέχεται σήμερα τὰ περὶ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου δόγματα. Διδακτικότερος ὅμως γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ἦταν ὁ Κανονολόγος, ποὺ μᾶς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Παρακολουθῶ μὲ ἐνδιαφέρον τὴ μάχη, ποὺ δίνετε γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς πίστεώς σας. Ὁμοιάζετε ὅμως μὲ δύο σκυλάκια, ποὺ γαυγίζουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ δαγκώσουν, διότι πίσω σας τὰ “μαντρόσκυλά” σας εἶναι ξεδοντιασμένα»! Ὁ Καθηγητὴς εἶχε δίκιο. «Φταῖνε τὰ μαντρόσκυλά μας», ποὺ ἀντὶ νὰ μᾶς προστατεύουν, μᾶς παραδίδουν στοὺς ἐπιβουλευομένους τὴν πίστη μας. (πρβλ. Πράξ. 20, 29 – 30). Ορθόδοξος Τύπος, 9/11/2012
 

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

«ΜΗ ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΕΡΟΖΥΓΟΥΝΤΕΣ ΑΠΙΣΤΟΙΣ» - Β΄ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ 6, 14 – TOY ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗ

Ένα από τα επτά ιερά μυστήρια της Εκκλησίας μας είναι ο Γάμος. Μέγα μυστήριο το οποίο ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, το αντιπαραβάλλει με την μυστική ένωση του Χριστού με την Εκκλησία - “τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν” (Εφεσ. ε’ 32) – ακριβώς για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς την γυναίκα. Η εικόνα της τέλειας ένωσης που χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος, όπως αυτή του Χριστού με την Εκκλησία, παραπέμπει στην τέλεια ένωση του άνδρα με τη γυναίκα στην αρχή της δημιουργίας, η οποία διασπάστηκε δυστυχώς από την πτώση του ανθρώπου και από τότε άρχισαν οι έχθρες και οι έριδες ανάμεσα στα ζευγάρια, συνεπεία της κυριαρχίας των άκρατων εγωισμών. Είναι αδύνατη η εφαρμογή της αληθινής αγάπης μεταξύ των ανθρώπων όταν απουσιάζει η αναφορά στον Θεό. Έτσι τονίζεται ότι ο άνδρας πρέπει να αγαπά και να φροντίζει την γυναίκα, όπως αγάπησε την Εκκλησία ο Χριστός, η δε γυναίκα να υπακούει στον άνδρα όπως η Εκκλησία στον Χριστό. Ο Γάμος στηρίζεται στον φυσικό δεσμό δυο προσώπων, ο οποίος γίνεται πνευματικός δεσμός και εξαγιάζεται από την Εκκλησία, η οποία τα ευλογεί και εντάσσει την ένωση αυτή στο σώμα της. Με την ευλογία αυτή γίνεται η συζυγία, η κοινωνία ζωής που σκοπό έχει την τελείωσή τους και τη σωτηρία κατά πρώτον και δευτερευόντως την τεκνογονία, ούτως ώστε μια οικογένεια να καταστεί μια «κατ΄ οίκον Εκκλησία». Στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή, ο Απόστολος Παύλος στο 6ο κεφάλαιο λέγει τα ακόλουθα : «14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος ; ». «Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί πια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; Ή τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι ;» Παρότι το χωρίο δεν αναφέρεται ρητά στον Γάμο, αναμφίβολα έχει εφαρμογή σε αυτόν. «Να μη λαμβάνετε ως συζύγους απίστους, διότι αυτή η συζυγία είναι αταίριαστη. Διότι ποια σχέση έχει η αρετή με τη φαυλότητα ; Και τι κοινό έχει το φως με το σκοτάδι ; » Πρόκειται για τη μετάφραση - απόδοση που δίδει ο κ. Νικόλαος Σωτηρόπουλος (Θεολόγος – Φιλόλογος – Συγγραφεύς – Ιεροκήρυκας). Στα χρόνια του Αποστόλου Παύλου, σε κάθε εποχή, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες μας, το φαινόμενο των μικτών γάμων (με ετερόθρησκους – ετερόδοξους) είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο, καθότι βιώνουμε τη κατ΄ εξοχήν εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Κατά συνέπεια, το ζήτημα των μικτών Γάμων τίθεται συχνά ενώπιόν μας, δημιουργούνται ερωτήματα, εσωτερικές συγκρούσεις κοκ. Αν ανατρέξουμε στο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, θα δούμε ότι και εκεί απαγορεύονταν οι μικτοί γάμοι με τους ετερόθρησκους : «3 οὐδὲ μὴ γαμβρεύσητε πρὸς αὐτούς· τὴν θυγατέρα σου οὐ δώσεις τῷ υἱῷ αὐτοῦ, καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ οὐ λήψῃ τῷ υἱῷ σου· 4ἀποστήσει γὰρ τὸν υἱόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ λατρεύσει θεοῖς ἑτέροις, καὶ ὀργισθήσεται θυμῷ Κύριος εἰς ὑμᾶς καὶ ἐξολοθρεύσει σε τὸ τάχος». Χωρίς αμφιβολία γεννούνται ερωτήματα στον καθημερινό άνθρωπο ; Σκέπτεται λοιπόν κάποιος, ποια είναι η αιτία της απαγόρευσης αυτής ; Οι ετερόδοξοι – ετερόθρησκοι δεν μαθαίνουμε ότι και αυτοί είναι παιδιά του Θεού ; Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του μας τονίζει ότι δεν πρέπει να πέφτουμε σε πλάνη και να συναναστρεφόμαστε με ειδωλολάτρες, διότι διαφθείρουν τα καλά ήθη οι κακές συναναστροφές (Α΄ Κορινθίους 15, 33). Οι συναναστροφές και οι παρέες με ειδωλολάτρες μας λέγει ο Θείος Παύλος, μπορούν να μας οδηγήσουν σε απώλεια της πίστης μας στον αληθινό Θεό. Ο Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λέγει ότι «ο γάμος είναι ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις πάσης της ζωής, και Θείου και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία», άρα πρέπει οι υποψήφιοι σύζυγοι να είναι ομόθρησκοι. Το πρόβλημα λοιπόν ξεκινά από την εσφαλμένη επιλογή προσώπου προκειμένου να έλθουμε σε κοινωνία Γάμου. Η επιλογή μας αυτή θα καθορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την επιτυχία του και την εκπλήρωση του σκοπού του που είναι – σύμφωνα με τη διδασκαλία της αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας - η «εν Χριστώ» τελείωση και σωτηρία των συζύγων. Συνήθως τα κριτήρια επιλογής είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που θα έπρεπε να είναι. Επικρατεί το κοσμικό φρόνημα εις βάρος του πνευματικού. Όλοι βλέπουν τη βιτρίνα και χάνουν την ουσία. Κοιτούν το δένδρο και χάνουν το δάσος. Ψάχνουν λοιπόν εξωτερική ωραιότητα, χρήματα, ακίνητα, πλούτο κοκ και χάνουν την ουσία που είναι η χριστιανική πίστη και η αρετή. Πως μπορεί να συμβιώσει ένας αρμονικά ένας συνειδητός χριστιανός που συμμετέχει στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, διάγει ταπεινό και απλό χριστιανικό βίο κλπ. με έναν ετερόδοξο ή ετερόθρησκο ; Έχουν τις ίδιες αξίες ; Κοινές παραδόσεις ; Ζουν για τον ίδιο σκοπό (καθότι ο χριστιανός ζει και προσπαθεί με τη παρούσα ζωή του να κερδίσει την αιωνιότητα κοντά στον αληθινό Θεό) ; Πως μπορούν να προοδεύσει πνευματικά ένα ζευγάρι ετεροδόξων ή ετεροθρήσκων και να φτάσει στην «εν Χριστώ τελείωση» και τη σωτηρία ; Παρακάμπτοντας τούτα τα σημαντικά ερωτήματα συνήθως, γίνονται επιλογές συζύγων με βάση τα πρώτα κριτήρια που αναφέραμε (εξωτερική ωραιότητα, πλούτος κλπ.), τα οποία είναι δευτερεύοντα και τριτεύοντα, και εγκαταλείπεται η ουσία και το νόημα. Ακόμη μπορούμε να προσθέσουμε ότι η επιλογή συζύγων γίνεται χωρίς θερμή προσευχή προς τον Θεό, ούτως ώστε να μας φωτίσει να κάμουμε μια συνετή και ορθή επιλογή συζύγου και χωρίς τη κατάλληλη πνευματική προετοιμασία και καθοδήγηση από τον Εξομολόγο, ο οποίος πρέπει να έχει και την πνευματική καθοδήγηση της Οικογένειας. Στη σημαντικότερη λοιπόν στιγμή της ζωής των ανθρώπων απουσιάζει η ουσιαστική παρουσία του Θεού. Γίνεται λάθος αρχή και είναι βέβαιον ότι τα λάθη θα πολλαπλασιάζονται με τη πάροδο του χρόνου. Οι ανωτέρω εσφαλμένες επιλογές παρατηρούνται κατά κόρον και σε μη ετερόδοξους – ετερόθρησκους γάμους, οι οποίοι δεν μας αφορούν στη παρούσα μελέτη. Πως ένας ετερόδοξος ή ετερόθρησκος σύζυγος μπορεί να υπηρετήσει και να τηρήσει τον Θείο νόμο ; Πως θα δοθεί χριστιανική παιδεία και διαπαιδαγώγηση στα τέκνα του ζευγαριού ; Μπορεί να αποδεχτεί ο ορθόδοξος σύζυγος διαφορετική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των παιδιών του ; Το πρώτο αξιόπιστο και ασφαλές κριτήριο που πρέπει να επικρατεί στην επιλογή συζύγου για τους Ορθόδοξους χριστιανούς είναι η Ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα και πίστη. Όταν υπάρχει αυτό τα υπόλοιπα περισσεύουν. Και οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας μας αποκλείουν τους γάμους με ετεροδόξους. Ειδικότερα, ο 14ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, απαγορεύει στους αναγνώστες και τους ψάλτες να μην παντρεύονται ετερόδοξες γυναίκες (ΠΗΔΑΛΙΟ σελ. 164) . Ο 72ος κανόνας της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει επίσης ορθόδοξος να λαμβάνει αιρετικό σύζυγο άνδρα ή γυναίκα λέγοντας πολύ χαρακτηριστικά : «…ουδέ τω προβάτω τον λύκον συμπλέκεσθαι, και τη του Χριστού μερίδι το των αμαρτωλών κλήρο» (ΠΗΔΑΛΙΟ, σελ. 232). Και ο 10ος Κανόνας της εν Λαοδικεία Συνόδου απαγορεύει επίσης τους γάμους των Ορθοδόξων χριστιανών με τους αιρετικούς, (ΠΗΔΑΛΙΟ, σελ. 345), όπως και ο 31ος Κανόνας της ίδιας Συνόδου απαγορεύει στους Ορθοδόξους χριστιανούς να δίδουν τα τέκνα τους για γάμο σε αιρετικούς : «ίνα μη μεταστρέψουσιν αυτούς από την ορθήν πίστιν εις τα κακόδοξα αυτών δόγματα». Αυτός είναι λοιπόν ο μέγας και σοβαρός πνευματικός κίνδυνος των ετερόδοξων – ετερόθρησκων ή μικτών γάμων. Η Εκκλησία μας κατ΄ οικονομία αποδέχεται τους γάμους με τους ετερόδοξους (Καθολικούς κλπ.), θεωρώντας τους ως γάμους «ανάγκης», αφού συνάπτονται συνεπεία των περιστάσεων της εποχής μας, αφού πολλοί Ορθόδοξοι χριστιανοί κατοικούν και εργάζονται σε χώρες της αλλοδαπής και συναναστρέφονται με ετερόδοξους. Η οικονομία της Εκκλησίας μας αποδέχεται την τέλεση τέτοιου γάμου λοιπόν, αν και είναι απόκλιση από τη δογματική ακρίβεια, αφού πως είναι δυνατόν ένας μη ορθόδοξος χριστιανός να μετέχει σε ορθόδοξο μυστήριο ; Η τέλεση του μυστηρίου του γάμου γίνεται κατ΄ οικονομία, προκειμένου να προλάβει μεγαλύτερα κακά όπως η παράνομη συμβίωση ή ο πολιτικός γάμος ή ακόμη χειρότερα την προσχώρηση ενός ορθόδοξου σε μια ετερόδοξη κοινότητα. Θέτει όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας μια προϋπόθεση προκειμένου να τελεστεί ένας τέτοιος γάμος και αυτή είναι : να τελεστεί σε ορθόδοξο ναό με το ορθόδοξο τυπικό, με γραπτή υπόσχεση του άλλου μέρους ότι τα τέκνα που ενδεχομένως προκύψουν από τον γάμο, θα βαπτιστούν ορθόδοξα και θα ανατραφούν με την Ορθοδοξία, σύμφωνα με το Ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας μας και τις ιερές Ορθόδοξες παραδόσεις. Σε αυτά ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Αθήνας Παν. Τρεμπέλας προσθέτει και το εξής ουσιαστικό : ότι το ορθόδοξο μέλος του Γάμου : «δεν θα παρεμποδίζεται υπό του ετέρου μέλους από του να μείνει πιστό στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Για την ιστορία να συμπληρώσουμε εν κατακλείδι ότι οι μικτοί  - κατ΄ οικονομία - γάμοι, όπως λέγει ο αείμνηστος καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, ξεκινούν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ειδικότερα σημειώνει τα ακόλουθα : «Περαιτέρω η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία δεν αναγνωρίζει μεν ουδ’ επιδοκιμάζει τους μικτούς γάμους μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, συμφώνως τω 72 κανόνι της Πενθέκτης οικουμενικής Συνόδου και άλλοις ιεροίς κανόσιν, είναι όμως υποχρεωμένη να ανέχηται αυτούς προς αποτροπήν μειζόνων κακών. Όθεν κατ’ εκκλησιαστικήν οικονομίαν επιτρέπει τους τοιούτους μικτούς γάμους, υπό τον όρον πάντοτε ότι το μη ορθόδοξον μέλος θα δώση έγγραφον υπόσχεσιν περί τελέσεως του γάμου υπό ορθοδόξου ιερέως και περί ορθοδόξου βαπτίσεως και ανατροφής των τέκνων. Ούτω το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν έτει 1878 απεφήνατο: ‘’Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τους μικτούς γάμους, αλλά πολλάκις προς πρόληψιν δυσαρέστων συνεπειών συγχωρεί κατά συγκατάβασιν και τέλεσιν αυτών αθορύβως’’. Ομοίως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εν έτει 1869 ανεγνώρισε τους μεταξύ Ορθοδόξων και Ετεροδόξων και ειδικώς των Ρωμαιοκαθολικών και των Διαμαρτυρομένων μικτούς γάμους, γράψασα ότι ‘’παραδέχεται μεν κατ’ εκκλησιαστικήν οικονομίαν την τέλεσιν των μικτών γάμων, υπό τον όρον όμως να τελώνται ούτοι υπό ορθοδόξου ιερέως κατά τας διατυπώσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα δε εκ τούτων γεννώμενα τέκνα αμφοτέρων των φύλων να βαπτίζωνται και ανατρέφωνται κατά το ανατολικόν ορθόδοξον δόγμα» (Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Β΄, Αθήνα 1953, σελ. 1003-1004).

