"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΒΙΟΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ - ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ


Ὁ ἅγιος πατὴρ ἡμῶν Νεκτάριος γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1846, στὴ Σηλυβρία τῆς Θράκης, ἀπὸ γονεῖς φτωχούς, ἀλλὰ εὐσεβεῖς χριστιανούς, τὸν Δῆμο καὶ τὴ Μαρία Κεφαλά. Τὸ βαπτιστικό του ἦταν Ἀναστάσιος καὶ ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε μεγάλη εὐλάβεια καὶ βαθειὰ ἀγάπη γιὰ τὴ μελέτη. Ὅταν ἡ μητέρα του τοῦ μάθαινε τὸν 50ὸ ψαλμό, ἐκεῖνος ἀρεσκόταν νὰ ἐπαναλαμβάνει τὸν στίχο: Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου... (Ψαλμ. 50, 15). Ἀφοῦ ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα στὴν πατρίδα του, στάλθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του, ἐργαζόμενος ταυτόχρονα ὡς ὑπάλληλος σὲ κατάστημα. Τὸ νεαρὸ ἀγόρι ἔμενε ἀπερίσπαστο ἀπὸ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου καὶ ἐνασχολοῦνταν μονάχα μὲ τὸ νὰ οἰκοδομεῖ ἐντός του νυχθημερὸν τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐμβάθυνση στὰ γραπτὰ τῶν ἁγίων Πατέρων. Σὲ ἡλικία εἴκοσι χρόνων ἄφησε τὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ γίνει δημοδιδάσκαλος στὴ νῆσο Χίο. Ἐκεῖ ἐνθάρρυνε τὴ νεολαία καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ πρὸς τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, ὄχι μόνον μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ δικοῦ του βίου, βίου ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς.

Ἐπιθυμώντας ἀπὸ παλαιὰ νὰ ἀσπασθεῖ τὴν ἰσάγγελο πολιτεία, ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος, στὶς 7 Νοεμβρίου 1876, στὸ περίφημο μοναστήρι τῆς Νέας Μονῆς. Ἀναζητώντας μονάχα τὰ ἄνω, ὑπόδειγμα πραότητας καὶ ὑπακοῆς, ἔγινε ἀγαπητὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος. Χάρη στὴ γενναιοδωρία ἑνὸς εὐλαβοῦς κατοίκου τῆς Χίου καὶ ἐν συνεχείᾳ μὲ τὴν προστασία τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιου, μπόρεσε νὰ ὁλοκληρώσει τὶς σπουδές του στὴν Ἀθήνα καὶ νὰ λάβει τὸ πτυχίο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τὸ 1885 ἔφθασε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου σύντομα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στὴ συνέχεια δὲ μητροπολίτης Πενταπόλεως (παλαιὰ ἐπισκοπὴ ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν ἄνω Λιβύη). Ἱεροκήρυκας καὶ γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου, διετέλεσε ἐπίσης καὶ πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάιρο, στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Παρὰ τὰ ἀξιώματά του, ὁ Νεκτάριος δὲν ἔχασε τίποτα ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ γνώριζε πῶς νὰ μεταδίδει στὸ πνευματικὸ ποίμνιό του τὸν ζῆλο γιὰ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές. Ἡ ἀγάπη ὅμως καὶ ὁ θαυμασμὸς ποὺ τοῦ ἔδειχνε ὁ λαὸς ἀπέβησαν εἰς βάρος του. Μὲ πειρασμὸ τοῦ διαβόλου, ὁρισμένα μέλη τοῦ Πατριαρχείου, φθονώντας τὶς ἐπιτυχίες του, τὸν διέβαλαν λέγοντας πὼς ἤθελε νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ λαοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἅγιος δὲν ζήτησε νὰ βρεῖ τὸ δίκιο του, ἀλλὰ ἐναπόθεσε τὴν ἐμπιστοσύνη του στὴν ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε: Μακάριοι ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ (Ματθ. 5, 11). Ἐκδιώχθηκε ἔτσι ἀπὸ τὴν ἕδρα του καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν Ἀθήνα, ὅπου βρέθηκε μόνος, ἀγνοημένος, καταφρονημένος, στερούμενος ἀκόμη καὶ τὸν ἐπιούσιο ἄρτο, γιατὶ δὲν ἤξερε νὰ φυλάξει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ τοὺς πενιχρούς του πόρους τοὺς μοίραζε στοὺς φτωχούς. Ἐγκαταλείποντας τὸ ἀρχικό του σχέδιο νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ πράος καὶ ταπεινὸς μιμητὴς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προτίμησε νὰ θυσιάσει τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία, χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ πλησίον του. Παρέμεινε ἱεροκήρυκας γιὰ λίγα χρόνια (1891-1894) καὶ στὴ συνέχεια διορίσθηκε διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸ τὴν ἐκπαίδευση τῶν μελλοντικῶν ἱερέων. Ἡ βαθειά του γνώση τῶν Γραφῶν, τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀκόμη καὶ τῶν θύραθεν ἐπιστημῶν, καὶ ἡ ἀνάπλεη πραότητος αὐθεντία του στὴν καθοδήγηση ἀνθρώπων τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ προσδώσει στὸ ἵδρυμα τοῦτο μιὰ ὑψηλὴ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ποιότητα. Ὁ ἅγιος ἱεράρχης ἐπιφορτίσθηκε μὲ τὴ διεύθυνση καὶ τὰ μαθήματα τῆς Ποιμαντικῆς, δίχως νὰ διακόψει τὸ ἀσκητικό του πρόγραμμα, τὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ τὴν προσευχή, προσθέτοντας μάλιστα τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα τοῦ κηρύγματος καὶ τῆς τακτικῆς τελέσεως τῶν ἱερῶν Μυστηρίων ἐντὸς τῆς σχολῆς, ἀλλὰ καὶ στὴν περιοχὴ τῶν Ἀθηνῶν.

