"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Η ΣΗΜΑΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ


Εἶχαν πολεμήσει οἱ φαντάροι τῶν ὀχυρῶν τοῦ Ροῦπελ τέσσερα μερόνυχτα χωρὶς στιγμὴ νὰ σταματήσουν. Εἶχαν κατανικήσει ὅλες τὶς ἐπιθέσεις τῶν Γερμανῶν, ὅταν κατὰ τὶς τέσσερες τὸ ἀπόγευμα τῆς 9 Ἀπριλίου 1941 οἱ Γερμανοὶ -μετὰ τῆ διάσπαση τοὺ σερβικοῦ μετώπου καὶ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης- ἔστειλαν μπροστὰ σὲ κάθε φρούριο ἀπὸ ἕνα τάνκη να γυροφέρνη σιγὰ κρατώντας λευκὴ σημαία.

Οἱ ῞Ελληνες δεν τα πυροβόλησαν, παρὰ τὰ ἄφησαν νὰ πλησιάσουν, γιατὶ τὰ ἔβλεπαν νὰ κουνοῦν ἐπιδεικτικὰ τὴν ἄσπρη τους παντιέρα. Ἀπὸ τὰ τάνκς, κατεβαίνουν σὲ λίγο κήρυκες, ποὺ ἀπαιτοῦν τὴν παραδοση των ὀχυρῶν, ἐπειδὴ ὁ ῞Ελλην διοικητὴς εἶχε συνθηκολογήσει στη Θεσσαλονίκη.

Ἀξιωματικοὶ καὶ φαντάροι δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν τ’ αὐτιά τους. Ἀπὸ τὴν καύχηση ποὺ εἶχαν γιὰ τὴν ἡρωικὴ ἀντίστασή τους, ὤς τὴν καταστροφή που τωρα μαθαίνουν, εἶναι δρόμος ποὺ δε δρασκελίζεται σὲ μιὰ στιγμή.

Ὥς τώρα αὐτοὶ ἔδερναν τὸ Γερμανό, ὄχι μόνο πίσω ἀπὸ τὶς πολεμίστοες, ἀλλὰ κι ἔξω στ’ ἀνοιχτά, στῆθος μὲ στῆθος. Πῶς νὰ παραδώσουν φρούρια, σπίτια, πατρίδα χωρὶς νὰ νικηθοῦν;

Σὲ λίγο τοὺς ἔρχεται γραπτὴ ἡ διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ τους νὰ παραδώσουν τὰ ὀχυρά. Τότε ξεσπάει μαύρη ἀπελπισία. Ἄλλοι κλαῖνε δυνατά, ἄλλοι ἀγκαλιάζουν καὶ φιλοῦν τὰ πολυβόλα μὲ πάθος, τόσο αὐθόρμητα, ποὺ σφίγγει τὴν καρδιὰ ὅσων τοὺς βλέπουν.

῾Ωστόσο ὑπακούουν στὴ γραπτὴ διαταγὴ τοῦ στραστηγοῦ τους παραδίδουν τὰ ὀχυρὰ καὶ ἀναχωροῦν μὲ κατεύθυνση πρὸς τὰς Σέρρας.

Καθὼς προχωροῦν πρὸς τὰς Σέρρας, βλέπουν ἐπάνω σ’ ἕνα λοφάκι μαζεμένους φαντάρους καὶ καπνὸν’ ἀνεμίζεται στὸν καθάριον οὐρανό. ᾽Επειδὴ ἡ δυστυχία ἀδερφώνει τοὺς ἀνθρώπους, τραβᾶ ἡ φάλαγγα ὁλόισα πρὸς τὸν ὅμιλο ἐκείνο.

Σὰν ἀνέβηκαν στὴν κορφὴ τοῦ λόφου, εἶδαν ἕτοιμη θρακιά.

᾽Εκεῖ γύρω στὴ φωτιὰ εἶναι συγκεντρωμένο ἕνα τμῆμα τοῦ 26ου συντάγματος, ποὺ ὑπερασπιζόταν τὸ φρούριο Λίσσε καὶ εἶχε τσακίσει ὁλόκληρη μεραρχία Ἀλπίνων.

Νἄ ὁ διοικητὴς περιστοιχισμένος ἀπὸ τοὺς βαθμοφόρους. Νά ὁ ἀρχιμανδρίτης, ποὺ βάζει τὰ ἱερὰ ἄμφια.

- Θὰ λειτουργηθοῦμε, λέει κάποιος καὶ ἡ ἰδέα πὼς θὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὰ θεῖα τοὺς παρηγορεῖ.

Βγάζουν τὰ πηλήκιά του; σταυροκοπιοῦνται κι ἀκοῦνε μὲ κατάνυξη, τὶς εὐχὲς ποὺ ἀρχίζει να ψάλλη ὁ παπάς. ῾Υστερα προβάλλει στὸ κεντρον ὁ ὑπασπιστὴς κρατώντας τη σημαία τοῦ συντάγματος.

Τὴν ξεσκεπάζει καὶ τὴν ἀφήνει ἐλεύθερη στὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι, ἀτίμητο μνημεῖο δοξασμένων ἀγώνων.

Αὐτὴ εἶναι ἡ σημαία, ἡ ἴδια, ποὺ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1922, ὅταν τὸ 26ον σύνταγμα κυκλώθηκε στὴν κοιλάδα τοῦ Ἀλῆ - Βερὰν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὴν ἅρπαξεν ὁ τότε συνταγματάρχης του καὶ παρασύροντας τοὺς λεβέντες του σὲ παράφορη ἔξοδο κατόθωσε νὰ διασπάση τὸν τουρκικὸ κλοιὸ καὶ νὰ σωση τὸ σύνταγμά του, χωρίς ὅμως ὁ ἴδιος νὰ ἐπιζήση ἀπὸ τὸ θρυλικὸ κατόρθωμα, γιατί, ὅπως ἡ σημαία του, ἔτσι κι αὐτος εἶχε κατατρυπηθῆ ἀπὸ σφαῖρες καὶ ξεψύχησε κρατώντας στὰ χέρια του αὐτὸ τὸ κουρελιασμένο πανί.

- Προσοχή ! διατάζει ὁ διοικητής.

Οἱ φαντάροι τεντώνουν τὰ κουρασμένα κορμιά τους, οἱ ἀξιωματικοὶ κάνουν τὸ σχῆμα. ῾Ο ὑπασπιστὴς τότε κατεβάζει τὸ ἱερὸ λάβαρο στὴ φωτιά ἐνῷ ὁ παπάς εὐλογεῖ αὐτὸν τὸν ὑπερήφανο πολεμικὸν ὁδηγό. Τὸ μετάξι ἀργεῖ να καῆ, γίνεται στάχτη σιγά, πολὺ σιγά.

Τὸ θέαμα τῆς γαλανόλευκης που εξαφανιζεται κάνει τοὺς παρόντας νὰ ριγήσουν. Οὔτε ἕνας ἀξιωματικὸς δὲν ἔμεινεν ἀδάκρυτος. Οἱ φαντάροι καθὼς ἀντικρίζουν τοὺς φρουράρχους τους, ψημένους πολεμιστές νὰ κλαῖνε, τοὺς θαυμάζουν ἀκόμη περισσότερο καὶ ξεσπᾶν τὰ παιδιάτικα στόματά τους σὲ λυγμοὺς κι ἀναφλητά.

Μὰ τὸ κλάμα τὸ διακόπτει ὁ ἀρχιμανδρίτης.
- Σηκῶστε τὸ χέρι ὰ ὁρκισθῆτε, τοὺς λέει.
Τὸν ὑπακούουν, κι ἐκεῖνος ἀρχίζει :
- ῾Ορκίζομαι...
- ῾Ορκίζομαι...
- ῞Οτι δὲν θὰ ἡσυχάσω...
- ῞Οτι δὲν θὰ ἡσυχάσω...
- ῞Οτι θὰ δώσω τὸ αἷμα μου...
-῞Οτι θὰ δώσω τὸ αἷμα μου...
- Διὰ νὰ ἐκδικηθῶ καὶ νὰ ἐλευθερώσω τὴν πατρίδα...
- Διὰ νὰ ἐκδικηθῶ καὶ νὰ ἐλευθερώσω τὴν πατρίδα! βροντοφωνοῦν
ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες.

῾Ο ὅρκος αὐτὸς φουσκώνει ἀπὸ νέα ὄνειρα τῆς πονεμένες τους καρδιές. Κι ὅταν αν ξαναπαίρνουν τὸ δρόμο τῶν Σερρῶν, αἰσθάνονται σὰν ζωογονημένοι. Τώρα ἔχει βρῆ πάλιι σκοπὸ ἡ ζωή τους.
Χρ. Ζαλοκώστας

ΠΗΓΗ : ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, 1963, σελ. 37 κ.ε.



Ο ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Ἡ Σκουτάρα εἶναι μιὰ ὁλόγυμνη καὶ ἀπόκρημνη κορυφὴ τῆς Πίνδου. Τὴν εἶχαν οἱ Ἰταλοί. Πίσω ἀπὸ κἀθε πέτρα της κρυβόταν καί ἕνα ὅπλο ἐχθρικό· σὲ κάθε κοίλωμα κι ἕνα πολυβόλο.

Ἡ Σκουτάρα ὅμως ἔπρεπε μὲ κάθε θυσία νὰ κυριευτῆ. Ἀπὸ τὴν κορυφή της μποροῦσε κανεὶς νὰ χτυπήση τὶς διαβάσεις ὅλων τῶν γύρω χαμηλότερων βουνῶν.

― Μιὰ παλιο - Σκουτάρα δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ἐμπόδιο στὸ δρόμο μας, εἶπε ὁ ταγματάρχης Παπαδόπουλος.

Γίνεται ἁπλὸς στρατιώτης· ἁρπάζει τὸ ὁπλοπολυβόλο στὸ χέρι καὶ μπαίνει μπροστά. Τὰ παλληκάρια του τὸν ἀκολουθοῦν.

Ὁ ἥλιος εἶχε βασιλέψει· μιὰ χιονοθύελλα, ποὺ εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ νωρίς, συνοδεύει τὸ γοργὸ δρόμο τῶν ἡρώων.

Προχωροῦν μὲ πόδι σταθερὸ καὶ ψυχὴ ἀναφτερωμένη. Τὸ φῶς λιγοστεύει, μὰ οἱ λάμψεις τῶν κανονιῶν μας φωτίζουν τὸ γιγάντιο βράχο. Οἱ ἐκρήξεις τῶν ὀβίδων μας κατρακυλοῦν βράχους ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν παλληκαριῶν. Ἔτσι περνοῦν δυὸ ὁλόκληρες ὧρες.

Ἕπειτα οἱ φωτιὲς λιγοστεύουν· τὰ κανόνια σιγοῦν. Ὁ Παπαδόπουλος μὲ τοὺς σαράντα του εἶχαν διπλωθῆ ἀνάμεσα στὶς μικρὲς κοιλότητες τοῦ βράχου, πολὺ κοντὰ στὴν κορυφή. Ὁ ἀέρας τοὺς ἔδερνε ἀλύπητα· κι ἐκεῖ ξενύχτησαν ἀμίλητοι. Κάθε κίνηση, κάθε θόρυβος, κάθε ἀναπνοὴ θὰ πῆ θάνατος.

Τὴ χαραυγὴ ὁ ἀέρας ἐσταμάτησε· τὸν διαδέχτηκε μιὰ παγερὴ ξαστεριά. Μένει πιὰ ἡ τελευταία προσπάθεια, τὸ τελευταῖο πήδημα πρὸς τὴν κορφή, ὅπου ὁ ἐχθρὸς ἀγρυπνεῖ.

Τὰ παλληκάρια μας πηδοῦν σὰν τσακάλια ἀπὸ τὰ ταμπούρια τους· ὁ Παπαδόπουλος βρίσκεται λίγα βήματα ἐμπρός, οἱ τσολιάδες τῶν ἀκολουθοῦν ὅλοι.

Τὰ πολυβόλα ἀπὸ πάνω κροταλίζουν, ἐκεῖνοι προχωροῦν, προχωροῦν μὲ τὴ λόγχη, θερἴζουν, ἀναποδογυρίζουν κοτρώνια καὶ θάμνους.

Πλησιάζουν· πέφτουν μπροστὰ στὰ στόμια ἰταλικῶν πολυβόλων· δὲ σταματᾶ κανείς. Ὁ λεβέντης ταγματάρχης προχωρεῖ λίγα βήματα ἀκόμα καὶ φτάνει πρῶτος στὴν κορφή· Στέκει ὄρθιος μὲ τὸ πολυβόλο ἀναμμένο στὰ χέρια.

Μιὰ σειρὰ ξηροὶ κρότοι σφυρίζουν, τὸν σωριάζουν στὸ τέρμα τοῦ δρόμου του.

Κι ὁ Παπαδόπουλος πέθανε· πέθανε σὰν ἀληθινὸ παλληκάρι· ἡ θυσία του ὅμως ἔπιασε τόπο. Ἡ Σκουτάρα ἦταν πιὰ σὲ χέρια ἐλληνικά!

ΠΗΓΗ : ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΣΤ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, 1952, σελ. 86 κ.ε.