Πηγή :  Εφημερίδα - Hellas News



Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΑΥΣΤΗΡΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΑΝΤΖΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΛΥΚΕΙΑ

Αυστηρή σύσταση απηύθυνε ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων κ. Γ. Καλαντζής για την τακτική που φέρονται να ακολουθούν τα ιδιωτικά Λύκεια να «θυσιάζουν» τις ώρες διδασκαλίας μαθημάτων γενικής παιδείας, κυρίως του μαθήματος των Θρησκευτικών, για να διδάσκουν περισσότερες ώρες των μαθημάτων των Πανελληνίων Εξετάσεων. Σε επιστολή που απευθύνει στη Διευθύντρια Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου ο κ. Καλαντζής ζητά να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι από τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι γίνεται η διδασκαλία των μαθημάτων που προβλέπονται σύμφωνα με το ισχύον ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα. «Υπάρχει η υπόνοια ότι τα τελευταία χρόνια ορισμένα ιδιωτικά λύκεια επιλέγουν να μη διδάσκουν κάποια από τα μαθήματα γενικής παιδείας αν και στο ωρολόγιο πρόγραμμα, το οποίο κατατίθεται στην αρμόδια Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αναγράφονται κανονικά» αναφέρει ο κ. Καλαντζής, υπογραμμίζοντας ότι «πρώτιστο θύμα της τακτικής αυτής είναι το μάθημα των Θρησκευτικών", στηρίζοντας με αυτή του την ενέργεια τους μαχόμενους θεολόγους των ιδιωτικών σχολείων.

Πηγή :  Romfea.gr

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΛΗΣΙΟΝ – ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ (+) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΚΥΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ


Η ομιλία μεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λάρισας το Νοέμβριο του 1949 στην καθαρεύουσα. Καταγραφή και σύντμησις 19 / 10 / 2012.




Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ – ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ (+) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΚΥΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ


Η ομιλία έγινε στον ιστορικό ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου της Φλώρινας στις 8 Νοεμβρίου του 1980 (με άλλο τίτλο). Καταγραφή και σύντμησις 16 / 10 / 2012.




ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ κ. ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗ ΣΤΟ “ΔΙΑΣΠΟΡΑ FM” – “ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ”

Ο κ. Ιωάννης Τσελεπιδάκης δεύτερος από αριστερά

Στο πρώτο τμήμα της εκπομπής ο π. Ιερόθεος αναφέρθηκε στην αγάπη που έχει τρεις κατευθύνσεις : προς τον Θεό, προς τον πλησίον και προς τον εαυτό μας. Τόνισε ιδιαίτερα την έννοια της αγάπης προς τον Πλησίον, ξεκινώντας με την ανάλυση της έννοιας που είχε η αγάπη αυτή στην αρχαιότητα και στους λόγους του Χριστού. Ερμηνεύοντας το Ευαγγέλιο της Κυριακής, τη παραβολή του καλού Σαμαρείτη, αναφέρθηκε στον άκρατο εγωισμό που κυριαρχεί στην εποχή μας και οδηγεί την ανθρωπότητα μακράν του Θεού. Τόνισε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εικόνα του Θεού και έτσι πρέπει να βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας. Μόνον ο Χριστός έχει την δύναμη να θεραπεύσει τα τραύματα και τα δράματα της σύγχρονης εγωιστικής κοινωνίας μας υπογράμμισε. Η αγάπη είναι η πεμπτουσία της εν Χριστώ ζωής γεμάτη από τον «Θείο Έρωτα», απαλλαγμένη από κάθε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, αυτή την αληθινή αγάπη προβάλει η Ευαγγελική παραβολή της Κυριακής, σημείωσε. Έκλεισε το λόγο του προτρέποντας τον σύγχρονο άνθρωπο σε έμπρακτη και χωρίς όρια ανιδιοτελή αγάπη, η οποία είναι ο μόνος δρόμος προκειμένου να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Εν συνεχεία, ο οικοδεσπότης της εκπομπής, ο κύριος Ιωάννης Τσελεπιδάκης, στο δεύτερο μέρος της, ασχολήθηκε με τη πνευματική χρεοκοπία του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος προσανατόλισε τον προορισμό του στην καλοπέραση και τα υλικά αγαθά, λησμονώντας τον Θεό. Χαρακτήρισε εύστοχα την εποχή μας ως σύγχρονη Βαβέλ, με αφορμή σχετική ρήση του Σ. Μυριβήλη, αφού η ασυνεννοησία που επικρατεί στις μέρες μας δεν έχει προηγούμενο. Υπογράμμισε το λάθος προσανατολισμό του σύγχρονου ανθρώπου, και την αποτυχία του να συναντήσει τον αληθινό Θεό, τυφλωμένος από την πρόσκαιρη ευμάρεια. Ακολούθως αναφέρθηκε στα σημεία των Καιρών, την παρουσία ψευδοπροφητών κλπ. τονίζοντας ότι η μέριμνά μας πρέπει να είναι μόνον για τα αναγκαία και την ανάγκη να συμμετέχουμε στην Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας και να μελετούμε τον λόγο Του Θεού, προκειμένου να θωρακιστούμε έναντι των επερχόμενων δεινών. Σοφά χαρακτήρισε τον αιώνα μας, εποχή ακολασίας και απομάκρυνσης από τον Θεό και έκρουσε τους κώδωνες του κινδύνου. Επ΄ ολίγον αναφέρθηκε σε ευάριθμους μη γνωρίζοντες που επιχειρούν να αλλοιώσουν το ύφος και την αξία της πατροπαράδοτης Βυζαντινής Μουσικής μας, καυτηριάζοντας τις πράξεις τους. Τέλος ομίλησε για την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάγκη εγκράτειας, αδιάλειπτης προσευχής με συντριβή και δάκρυα. Κάνοντας ευρεία χρήση χωρίων της Αγίας Γραφής και λόγων των Πατέρων της Εκκλησίας μας. ο κ. Ιωάννης Τσελεπιδάκης τεκμηρίωσε την εκπομπή του, την οποία κόσμησε με πληθώρα εξαίρετων ύμνων από τη Βυζαντινή Μουσική μας παράδοση. 

“Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ” ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΚΥΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”

Μοναδική προσφορά από την εφημερίδα “Δημοκρατία” σήμερα. Δωρεάν με την έκδοση των 4 ευρώ, το βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιου Πατρώνου : “Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, μια εκσυγχρονιστική ερμηνευτική προσέγγιση”, (πρώτη έκδοση το 2008 από την ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ”), σσ. 167 και 3 φλογερά ερμηνευτικά κηρύγματα του μακαριστού γέροντος Μητροπολίτου Φλωρίνης κυρού Αυγουστίνου Καντιώτη πάνω στην Αποκάλυψη (Ορθόδοξη Ιεραποστολική Αδελφότης “Ο ΣΤΑΥΡΟΣ”).

ΠΕΡΣΙΝΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Την Παρασκευή 2/12/2011 και ενώ στον Ναό λειτουργούσε ο Σεβασμιότατος Λάμπης και Σφακίων κ. Εἰρηναῖος, μετά την ανάγνωση του Αποστόλου ο ψάλτης αφού πήρε ευχή από τον Επίσκοπο, κατευθύνθηκε στον Ταξιάρχη για να τον ασπαστεί. Τότε…

Τότε διέκρινε ότι ένα τριαντάφυλλο βρισκόταν στο αριστερό φτερό του Αρχαγγέλου.
Σύμφωνα με το πλήθος, το τριαντάφυλλο δεν υπήρχε εκεί και βρέθηκε ξαφνικά, μιας και η εικόνα βρίσκεται , λόγω της φύσης της κατασκευής της, μέσα σε τζάμι και δεν μπορεί να την ακουμπήσει ανθρώπινο χέρι.
Το τριαντάφυλλο είναι εκεί μέχρι ακόμη και τώρα και η εικόνες αυτές κάνουν το γύρο του διαδικτύου.


ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΪ ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟ ΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ. ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ Ο ΣΕΒ. ΛΑΜΠΗΣ ΚΑΙ ΣΦΑΚΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΠΗΡΕ ΕΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΑΣΠΑΣΤΕΙ.

ΤΟΤΕ ΔΙΕΚΡΙΝΕ ΟΤΙ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ. ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ (ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟ ΤΖΑΜΙ). ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ.

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΤΑΞΙΑΡΧΗ 4-12-2011.

 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ


Ο Άγιος Νεκτάριος, το ευγενές αυτό τέκνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, την μνήμη του οποίου πανηγυρίζει σήμερα σύμπας ο ορθόδοξος λαός, πλην των άλλων διετέλεσε και Δ/ντης της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Έκτοτε θεσπίστηκε να είναι ο προστάτης των Εκκλησιαστικών Σχολών. Αναδημοσιεύουμε κείμενό του (το οποίο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://olympia.gr/, από την αρχή του δεύτερου τόμου του έργου του : «ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΛΟΓΙΩΝ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑ, ΤΟΜΟΣ Β΄, εν Αθήναις 1896, σσ. ε΄- ις΄, καθότι σήμερα εορτάζουν τα Εκκλησιαστικά Σχολεία μας :

Προθεωρία
Ἀξιότιμοι Κύριοι,
Τὸ θέμα ταύτης τῆς μελέτης μου προῆλθεν ἐκ τῶν μελετῶν, εἰς ἃς ἀπό τινων ἐτῶν ἀσχολοῦμαι. Οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς ὑπῆρξαν τὸ ὑποκείμενον τῶν μελετῶν μου· ὠρμήθην διὰ φλέγοντος πόθου, ὅπως ἀθροίσω πᾶν ὅ,τι περὶ Θεοῦ, περὶ ψυχῆς, καὶ περὶ ἀρετῆς ὑγιὲς εἰρήκασι, καὶ θησαυρίσω τὰς σοφὰς τῶν σοφῶν Ἑλλήνων γνώμας ἐν ἐνὶ τεύχει πρὸς διδασκαλίαν τῶν περὶ τὰς μελέτᾳς ἀσχολουμένων. Ἐκ τῆς μελέτης ταύτης καὶ τῆς διευθετήσεως τῆς ὕλης ἐπείσθην, ὅτι οἱ Ἕλληνες σοφοὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει ὑπῆρξαν διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας, ὅτι ταύτης ἐγένοντο ἐρασταὶ καὶ ταύτην ἐπεζήτησαν, καὶ ὅτι ὁ ἔρως τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας ἦν ὁ πρὸς τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν αὐτοὺς ἄγων· οὗτος ἤγαγε κατὰ μικρὸν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸς τὴν εὐκρινεστέραν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καὶ τελευταῖον πρὸς τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν.
Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐγένετο τῇ Ἑλληνικῇ φυλῇ παιδαγωγὸς πρὸς κατανόησιν τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας. Ὁ ἔρως πρὸς τὴν φιλοσοφίαν ἐγένετο ἔρως πρὸς τὸν χριστιανισμόν, καὶ ἡ φιλοσοφία ἀπέβη πίστις εἰς Χριστόν. Ὁ ἔρως ἄρα πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας ἐγένετο ταύτης ἐραστὴς καὶ ὀπαδὸς καὶ ἐνεστερνίσθη καὶ ἐνεκολπώθη αὐτὴν καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς ἀφειδῶς ὑπὲρ αὐτῆς ἐξέχεεν. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαύτη ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ οὗτος ὁ λόγος, δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ πρώτη ἠσπάσθη τὸν χριστιανισμόν, διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς θέμα μελέτης τὴν Ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν ὡς προπαιδείαν εἰς τὸν χριστιανισμόν, ὡς θέμα πολλῆς σπουδαιότητος διὰ τοὺς Ἕλληνας.
Κυρίως κείμενο
Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Δυὸ λέξεις· ἀλλὰ λέξεις μεσταὶ μεγάλων καὶ ὑψηλῶν ἐννοιῶν· ἐν αὐταῖς ἐγκολποῦται ἡ τελεία περὶ ἀνθρώπου ἔννοια· ἐν αὐταῖς συνάπτονται τὰ πέρατα τῆς φιλοσοφικῆς ἐνεργείας· ἐν αὐταῖς περιλαμβάνεται τὸ σύνολον τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν· ἐν αὐταῖς ἐκφράζεται τὸ πνεῦμα τῆς ἀναπτυχθείσης ἀνθρωπότητος· ἐν αὐταῖς χαρακτηρίζεται ἡ τελεία τοῦ ἀνθρώπου εἰκών· ἐν αὐταῖς ὁμολογεῖται τὸ μέγεθος τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ· τὸ ὕψoς τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν, ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κάλλος τοῦ λόγου, ἡ λεπτότης τῶν διανοημάτων, ἡ εὐκρίνεια καὶ ἡ σαφήνεια αὐτῶν, ἡ δύναμις, ἡ χάρις αὐτῶν, καὶ τέλος ἡ θειότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως, εἶναι ὁ παιδαγωγὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ποδηγέτης πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Αὕτη ἐγένετο διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, διδάσκουσα τὸν ἄνθρωπον τίς ἐστι, τὶς ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστολὴ αὐτοῦ, καὶ τί δέον ἐργάζεσθαι, διδάσκουσα αὐτὸν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον, καὶ τὴν σχέσιν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον· διδάσκουσα τὰ θεῖα ἰδιώματα καὶ τὴν συγγένειαν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ θεῖον. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐδίδαξεν τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἐγένετο διὰ τῶν ὑγιῶν αὐτῆς θεωριῶν παιδαγωγὸς τῆς ἀνθρωπότητος εἰς Χριστόν.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀληθῶς ἀναφαίρετον κτῆμα τοῦ Ἕλληνος· διαδιδομένη ἀνὰ τὰ ἔθνη προσηλυτίζει αὐτὰ καὶ καθιστὰ αὐτὰ ἑλληνικά, οὐδέποτε δὲ παύεται οὖσα Ἑλληνική· οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς, οἱ ὁμιληταὶ αὐτῆς ἀποβάλοντες τὸ ξένον καὶ βάρβαρον περιβάλλονται τὸ ἑλληνικὸν καὶ τὴν εὐγένειαν· ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία προώρισται ἵνα καταστήσῃ τοὺς πάντας Ἕλληνας· ἐγεννήθη ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ συνεταυτίσθη μετ᾿ αὐτοῦ, ὅπως ἐργασθῆ πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἕλλην καὶ φιλοσοφία εἰσὶ δυὸ τινὰ ἀναπόσπαστα· μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος λέγων: Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν. Ὁ Ἕλλην ἀληθῶς ἐγεννήθη, ἵνα φιλοσοφῇ· διότι ἐγεννήθη διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς Χριστὸν ἕπεται ὅτι ὁ Ἕλλην πλασθεὶς φιλόσοφος ἐπλάσθη χριστιανός, ἐπλάσθη ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ διαδῷ αὐτὴν τοῖς ἔθνεσιν.
Ναὶ ὁ Ἕλλην ἐγεννήθη κατὰ θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος· τοῦτο τὸ ἔργον ἐκληρώθη αὐτῷ· αὕτη ἦν ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ· αὕτη ἡ κλῆσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν· μαρτύριον ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ ἱστορία· μαρτύριον ἡ φιλοσοφία αὐτοῦ· μαρτύριον ἡ κλίσις αὐτοῦ· μαρτύριον αἱ εὐγενεῖς αὐτοῦ διαθέσεις· μαρτύριον ἡ παγκόσμιος ἱστορία· μαρτύριον ἡ μακροβιότης αὐτοῦ, ἐξ ἣς δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ συμπεράνωμεν καὶ τὴν αἰωνιότητα αὐτοῦ, διὰ τὸ αἰώνιον ἔργον τοῦ Χριστιανισμοῦ μεθ᾿ οὗ συνεδέθη ὁ Ἑλληνισμός· διότι ἐνῷ ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ἐμφανισθέντα ἐπὶ τῆς παγκοσμίου σκηνῆς ἦλθον καὶ παρῆλθον, μόνον τὸ Ἑλληνικὸν ἔμεινε ὡς πρόσωπον δρῶν ἐπὶ τῆς παγκοσμίου σκηνῆς καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνας· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀνθρωπότης δεῖται αἰωνίων διδασκάλων· μαρτύριον τέλος ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ὑπὸ τῆς θείας προνοίας, ὅπως ἐμπιστευθῇ αὐτῷ, τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τὴν ἁγίαν πίστιν, τὴν θρησκείαν τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τὸ θεῖον ἔργον τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, τὸ αἰώνιον ἔργον τῆς σωτηρίας διὰ τῆς διαπλάσεως ἁπάσης της ἀνθρωπότητος κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκαλυφθείσης θρησκείας. Τὸ ἔργον τοῦτο ἀληθῶς ἀνετέθη τῇ Ἑλληνικῇ φυλῇ· τοῦτο μαρτυρεῖται ὑπὸ τῆς ἱστορίας· ἓν μόνον βλέμμα ῥιπτόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ χριστιανισμοῦ ἐπαρκεῖ ὅπως πιστώση τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης σελίδος αὐτῆς ἀναφαίνεται ἡ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν τῷ χριστιανισμῷ δρᾶσις, καὶ ἡ κλῆσις αὐτῆς, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ μέγα της ἀποστολῆς τοῦ χριστιανισμοῦ ἔργον. Οἱ θεῖοι τοῦ Σωτῆρος λόγοι «νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», ὅτε ἀνηγγέλθη αὐτῷ, ὅτι Ἕλληνες ἤθελον ἰδεῖν αὐτόν, ἐνεῖχον βαθεῖαν ἔννοιαν· ἡ ῥῆσις ἦν προφητεία, πρόῤῥησις τῶν μελλόντων· οἱ ἐκεῖ ἐμφανισθέντες Ἕλληνες ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτῶν διεῖδεν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἔμελλε νὰ παραδώσῃ τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην, ἵνα διαφυλαχθῇ τῇ ἀνθρωπότητι. Ἐν τῇ ἐπιζητήσει αὐτῶν διέγνω τὴν προθυμίαν τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἑαυτοῦ διδασκαλίας, διεῖδε τὴν ἑαυτοῦ δόξαν, τὴν ἐκ τῆς πίστεως τῶν ἐθνῶν, καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ἔθνος, ὅπερ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προώριστο ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀληθῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκλήθη ἀπὸ καταβολῆς κόσμου καὶ πρὸς τοῦτον μαρτυρεῖται διαπεπλασμένον· ὁ Θεὸς ἐν τῇ θείᾳ αὐτοῦ προνοίᾳ διέπλασεν αὐτὸ ὀφθαλμὸν τοῦ σώματος τοῦ συγκροτουμένου ὑφ᾿ ἁπάσης της ἀνθρωπότητος· ὡς ὄργανον τοιοῦτον ἐν τῷ σώματι τῆς ἀνθρωπότητος ὁ Ἕλλην ἐκλήθη ἵνα ἐργασθῇ καὶ ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀναγεννήσεως.
Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἕνεκα τῆς φυσικῆς αὐτοῦ ταύτης ἰδιότητος ἀπέβη ἀληθῶς ὀφθαλμὸς ἐτάζων τὰ τὲ ἐμφανῆ καὶ τὰ κεκαλυμμένα ὑπὸ τοῦ πέπλου τοῦ μυστηρίου· ἠτένισεν ἔκθαμβον πρὸς τὸ ἔκπαγλον κάλλος τοῦ κόσμου τῆς δημιουργίας, καὶ ἀνεζήτησε τὸν θεῖον αὐτῆς δημιουργόν· ἀφοσιώθη εἰς τὴν προσφιλῆ αὐτῷ ἔρευναν καὶ ἀνεῦρε τὸν θεῖον δημιουργὸν ἐν τοῖς δημιουργήμασιν αὐτοῦ· ἡ εἰκὼν τοῦ θείου καλλιτέχνου δημιουργοῦ θείῳ δακτύλῳ ἐγγεγραμμένη ἐν τοῖς δημιουργήμασιν αὐτοῦ προσείλκυσεν αὐτὸν καὶ ἀφήρπασεν. Ἡ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ κατενοήθη ἐν μικρογραφίᾳ ἐν τῇ καλλιτεχνικῇ κατασκευῇ τῶν ὄντων, τοσούτῳ ἐν τῇ θαυμασίᾳ κατασκευῇ τοῦ μικροῦ θαλεροῦ τοῦ ὡραιοτάτου καὶ τερψιθύμου ἀνθυλλίου, ὄσω καὶ ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν μεγίστων δημιουργημάτων· ἡ ἀναρίθμητος ποικιλία ἡ ἀπὸ τῶν ἐλαχίστων δι᾿ ἀπείρου σοφίας ἐκτυλισσομένη καὶ πρὸς τὰ μέγιστα καταλήγουσα, ἀποβαίνει τῷ φιλοσόφῳ ἀπειροβάθμιος κλῖμαξ, ἣς ἡ κορυφὴ ἐν τῷ Οὐρανῷ, ἣν θαῤῥαλέῳ βήματι ἀναβαίνων ἀνέρχεται αὐτὴν ἀδιαλείπτως τὰς βαθμίδας ἀμείβων, καὶ μόνον πρὸς οὐρανὸν ἀτενίζων αἴρεται ὁλονὲν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀποδυόμενος τὸν περιττὸν γήινον φόρτον, καὶ ζητεῖ νὰ ἀποβῇ πνεῦμα, ὅπως προσεγγίσῃ τῷ θείῳ πνεύματι, οὗτινος τὸν θρόνον τίθησιν ἐν Οὐρανῷ· ἐννοεῖ ὅτι μία ἀρχή, μία δύναμις, μία ἄπειρος σοφία, ἓν ὂν θεῖον ἀγαθὸν ἐγένετο ὁ δημιουργός της θαυμαστῆς ταύτης δημιουργίας. Ἡ κατανόησις τοῦ θείου ἐκ τῶν θείων αὐτοῦ ἰδιοτήτων γεννᾷ ἐν αὐτῷ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς λατρείας· ἡ καρδία αὐτοῦ πληροῦται θείου τινὸς ἔρωτος καὶ θερμαίνεται ὑπὸ θείου πυρός· αἰσθάνεται, ὅτι ἐν αὐτῷ, κατοικεῖ μυστική τις δύναμις, ἕλκουσα αὐτὸν πρὸς τὸ θεῖον· ἡ ἰσχὺς αὐτῆς εἶναι ἀκατάληπτος ἀλλ᾿ ἰσχυρὰ ὡς δύναμις θεία· κυριεύει αὐτοῦ καὶ διευθύνει τάς τε πνευματικὰς αὐτοῦ καὶ σωματικὰς δυνάμεις κατὰ τὴν ἰδίαν βούλησιν· ἔχει βούλησιν ἑτέραν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ αἰσθητικοῦ ἀνθρώπου· αὕτη ἐν αὐτῷ κρατεῖ καὶ εὐθύνει τὰ πάντα· περίεργον τὸ φαινόμενον· τί τοῦτο, ἐρωτᾷ, τὸ γεννηθὲν ἐν ἐμοί; τὶς ἡ σχέσις ἐμοῦ πρὸς τὸ θεῖον, πρὸς ὃ ἡ ἐν ἐμοὶ αὕτη δύναμις σπεύδει ἀκατάσχετος, πρὸς ὃ ζητεῖ νὰ προσπελάση, πρὸς ὃ τείνει νὰ ἀφομοιωθῆ; Πῶς ἡ φύσις ἡ ἐν ἐμοὶ ὑπετάγη τῇ ὑπερφυσικῇ ταύτη δυνάμει; πῶς δὲ ἐγὼ ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος ἑκουσίως ὑποτάσσομαι τῇ ὑπερφυσικότητι; χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὑποταγῇ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τῇ φυσικῇ τῶν ὁρμῶν ἐλευθερία; τὶς λοιπὸν εἰμὶ ἐγὼ ὁ ἐκ τῆς γῆς προελθῶν καὶ τὸν οὐρανὸν ἐπιζητῶν; τὶς ἡ σχέσις τῆς γῆς πρὸς τὸν Οὐρανόν; τῶν αἰσθητῶν πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν; τὶς ἡ σχέσις ἡ ἐμὴ πρὸς τὸ θεῖον; διατὶ ἀγαπῶ αὐτό; διατὶ ἐπιποθῶ αὐτό; διατὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξομοιωθῶ πρὸς αὐτό; εἰμὶ λοιπὸν πνεῦμα; εἰμὶ λοιπὸν ὄν τι ὑπερφυσικόν; ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἀποθνῄσκω καὶ ὁ τάφος καλύπτει τὸ ἄπνουν καὶ νεκρόν μου σῶμα· πῶς ὅμως o θάνατος ἀδυνατεῖ νὰ μὲ πείση ὅτι ἀποθνῄσκω εἰς τὸ παντελές; πῶς ἔτι ἐλπίζω ὅτι ζωὴ αἰώνιός μοι ἐπιφυλάσσεται; πόθεν ἡ πληροφορία αὕτη περὶ αἰωνίου ζωῆς; βλέπω ὅτι ἀποθνῄσκω, καὶ ὅμως πέποιθα ὅτι ζήσομαι εἰς αἰῶνα· ὁ βίος μου ἅπας τοῦτο μαρτυρεῖ· o βίος τῶν ἀνθρώπων ἁπάντων τοῦτο μαρτυρεῖ· οἱ ἄνθρωποι ζῶσι διὰ τὴν αἰωνιότητα· ὁ ἄνθρωπος ἄρα ἔχει κοινὴν τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς αἰωνιότητός του· ἡ ἐν αὐτῷ οἰκοῦσα θεία ἐκείνη δύναμις ἡ ἕλκουσα πρὸς τὸ θεῖον αὕτη περὶ τῆς ἀθανασίας καὶ αἰωνιότητός του ἐδίδαξεν αὐτόν· αὕτη μυστικῶς ἐπληροφόρησεν αὐτόν, τὸ δὲ κῦρος τοῦ λόγου αὐτῆς ἔπεισεν αὐτόν. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς πίστεως αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀθανασίαν. Εἶναι λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ὂν ἀθάνατον, διότι νοεῖ τὸ θεῖον, διότι ἕλκεται πρὸς τὸ θεῖον, διότι ἀγαπᾷ τὸ θεῖον, διότι λατρεύει τὸ θεῖον, διότι πληροφορεῖται διὰ τῆς ἐν αὐτῷ μυστηριώδους δυνάμεως ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ θείου.
Ὁ Ἕλλην λοιπὸν διὰ τῆς φιλοσοφίας ἐγνώρισε πρώτον τὴν ὕπαρξιν τοῦ θείου καὶ εἶτα ἑαυτόν, οἶος ἀληθῶς ἐστι· διὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἔσχε τελείαν ἑαυτοῦ γνῶσιν· γνωρίσας δὲ ἑαυτὸν ἔγνω τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον, τὴν εὐγένειαν αὐτοῦ, καὶ ἔγνω ὅτι ἡ πρὸς τὸ θεῖον ἀφομοίωσις εἶναι τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων. Ἔγνω δ᾿ ὅτι ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστολὴ τοῦ εἶναι ἡ τελείωσις, ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου πρὸς τὸν πνευματικόν· ὅτι ὁ πνευματικὸς κόσμος δέον ἐστι νὰ ζωογονῇ τὸν ὑλικὸν κόσμον, ὅτι τὸ πνεῦμα ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήση τῆς ὕλης, ὅτι οἱ πνευματικοὶ νόμοι δέον ἐστι νὰ ὦσιν ἰσχυρότεροι τῶν ἐν αὐτῷ φυσικῶν νόμων· ὅτι πρέπον ἐστὶν ἐν αὐτῷ νὰ ἐπικρατῶσιν οὗτοι ὡς λογικοί· ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος ἀφομοιούμενος τῷ Θεῷ, καὶ ὅτι ἀφομοιοῦται πρὸς τὸ θεῖον ὅταν κοσμῆται ὑπὸ τῆς εὐσεβείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἐπιστήμης· διότι ἀληθῶς αἱ ἀρεταὶ αὔται κέκτηνται τελειωτικὴν ἐν αὐταῖς δύναμιν· διότι ἡ μὲν εὐσέβεια γίνεται προσπέλασις πρὸς τὸ θεῖον, ἡ δὲ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἐπιστήμη, γίνονται αὐτῷ εἰς εἰκόνα καὶ ὁμοίωμα θεῖον.
Ὁ Ἕλλην γνωρίσας τὶς εἶναι καὶ τὶς ὀφείλει νὰ ἀποβῇ, σκοπὸν ἔθετο τὴν ἑαυτοῦ τελείωσιν· ἐγένετο ἐραστὴς τοῦ πνεύματος καὶ ἐδημιούργησε κόσμον πνευματικόν, ἐν ᾧ ἤθελε νὰ ζῇ· ἡ γνῶσις τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθοῦς καὶ ἡ ἔμφυτος πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη ἀνέπτυξεν ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἕλληνος τὸν πόθον τῆς αὐτομεταδόσεως, καὶ ὁ Ἕλλην ἀπέβη διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος· ὁ Ἕλλην ἐζήτησε νὰ ἀφομοιώση τοὺς πάντας πρὸς ἑαυτόν· ὁ Ἕλλην δὲν ἐγεννήθη κατακτητὴς τοῦ σώματος, ἀλλὰ τοῦ πνεύματος, δὲν ἐζήτησε δούλους ἀλλ᾿ ἐλευθέρους. Τοῦτο ἠγάπησε καὶ ἡ θεία αὕτη ἀγάπη ἐγένετο τὸ ἐλατήριον ὅλων τῶν ὁρμῶν του· αὕτη ἐμόρφωσε καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, ὅστις διέμεινεν ἀναλλοίωτος.
Τοιοῦτος ἐπλάσθη ὁ Ἕλλην καὶ τοιοῦτος διαμορφώθη ὁ ἠθικὸς αὐτοῦ χαρακτήρ. Ὁ τοιοῦτος χαρακτὴρ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐνθουσιασθῆ ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ χριστιανισμὸς ἣν ἀγάπη ἐπηγγέλλετο δὲ νὰ διδάξῃ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ τὴν τελείαν καὶ πλήρη αὐτῆς μορφήν, ἐνισχύσῃ καὶ ἀνυψώσῃ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ὑψίστην αὐτῆς περιωπήν, ἀποκαλύψῃ αὐτῇ τὰ μυστήρια τὰ κεκαλυμμένα μείναντα τῇ φιλοσοφίᾳ, παράσχῃ τὴν λύσιν τῶν αἰωνίων προβλημάτων, ἄρῃ τὴν ἀχλὺν τὴν περιβάλλουσαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων, ἐγείρῃ αὐτὸν καθεύδοντα, ἀπαλλάξῃ τῆς δεισιδαιμονίας, συνδέσῃ τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἀγάγῃ πρὸς τὸν Θεόν, καὶ σώσῃ αὐτὸν τῆς καταδυναστείας τοῦ ἀντιπάλου, χαριζόμενος ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ τὴν ἀληθῆ εὐδαιμονίαν, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι τὴν αἰωνίαν μακαριότητα. Ὁ Ἕλλην ἀνευρῶν ἐν τῷ χριστιανισμῷ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ τελείου, τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ, καὶ τὸν μόνον διδάσκαλον τὸν δυνάμενον νὰ διδάξῃ αὐτὸν πᾶν ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ γνωρίση, νὰ μάθη, καὶ ὅ,τι αὐτὸς ἐπόθει καὶ ἐπεζήτει, καὶ εὑρῶν αὐτὸν ἑρμηνευτὴν τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ, ἐνεκολπώθη αὐτὸν καὶ περιέθαλψεν. Ὁ χριστιανισμὸς ὡς πρῶτον δῶρον αὐτοῦ ἐδωρήσατο αὐτῷ νέαν ζωήν· ὁ δὲ Ἕλλην ὑπεστήριξεν αὐτὸν διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν αἱμάτων του.
Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὸν χριστιανισμόν· ὅτι δὲ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τοιοῦτος ὑπῆρξε ποδηγέτης μαρτυρεῖ καὶ o ἱερὸς πατὴρ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς λέγων: «ἦν μὲν οὖν πρὸ τῆς τοῦ Κυρίου παρουσίας εἰς δικαιοσύνην Ἕλλησιν ἀναγκαία· νυνὶ δὲ χρησίμη πρὸς θεοσέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις οὖσα τοῖς τὴν πίστιν δι᾿ ἀποδείξεως καρπουμένοις· ὅτι ὁ πούς σου φησὶν (Παροιμ.) οὐ μὴ προσκόψῃ, ἐπὶ τὴν πρόνοιαν τὰ καλὰ ἀναφέροντος ἐὰν τὲ ἑλληνικὰ ἢ, ἐὰν τὲ ἡμέτερα· πάντων γὰρ αἴτιος τῶν καλῶν ὁ Θεός, ἀλλὰ τῶν μὲν κατὰ προηγούμενον, ὡς τῆς τὲ διαθήκης τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας· τοῖς δὲ κατ᾿ ἐπακολούθημα, ὡς τῆς φιλοσοφίας· τάχα δὲ καὶ προηγουμένως τοῖς Ἕλλησιν ἐδόθη τότε πρὶν ἢ τὸν Κύριον καλέσαι καὶ τοὺς Ἕλληνας· ἐπαιδαγώγει γὰρ καὶ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικόν, ὡς ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους εἰς Χριστόν.
Προπαρασκευάζει τοίνυν ἡ φιλοσοφία προοδοποιοῦσα τὸν ὑπὸ Χριστοῦ τελειούμενον… μία γὰρ ἡ τῆς ἀληθείας ὁδὸς ἀλλ᾿ εἰς αὐτὴν καθάπερ εἰς ἀέναον ποταμὸν ἐκρέουσι τὰ ῥεῖθρα ἄλλα ἄλλοθεν».
Καὶ αὖθις ὁ ἱερὸς πατὴρ λέγει περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας· «ἀλλ᾿ εἰ μὲν μὴ καταλαμβάνει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τὸ μέγεθος τῆς ἀληθείας, ἔτι δὲ ἐξασθενεῖ πράττειν τὰς κυριακὰς ἐντολάς, ἀλλ᾿ οὖν γὲ προκατασκευάζει τὴν ὁδὸν τῇ βασιλικωτάτῃ διδασκαλίᾳ, ἀμηγέπη σωφρονίζουσα, καὶ τὸ ἦθος προτυποῦσα καὶ προστύφουσα εἰς παραδοχὴν τῆς ἀληθείας».
Ὁ Κλήμης δέχεται ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπον ὑγιὲς οἱ φιλοσοφήσαντες, τοῦτο θείας οἰκονομίας ἦτο ἔργον. Ἰδοὺ τί λέγει·
»Εἰτ᾿ οὖν κατὰ περίπτωσιν φασὶν ἀποφθέγξασθαι τινὰ τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας τοὺς Ἕλληνας, θείας οἰκονομίας ἡ περίπτωσις· οὐ γὰρ ταυτόματον ἐκθειάσει τις διὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς φιλοτιμίαν, εἴτε κατὰ συντυχίαν, οὐκ ἀπρονόητος ἡ συντυχία· εἰτ᾿ αὖ φυσικὴν ἔννοιαν ἐσχηκέναι τοὺς Ἕλληνας λέγοι, τὸν τῆς φύσεως δημιουργὸν ἕνα γινώσκομεν, καθὸ καὶ τὴν δικαιοσύνην φυσικὴν εἰρήκαμεν κτλ.».
Ὁ Κλήμης ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας δεικνύει τίνι τρόπῳ αὕτη ἐποδηγέτει πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι ἔργον αὐτῆς καὶ ὁ κατὰ τοῦ ψεύδους πόλεμος· «προσιοῦσα δὲ ἡ φιλοσοφία ἡ Ἑλληνική, οὐ δυνατωτέραν ποιεῖ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ ἀδύνατον παρέχουσα τὴν κατ᾿ αὐτῆς σοφιστικὴν ἐπιχείρησιν, καὶ διακρουομένη τὰς δολερὰς κατὰ τῆς ἀληθείας ἐπιβουλάς, φραγμὸς οἰκείως εἴρηται καὶ θριγκὸς εἶναι τοῦ ἀμπελῶνος «
Ὅτι πᾶσα σοφία καὶ δὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀπὸ Θεοῦ, μαρτυρεῖ καὶ ἡ Γραφὴ λέγουσα· «Ἀπέστειλεν ἡ σοφία τοὺς ἑαυτῆς δούλους συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγματος ἐπὶ κρατῆρα οἴνου λέγουσα· ὃς ἐστὶν ἄφρων ἐκκλινάτω πρός με…».
Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ὅτι πᾶσα σοφία ἀπὸ Θεοῦ ἐστίν, τοῦτο καὶ ἐν Παροιμίαις λέγεται καὶ ἐν τῷ Ἐκκλησιαστῇ καὶ ἐν τῷ σοφῷ Σειράχ. Ἐν Παροιμίαις κεφ. β´ 3-10 φέρονται τὰ ἑξῆς· «ἐὰν γὰρ τὴν σοφίαν ἐπικαλέση καὶ τῇ συνέσει δῶς φωνήν σου, τὴν δὲ αἴσθησιν ζητήσῃς μεγάλῃ τῇ φωνῇ, καὶ ἂν ζητήσῃς αὐτὴν ὡς ἀργύριον, καὶ ὡς θησαυροὺς ἐξερευνήσης αὐτήν, τότε συνήσεις φόβον Κυρίου καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ εὐρήσεις· ὅτι Κύριος δίδωσιν σοφίαν, καὶ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ γνῶσις καὶ σύνεσις· καὶ θησαυρίζει τοῖς κατορθοῦσι σωτηρίαν, ὑπερασπιεῖ τὴν πορείαν αὐτῶν τοῦ φυλάξαι ὁδοὺς δικαιωμάτων, καὶ ὁδοὺς εὐλαβουμένων αὐτὸν διαφυλάξει».
Ὁ Κλήμης παραβάλλει τὴν σοφίαν πρὸς τὸν ὑετόν, τοὺς δὲ φιλοσοφοῦντας πρὸς τὰς ποικίλας βοτάνας τῆς γῆς, αἴτινες καίτοι ὑπὸ τῶν αὐτῶν ποτίζονται ναμάτων, ἑκάστη ὅμως πρὸς τὴν ἰδίαν φύσιν τὸν χυμὸν μεταβάλλει. Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοῦ: «Καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία ἡ Ἑλληνική, σὺν καὶ αὐτῇ φιλοσοφία θεόθεν ἤκειν εἰς ἀνθρώπους, οὐ κατὰ προηγούμενον, ἀλλ᾿ ὃν τρόπον οἱ ὑετοὶ καταῤῥήγνυνται εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ εἰς τὴν κοπρίαν, καὶ ἐπὶ τὰ δωμάτια, βλαστάνει δ᾿ ὁμοίως καὶ πόα, καὶ πυρός, φύεται τὲ καὶ ἐπὶ τῶν μνημάτων συκῆ, καὶ εἰ τί τῶν ἀναιδεστέρων δένδρων· καὶ τὰ φυόμενα ἐν τύπῳ προκύπτει τῶν ἀληθῶν».
Ἐντεῦθεν δῆλον ὅτι ὁ Κλήμης δὲν παραδέχεται φιλοσοφίαν εἰμὴ τὴν ὑγιαίνουσαν. Τοῦτο δηλοῦται καὶ ἐκ τῶν ἐφεξῆς.
«Οὐ μὴν ἁπλῶς πᾶσαν φιλοσοφίαν ἀποδεχόμεθα, λέγει» ἀλλ᾿ ἐκείνην περὶ ἣς καὶ ὁ παρὰ Πλάτωνι λέγει Σωκράτης. Εἰσὶ γὰρ δή, ὡς φασί, περὶ τὰς τελετάς, ναρθηκοφόροι μὲν πολλοὶ Βάκχοι δὲ παύροι· πολλοὺς μὲν τοὺς κλητούς, ὀλίγους δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς αἰνιττόμενος· ἐπιφέρει γοῦν σαφῶς. Οὗτοι δὲ εἰσὶ κατὰ τὴν ἐμὴν δόξαν, οὐκ ἄλλοι ἢ οἱ πεφιλοσοφηκότες ὀρθῶς· ὧν δὴ κἀγὼ, κατὰ γὲ τὸ δυνατόν, οὐδὲν ἀπέλιπον ἐν τῷ βίῳ, ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προυθυμήθην καὶ τί ἠνύσαμεν ἐκεῖσε ἐλθόντες, τὸ σαφὲς εἰσόμεθα, ἐὰν ὁ Θεὸς θέλῃ, ὀλίγον ὕστερον.
Ὁ Κλήμης διακρίνει τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν τῆς σοφιστείας καὶ τὰ καλῶς παρ᾿ αὐτῆς εἰρημένα τῶν μὴ καλῶς εἰρημένων· τοῦτο δείκνυται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς. «Φιλοσοφίαν οὐ τὴν Στωικὴν λέγω, οὐδὲ τὴν Πλατωνικήν, ἢ τὴν Ἐπικούρειον τὲ καὶ Ἀριστοτελικήν· ἀλλ᾿ ὅσα εἴρηται παρ᾿ ἑκάστη τῶν αἱρέσεων τούτων καλῶς, δικαιοσύνην μετ᾿ εὐσεβοῦς ἐπιστήμης ἐκδιδάσκοντα, τοῦτο σύμπαν τὸ ἐκλεκτικὸν φιλοσοφίαν φημί· ὅσα δὲ ἀνθρωπίνων λογισμῶν ἀποτεμόμενοι παρεχάραξαν, ταῦτα οὐκ ἂν ποτὲ θεία εἴποιμ᾿ ἄν».
Ὁ Ἱερὸς Κλήμης τὴν φιλοσοφίαν ταύτην ὡς ὑγιῆ θεωρεῖ ἀνωτέραν παντὸς ψόγου· διὸ ἵνα προλάβῃ πάντα κατ᾿ αὐτῆς ψόγον ἐκ τῆς παρερμηνείας χωρίων τινῶν τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς ἑρμηνεύει ταῦτα καὶ λέγει. «Ὅταν ἡ Γραφὴ λέγῃ περὶ τῶν Ἑλλήνων σοφῶν φίλαυτοι καὶ ἀλαζόνες», σοφοὺς λέγουσα ἡ Γραφή, οὐ τοὺς ὄντως σοφοὺς διαβάλλει, ἀλλὰ τοὺς δοκήσει σοφούς. Κατὰ τούτων φησίν, ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω».
Ὁ Κλήμης ἐπὶ τοσοῦτον προβαίνει ἐν τῇ θεωρίᾳ αὐτοῦ ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ πᾶσα σοφία καὶ ὅτι ἡ θεία σοφία ἐφώτιζε καὶ ἐποδηγέτει τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὥστε φρονεῖ, ὅτι τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μετεφράσθησαν κατὰ θείαν πρόνοιαν Ἑλληνιστί, καὶ τὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐγράφησαν Ἑλληνιστί, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὸ διὰ τῆς φυσικῆς θεογνωσίας εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας προδηγετηθέν, γνωρίση καὶ τὴν δι᾿ ἀποκαλύψεως γνωσθεῖσαν τοῖς ἀνθρώποις ἀλήθειαν καὶ δι᾿ ἀμφοτέρων ὁδηγηθῆ πρὸς τὴν ὑψίστην ἀλήθειαν.
Ἰδοὺ ὁ Κλήμης τί λέγει περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ φωνῇ:
«Διὰ τοῦτο γὰρ Ἑλλήνων φωνῇ ἑρμηνεύθησαν αἱ Γραφαὶ ὡς μὴ πρόφασιν ἀγνοίας προβάλλεσθαι δυνηθῆναι ποτὲ αὐτούς, οἴους τὲ ὄντας ἐπακοῦσαι καὶ τῶν παρ᾿ ἡμῖν, ἣν μόνον ἐθελήσωσιν».
Ἐκ τούτων δηλοῦται ὅτι ὁ Κλήμης δέχεται θείαν πρόνοιαν προνοοῦσαν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ὅπως γνωρίσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ μὴ δι᾿ ἄγνοιαν τῆς Ἑβραϊκῆς γλώσσης ἁγνοήσωσι τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν καὶ πλανηθῶσι τῆς εὐθείας της ἀγούσης εἰς τὴν ἑαυτῶν ἀποστολήν. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἡμεῖς συντασσόμεθα· καὶ ἀληθῶς, δύναταί τις νὰ ἐρωτήση· διατὶ Ἑλληνιστὶ νὰ γραφῶσιν αἱ Γραφαὶ καὶ οὐχὶ Ῥωμαϊστί; ἢ ἐν ἄλλῃ τινὶ γλώσσῃ; Ἡ θεία πρόνοια ὑπὲρ αὐτοῦ πάντως ἔσχε λόγον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἑλλην. ἔθνους ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς του διὰ τὸν χριστιανισμόν. Πάντως τὸ Ἑλλην. ἔθνος εἶχε κληθῆ ἵνα ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ πρόνοια πρὸς γνῶσιν τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας διὰ τὲ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς Ἀποκαλύψεως· ἤδη δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν εἰς Χριστὸν ὅπως ἀναδείξῃ αὐτὸ κατάλληλον ὄργανον πρὸς διάδοσιν τῶν θείων αὐτοῦ ἀρχῶν.
Καὶ τοιαύτη ἡ ἐμὴ πεποίθησις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι τινὲς φρονοῦντες ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἰσχύος τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου ἐν ᾧ ἡ πλήρωσις τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τῶν ἐγκαρδίων αὐτοῦ πόθων, τὸ φέρον τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν μακαριότητα, ἐπιχειροῦμεν διὰ βραχέων νὰ ὑποδείξωμεν τοὺς λόγους δι᾿ οὓς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ ᾗ σκοπός, ἀλλὰ συναίτιον αἴτιον καὶ ποδηγέτης πρὸς τὸν σκοπόν.
Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ Ἱερὸς Κλήμης ἰδοὺ τί λέγει:
«Ἡ φιλοσοφία ζήτησις οὖσα τῆς ἀληθείας πρὸς κατάληψιν τῆς ἀληθείας, συλλαμβάνεται οὐκ αἰτία οὖσα καταλήψεως, ἀλλὰ σὺν τοῖς ἄλλοις (αἰτίοις) αἰτία καὶ συνεργός, τάχα δὲ καὶ συναίτιον αἴτιον· ὡς δὲ ἑνὸς ὄντος τοῦ εὐδαιμονεῖν αἰτίαι τυγχάνουσιν αἱ ἀρεταί, πλείονες ὑπάρχουσαι… οὕτω μιᾶς οὔσης τῆς ἀληθείας πολλὰ τὰ συλλαμβανόμενα πρὸς ζήτησιν αὐτῆς».
Ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦτο συναίτιον αἴτιον καὶ συνεργὸς καὶ αἰτία καταλήξεως τῆς ἀληθείας, οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ἥτις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τὸ τέρμα τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῆς δράσεως αὐτῆς. Ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου ἐναπελείπετο πάντοτε τι κενόν, ὅπερ ἡ φιλοσοφία ἠδυνάτει νὰ πληρώση· ἡ φιλοσοφία οὐ μόνον δὲν ἐγίνετο πληρωτικὴ τοῦ κενοῦ της καρδίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐμεγέθυνε αὐτὸ ἀνευρίσκουσα μὲν τὸν Θεὸν ἐν τοῖς δημιουργήμασι καὶ ἀναπτύσσουσα ἐν τῇ καρδίᾳ τὸν πρὸς αὐτὸν ἔρωτα, ἀδυνατοῦσα ὅμως νὰ προσπελάση αὐτῷ καὶ ἐγκολπωθῆ αὐτόν· ἡ φιλοσοφία, λέγει ὁ Κλήμης, ἔβλεπε τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ ὡς φαντασία καθορᾶται ἐν τοῖς ὕδασιν, καὶ διὰ διαφανῶν καὶ διαυγῶν σωμάτων· ἡ ἀνθρωπότης ὅμως ἤθελε νὰ ἴδῃ καθαρῶς, ἐπεζήτει τὴν μετὰ τοῦ θείου ἕνωσιν· ἡ δὲ φιλοσοφία ἠννόει μὲν τὸν Θεὸν ἐκ τῶν θείων αὐτοῦ ἰδιοτήτων, συνησθάνετο τὸ ἄπειρον αὐτοῦ μεγαλεῖον, ἀλλ᾿ ἔβλεπεν αὐτὸν ὡς ἐν εἰκόνι, ἠδυνάτει δὲ νὰ ἑνώση τὸν ἄνθρωπόν μετὰ τοῦ θείου. Ἡ διὰ τῆς φιλοσοφίας νόησις τῶν θείων ἰδιοτήτων ἐδίδαξεν τὸν ἄνθρωπον τὰς ἠθικὰς ἀρετὰς ὅπως δι᾿ αὐτῶν ἀφομοιωθῆ πρὸς τὸ θεῖον· ἀλλ᾿ ἡ διδασκαλία μόνη ἠδυνάτει νὰ ἀνυψώση τὸν ἄνθρωπον μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ πρὸς ὃν ἐπεθύμει νὰ φθάση ἵνα ἴδῃ αὐτὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ ἄρη τὸ μεσότειχον τὸ ἀνεγερθὲν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ διαπλάση τὸν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας διαφθαρέντα ἄνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικῆς δυνάμεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείου κύρους· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης μυστικῶς τὴν καρδίαν πρὸς ἀποδοχὴν τῆς διδασκαλίας ἄνευ ἐπιφυλάξεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἐλπίδος ἀϊδίου, ἀμειώτου, καθαρᾶς παντὸς φόβου, πάσης μεταμελείας, ἐλπίδος ἐχούσης ἐν ἐαυτῇ τὸ πλήρωμα τῆς εὐδαιμονίας· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν καρδιῶν τῆς πασχούσης ἀνθρωπότητος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς ἰσχύος τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης τῆς ἀμειβομένης ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης τῆς δαψιλευούσης τὴν εὐδαιμονίαν καὶ μακαριότητα· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης τὴν καρδίαν τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς περὶ τῆς ἀπολύτου ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς ἀρχῶν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείας δυνάμεως ἐλκούσης τὴν ἀνθρωπότητα εἰς ἑαυτήν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πειθούσης ἔν τε τοῖς λόγοις καὶ τοῖς ἔργοις· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς μεγαλουργοῦ δυνάμεως τῆς ἐκθαμβούσης καὶ καταπληττούσης· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν ἐκ τῶν ἄνωθεν μαρτυρίων πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοῖς ὀπαδοῖς ὑπὸ τοῦ οὐρανοῦ· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν καρπῶν τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἁγιασμοῦ καὶ τῆς μεταδοτικῆς τούτου δυνάμεως· ἠδυνάτει τέλος, διότι ἐστερεῖτο θείας ἀποκαλύψεως καὶ θρησκευτικοῦ κύρους ἐπαναπαύοντος τὰς καρδίας τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς. Τούτων δὲ ἁπάντων ἐδέετο ἡ ἀνθρωπότης ὅπως πεισθῆ, ὅπως βαδίση τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἀποστῇ τῆς πλάνης, ἀναπλασθῆ, καὶ τύχῃ τῆς μακαριότητος· ἡ ἔνδεια αὕτη τῆς φιλοσοφίας καθίστα αὐτὴν ἀνίσχυρον ἵνα ἀποβῇ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τοῦ πνευματικοῦ του ἀνθρώπου βίου· ἐντεῦθεν ἡ πεποίθησις ἡμῶν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ἐν ᾧ εὑρίσκετο τὸ πλήρωμα τῶν ἐλλείψεων τῆς φιλοσοφίας, καὶ ἡ τελεία ἱκανοποίησις τῶν πόθων τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον.
Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τῶν πόθων τῆς καρδίας αὐτοῦ δείκνυται καὶ ἐκ τῆς ἀδυναμίας ὅπως λύση καὶ τὰ ἑξῆς τρία σπουδαιότατα ζητήματα τὰ ἀπασχολήσαντα ἀπ᾿ αἰώνων τὸ πνεῦμα τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ πείση αὐτὴν ἀδιστάκτως περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων. Ἡ ἀνθρωπότης ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πιστεύση τὸν ἀληθῆ Θεόν, διότι ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προσπελάση αὐτῷ· ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πεισθῆ περὶ τῆς ἀξίας ἑαυτοῦ καὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον· καὶ τρίτον ἐπεθύμει νὰ γνωρίση τὰ περὶ τῆς αἰωνιότητός του. Ἡ φιλοσοφία ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ τοὺς φιλοσοφοῦντας πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὡς καὶ νὰ φανερώση αὐτοῖς τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ διὰ σωμάτων διαυγῶν καὶ διαφανῶν, ἀλλ᾿ ἠδυνάτει διδάσκουσα περὶ αὐτῶν νὰ πείση, καὶ ἄρη τὸ βάρος τὸ ἐπιβαρῦνον τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων· πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα συνεδέετο ἅπας ὁ ἠθικὸς καὶ πνευματικὸς βίος τοῦ ἀνθρώπου, πᾶσα ἡ ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ δρᾶσις. Ὁ ἄνθρωπος ἐπεθύμει νὰ πληροφορηθῇ καὶ βεβαιωθῇ ὅπως κανονίσῃ τὸν ἠθικὸν αὐτοῦ βίον· διότι οὐδεὶς ἐπὶ ἀβεβαίων καὶ σαλευομένων ἀρχῶν, ἀρχῶν μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οἰκοδομεῖ στεῤῥῶς τὸν ἑαυτοῦ ἠθικὸν βίον· ἡ φιλοσοφία ἐδίδαξεν ὑγιεῖς θεωρίας, ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπείσθη νὰ κανονίσῃ τὸν ἑαυτοῦ βίον πρὸς τὰς καλὰς θεωρίας διὰ τὴν ἔλλειψιν θείου κύρους καὶ ἐνδομύχου πληροφορίας· o ἄνθρωπος ἐπεζήτει πληροφορίας ἐζήτει τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τῆς φιλοσοφίας· ἡ δὲ ἀπόδειξις ἔλειπεν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἀπαίτησις τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου, οὖσα τὸ προοίμιον τῆς συγκαταθέσεως τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ πρὸς ἄσκησιν ἠθικοῦ βίου, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέσον πρὸς κατόρθωσιν, διότι ἀπητοῦντο πάντα, ὅσα ἀνωτέρω ἐδείξαμεν, ὑπῆρξεν ὁ σκόπελος πρὸς ὃν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἅμα ἀναγομένη πλησίστιος καὶ ἐναυάγει προσαράσσουσα ἡ φιλοσοφία. Ἡ ὑπὸ τῆς ἱστορίας μαρτυρουμένη ἀδυναμία καὶ ἀνικανότης πρὸς ἠθικοποίησιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀκορέστων πόθων τῆς καρδίας καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ νοῦ, δεικνύει τὸ ἀνεπαρκές της φιλοσοφίας πρὸς τὸ μέγα ἔργον τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς διαπλάσεως τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀνθρωπότης ἐζήτει θείαν ἀποκάλυψιν ὅπως μάθη τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιωθῆ καὶ πεισθῆ· ἡ ἀνθρωπότης ἐδεῖτο θείου διαπλάστου· ἡ δὲ φιλοσοφία ἐστερεῖτο τούτων. Ἡ ἀνθρωπότης εὖρεν ταῦτα ἐν τῷ χριστιανισμῷ πρὸς ὃν ἐποδηγέτει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία· αὕτη ἡ ἐμὴ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ταπεινὴ γνώμη.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰουνίου 1896.
Ὁ Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Πηγή : http://olympia.gr/