Παρὰ ταῦτα, ὁ Νεκτάριος διατηροῦσε στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του τὸν διάπυρο πόθο τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς εἰρήνης τοῦ μοναχικοῦ βίου. Ἐπωφελήθηκε ἔτσι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ποὺ ἐξέφρασαν ὁρισμένες πνευματικὲς θυγατέρες του, γιὰ νὰ ἱδρύσει ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι στὴ νῆσο Αἴγινα (μεταξὺ 1904 καὶ 1907), ὅπου καὶ ἀποσύρθηκε στὰ 1908, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὴ διεύθυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς. Παρὰ τὶς ἀναρίθμητες φροντίδες καὶ δυσκολίες, ὁ ἅγιος μερίμνησε νὰ ὀργανώσει μιὰ κοινοβιακὴ ἀδελφότητα, πιστὴ στὸ πνεῦμα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἐδαπάνησε ἀφειδῶς τὶς σωματικὲς καὶ ψυχικές του δυνάμεις στὴν ἀνέγερση κτηρίων, στὴν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση κάθε μαθήτριάς του ξεχωριστά. Τὸν ἔβλεπες συχνὰ νὰ ἐργάζεται στὸν κῆπο, φορώντας ἕνα τριμμένο ράσο, ἢ νὰ διορθώνει τὰ ὑποδήματα τῶν μοναζουσῶν. Καὶ ὅταν γινόταν ἄφαντος γιὰ ὧρες πολλές, μάντευες ὅτι ἦταν κλεισμένος στὸ κελλί του γιὰ νὰ ἀνατείνει τὸν νοῦ του πρὸς τὸν Θεό, διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Παρ’ ὅλο ποὺ ἐμάκρυνε ἀπὸ κάθε ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο καὶ εἶχε αὐστηρῶς ρυθμίσει τὶς ἐπισκέψεις στὸ μοναστήρι, ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν καὶ χαρισμάτων, ποὺ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐξαπλώθηκε στὴν περιοχὴ καὶ οἱ πιστοὶ ἔρχονταν πρὸς αὐτόν, ἑλκόμενοι ὅπως τὸ μέταλλο ἀπὸ τὸν μαγνήτη. Θεράπευσε πολλοὺς λαϊκοὺς καὶ μοναχὲς ἀπὸ τὶς ἀσθένειες ποὺ τοὺς ταλαιπωροῦσαν, ἔφερε τὴ βροχὴ στὸ νησὶ ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ξηρασία, ἀνακούφιζε, παρηγοροῦσε, στήριζε... Παρὰ τὶς δυσκολίες τῆς περιόδου μετὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀπαγόρευσε αὐστηρὰ στὶς μοναχές του νὰ ἀποθηκεύουν ὁτιδήποτε γιὰ τὴν τροφή τους, ἀλλὰ διέταξε νὰ μοιράζουν τὸ πλεόνασμα στοὺς φτωχούς, ἐναποθέτοντας τὴ μέριμνα τῆς συντηρήσεως τῆς μονῆς στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Πέραν τῶν ἄλλων καθηκόντων του, ὁ Νεκτάριος βρῆκε τὸν χρόνο νὰ συντάξει πλῆθος ἔργων θεολογίας, ἠθικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας γιὰ τὴ στερέωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν ἱερὰ Παράδοση τῶν Πατέρων, ποὺ ἀγνοοῦνταν τότε συχνὰ ἐξαιτίας δυτικῶν ἐπιδράσεων. Ζώντας λοιπὸν ὡς ἐν σαρκὶ ἄγγελος καὶ αὐγάζοντας γύρω του τὶς ἀκτίνες τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς Χάριτος, ὁ μακάριος ὑπέστη πάλι συκοφαντίες καὶ ἄδικες κατηγορίες γιὰ τὸ μοναστήρι του, ἀπὸ μέλη τῆς ἱεραρχίας. Ὑπέμεινε τὶς τελευταῖες αὐτὲς δοκιμασίες μὲ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Χριστοῦ: ἀγόγγυστα καὶ δίχως νὰ ἐξανίσταται. Τότε προσβλήθηκε ἀπὸ μία ἐπώδυνη ἀρρώστια γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἑνάμιση χρόνο. Εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δοκιμασία αὐτὴ καὶ προσπάθησε νὰ κρατήσει μυστικὴ τὴν ἀσθένειά του μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμές του. Ἀφοῦ πῆγε νὰ προσκυνήσει γιὰ τελευταία φορὰ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ βρισκόταν ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἀνήγγειλε στὶς μαθήτριές του τὴν ἐπικείμενη ἐκδημία του καὶ μεταφέρθηκε σὲ ἕνα νοσοκομεῖο στὴν Ἀθήνα, ὅπου μετὰ ἀπὸ πενήντα ἡμέρες ὀδύνης τὴν ὁποία ὑπέμεινε μὲ μία ὑπομονὴ ποὺ οἰκοδομοῦσε ὅλους ὅσοι τὸν πλησίαζαν, παρέδωσε ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1920. Οἱ πιστοὶ τῆς Αἴγινας, οἱ μαθήτριές του καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ποὺ τὸν εἶχαν πλησιάσει, ἔκλαψαν γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ πράου καὶ σπλαγχνικοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅλη του τὴ ζωὴ ὑπέστη διαβολές, διώξεις καὶ ἄδικες κατηγορίες παίρνοντας ὡς τύπον καὶ ὑπογραμμό του τὰ θεῖα Πάθη τοῦ Κυρίου. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν ἐδόξασε καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεώς του τὰ θαύματα περίσσευσαν καὶ περισσεύουν καθημερινὰ ὣς σήμερα γιὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν μὲ πίστη τὰ λείψανά του ἢ ἐμπιστεύονται τὴν ἰσχυρή του μεσιτεία.

Τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου παρέμεινε θαυματουργικὰ ἄφθαρτο περισσότερο ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἀναδίδοντας οὐράνια καὶ λεπτὴ εὐωδία. Στὰ 1953, ὅταν ἔλυωσε τελικὰ κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του1 καὶ διαπιστώθηκε τότε ὅτι ἀναδυόταν ἔντονα ἡ ἴδια εὐωδία. Δὲν ἔπαυσε ἔκτοτε νὰ χαροποιεῖ τοὺς πιστοὺς ποὺ πλησιάζουν τὰ τίμια αὐτὰ λείψανα, δίνοντάς τους τὴ διαβεβαίωση ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος βρῆκε τὴ θέση του κοντὰ στὸν Θεό, στὶς μονὲςτῶν ἁγίων.

ΠΗΓΗ : "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ", τευχ. 209, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009, σ. 18 κ.ε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου