"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ – ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Η Γέννηση του Χριστού, φορητή εικόνα,
Βυζαντινό Μουσείο (15ος αιών). 
Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων Λόγος σὰρξ ἐγένετο (Ἰωάν. 1, 14). Αὐτὴ εἶναι πρώτη καὶ μεγαλυτέρα χαρμόσυνος ἀγγελία, τὸ πιὸ μεγάλο «εὐαγγέλιον», ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ οὐρανὸς εἰς τὴν γῆν. Ἐὰν θέλετε, ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσαρες λέξεις: « Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμὸς δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Ἐδῶ εὑρίσκεται κάθε τι, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰωνίως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους. Μοναδικὸν χαρμόσυνον μήνυμα διὰ τὴν ὕλην εἰς ὅλας τὰς μορφάς της. Ἀπὸ τὴν πλέον σκληρὰν καὶ πυκνὴν ὕλην τοῦ ἀδάμαντος, μέχρι τὴν πλέον λεπτὴν καὶ ἀφανῆ τοῦ ἠλεκτρονίου καὶ φωτονίου. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε Θεοσάρξ, οὕτως ὥστε οὔτε ὁ Θεὸς παύει νὰ εἶναι Θεός, οὔτε... ἡ σὰρξ νὰ εἶναι σάρξ. Μόνον ποὺ ἡ σὰρξ ἐν τῇ μυστικῇ ἀλλὰ πραγματικῇ ἑνώσει της μὲ τὸν Θεὸν ζῇ καὶ ἀκτινοβολεῖ ὅλας τὰς τελειότητας τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» σημαίνει : ὁ Λόγος ἔγινε ψυχή, Θεο-ψυχή, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὁ Θεὸς παραμένει Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ψυχή. Μόνον ποὺ ἡ ψυχὴ περιπατεῖ εἰς τοὺς δρόμους τῶν αἰωνίων καὶ χαροποιῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.

« Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει καὶ τοῦτο : Λόγος ἔγινεν αἴσθησις, Θεο-αἴσθησις. Ἐν τούτοις, Θεὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἂν καὶ ἔγινεν ἀνθρωπίνη αἴσθησις, ἐνῷ πάλιν αἴσθησις παραμένει ἀνθρωπίνη αἴσθησις. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ αἴσθησις ζῇ ὅλον τὸ θεῖον ἄπειρον ὡς ἰδικόν της. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει ἀκόμη καὶ τοῦτο : ὁ Λόγος ἔγινε κτίσμα, Θεο-κτίσμα, «ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀχώρητος χωρεῖται» (ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 45, 9. ΡG 36, 633-6). Μὲ αὐτὸ ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ δὲν χάνει τὰ θεῖα της ἰδιώματα, ὅπως καὶ ἡ φύσις τοῦ κτίσματος δὲν χάνει τὰ κτιστά της ἰδιώματα. Μόνον ποὺ τὸ κτίσμα περνᾶ διὰ μέσου θαυμαστῶν μεταμορφώσεων, αἱ ὁποῖαι τὸ ὁδηγοῦν ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», τέλος, σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος, πλήρης ἄνθρωπος, θεάνθρωπος. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς παραμένει εἰς τὰ ὅριά Του καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ ἰδικά του, ἂν καὶ εἶναι ἡνωμένοι στενώτατα, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως. Μόνον πὼς ὁ ἄνθρωπος οἰκειοποιεῖται ὅλας τὰς ἀπορρήτους τελειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκτᾶ τὴν θείαν αἰωνιότητα καὶ τὴν θείαν δόξαν, γίνεται «ὁμόθεος», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ ἀρχέτυπόν του, πρὸς τὸν Δημιουργόν του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχων τὸν χαρακτήρα τοῦ Θείου Λόγου (Γεν. 1, 26-27. Ἰωάν. 1, 9. Κολ. 3, 10).

Θεὸς Λόγος ἔγινε σὰρξ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σάρκα εἰς τὴν πρωταρχικήν της logosnost, διότι πᾶν γέγονεν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου γέγονεν (Ἰωάν. 1, 3. Κολ. 1, 16). Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς κτίσεως, Αὐτὸς εἶναι καὶ τὸ θεμέλιον ὁλοκλήρου τοῦ κοσμικοῦ οἰκοδομήματος (πρβλ. ἁγ. Μαξίμου, ΡG 91, 668 καὶ 1308-9).

Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἀποτελοῦν τὴν τραγικὴν καὶ παράλογον ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Θεὸν Λόγον ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ σύμπαντος. Θεὸς Λόγος ἐσαρκώθη διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κτίσιν πρὸς τὸν Δημιουργόν, διότι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιόν της καὶ βάσις της. Διὰ τοῦτο δικαίως εὐαγγελίζεται θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν ἀρραγὲς καὶ αἰώνιον θεμέλιον καὶ ὅτι «θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον» (1 Κορ. 3, 11).

Ὅποιος θεμελιώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρραγοῦς καὶ ἀσαλεύτου Πέτρας τοῦ σύμπαντος εἶναι «ἀνὴρ φρόνιμος», προσωπικότης του ἔχει λογοποιηθῇ, ἔχει δηλαδὴ ἑνωθῇ μὲ ὅλα τὰ αἰώνια ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ Λόγου, διὰ τοῦτο καὶ παραμένει ἀκλόνητος εἰς ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τὰς καταιγίδας τῶν ἀνθρωπίνων σεισμῶν καὶ τοῦ χάους (πρβλ. Ματθ. 5, 24 – 25. Ρωμ. 8, 35 - 39).

Μὲ τὴν ἐνανθρώπησίν Του Θεὸς Λόγος ἔδειξεν ὅτι ο Θεῖος Λόγος εἶναι οὐσία τῆς φύσεώς μας, τὸ θεμέλιον τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι μας, βάσις τῆς ἀνθρωπίνης μας ζωῆς καὶ ὑπάρξεως.

Ἡ καταγωγή μας εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ εἶναι μας καὶ ζωή μας καὶ ὕπαρξίς μας ἐξαρτῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεὸν (πρβλ. Πράξ. 17, 28. Κολ. 3, 1-4). Πράγματι, κατὰ τὸ ἀρχέτυπόν της καὶ κατὰ τὴν ἐσωτάτην οὐσίαν της, ὅλη ἡ κτίσις εἶναι ἀπὸ τὸν Λόγον καὶ διὰ τὸν Λόγον (Κολ. 1, 16-17). Εἰς Αὐτόν, δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ τὰ πάντα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν ἔλλογον (logosni) καταγωγὴν καὶ ὕπαρξίν των· εἰς τὴν ἀρχέγονον ἁγιότητα καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν δύναμίν των· εἰς ἐκεῖνο τὸ «γενηθήτω» καὶ «ἐγένετο»· εἰς τὸν ἰδικόν των παράδεισον. Διότι εἰς τὸν Λόγον εὑρίσκεται ὁ παράδεισος, ἐνῷ ἐκτὸς τῆς λογικότητος, ἡ κόλασις. […] Δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν σαρκὶ – τὰ Χριστούγεννα – εἶναι ἑορτὴ θαυμαστὴ καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον της καὶ διὰ τὸ μυστήριόν της καὶ διὰ τὸ νόημά της.

Ἑορτάζοντες τὰ Χριστούγεννα, οὐσιαστικῶς ὁμολογοῦμεν καὶ δοξάζομεν τὸ μοναδικὸν ἀληθινὸν νόημα καὶ τὸν λόγον τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, τῆς ἀνθρωπίνης αἰσθήσεως, τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ Κυρίου Γεννήσεως «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως», τοῦ θείου νοήματος, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν κόσμον μέχρι τῶν περάτων του, καὶ ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς τὸ αἰώνιον νόημα καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπου.

Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἐδόθη ἡ ἀποκάλυψις καὶ τὸ νόημα τόσον τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς ἄνθρωπος : διότι ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν Λόγον καί, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, εἶναι λογικός· Ἀλλὰ μᾶς εἶναι ἀγαπητὴ καὶ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀνήκει καὶ αὐτὴ εἰς τὸν Λόγον καί, διαὐτό, εἶναι λογική καὶ σκέψις τοῦ ἀνθρώπου μᾶς εἶναι ἀγαπητή, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, διαὐτὸ εἶναι, λογική καὶ αἴσθησις τοῦ ἀνθρώπου ἐπίσης, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, διαὐτό, εἶναι καὶ αὐτὴ λογική· κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ διαὐτό, λογική· μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς καὶ κόσμος ἀκόμη, διότι εἶναι τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ διαὐτό, καὶ αὐτὸς λογικός· καθὼς καὶ οὐρανός, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ διὰ τοῦτο λογικός.

Μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Θεοῦ ἐν σώματι, ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ὅλος ὁ Θεός, ὅλη ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ, ὅλον τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὸν Θεὸν καὶ τὴν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, μέσα εἰς τὴν πνευματικὴν ἔξαρσιν καὶ τὴν ἄπειρον χαράν των, χαιρετίζουν ὅλα τὰ ὄντα καὶ ὅλην τὴν κτίσιν μὲ τὸν χριστουγεννιάτικον χαιρετισμόν: Χριστὸς ἐγεννήθη ! ἐνῷ ἀπὸ τὰ χριστονοσταλγικὰ βάθη τῶν ὄντων καὶ τῆς κτίσεως ἀντηχεῖ συγκινητικὴ ἡ ἀπάντησις : Ἀληθῶς ἐγεννήθη !

ΠΗΓΗ : Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, ἐκδ. οἶκος «Ἀστήρ».

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ – ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

Η Γεννηση, Αγ. Νικόλαος ο Ορφανός, 14ος αιών,
Θεσσαλονίκη.
σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό του θάνατο (Α΄ Κορ. 1, 23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι’ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) ... ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» ( Ἰωανν. 3, 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχητη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο».

Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ μύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσῳ τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλμου (11ος αἰ.), τὸ μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβολὴ ποὺ προξένησε στὸ Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικά) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν...» (3,16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5, 8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση» θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικός (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.

Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισμὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸ Θεὸ τὴ φαντασία καὶ τὶς προλήψεις μας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνομίκευση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἱστορία.

Ἡ θρησκευτική (τυπολατρική) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴ θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). « Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν...» (Γαλ. 4, 5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.

Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἡρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν...» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μάρκ. 10, 42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συμφερόντων τους. Γι’ αὐτὸ «ζητοῦσι τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ. 2, 20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἡρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.

ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος (Ε.Π. 36, 516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς : «Τοίνυν ἑορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσμίως μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου (=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιμᾶμε...). μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως

ΠΗΓΗ : «Παρεμβάσεις Ἱστορικὲς καὶ Θεολογικές», ἐκδ. «Διήγηση», Ἀθήνα 1998. 

Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ – ΠΑΝΤΕΛΗ Β. ΠΑΣΧΟΥ

Τί Σοὶ προσενέγκωμεν Χριστέ, Φορητὴ εἰκόνα (1653). Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας.
Mέσα στὶς ποικιλώνυμες πορεῖες τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων ποὺ γίνονται γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὶς φυλετικὲς διακρίσεις, γιὰ τὰ ἴσα δικαιώματα, γιὰ τὶς διάφορες «ἐλευθερίες» κ.λπ., ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας προσκαλεῖ αὐτὲς τὶς μέρες τὸν ὀρθόδοξο κόσμο σὲ μιὰ καινούργια πορεία: στὴ μυστικὴ πορεία ποὺ μᾶς φέρνει σ’ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἄσημο σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Κι ἀκούγεται ὁ ψάλτης μέσα στὰ χαράματα τοῦ ὄρθρου, νὰ ψέλνει κατανυκτικὰ τὸ προσκλητήριο αὐτό, γιὰ τὴν εὐλογημένη μας πορεία : Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων. Ἄγγελoι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ὠδὴν ἐπάξιον· Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

πορεία γιὰ τὴ Βηθλεὲμ ἔχει μιὰν ἀνυπολόγιστη σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν συγκρίνεται μὲ καμμιὰν ἀπὸ ὅσες ὀργανώνονται γιὰ τὸ καλὸ τάχατες τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ πορεία πρὸς τὸ ταπεινὸ σπήλαιο εἶναι πνευματική· καὶ τὸ ἀστέρι ποὺ θὰ φέγγει τὴν πορεία μας, μέσα στὶς κρύες νύχτες δίχως φῶς καὶ δίχως ζεστασιά, εἶναι τὸ γλυκὸ ἀστέρι τῆς Ἀγάπης, ποὺ εἶναι σὰ νὰ τὸ βαστάει τὸ ἴδιο τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ καταμεσὶς στὸν πνευματικὸ οὐρανό μας, καὶ φέγγει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πορεύονται μὲ ταπεινὴ καὶ καθαρὴ καρδιὰ πρὸς τὸ φτωχικὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Κι v κάποιοι ἄνθρωποι σημερινοὶδίχως ποίηση, δίχως ἀγάπη, δίχως ταπείνωσημᾶς ποῦν, πὼς ταξιδεύοντας στὸν οὐρανὸ μὲ δορυφόρους δὲν συνάντησαν οὔτε τὸ Θεὸ οὔτε τοὺς Ἀγγέλους του, οὔτε τὸ Ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, ἐμεῖς πρέπει νὰ ἰδοῦμε ποιός τοὺς δασκάλεψε νὰ ποῦν αὐτὲς τὶς μωρὲς πεζότητες, ποὺ δείχνουν πὼς δὲν ἔχουν μέσα τους κανέναν οὐρανό, κι ἑπομένως δὲν πρόκειται, μὲ τέτοιους τρόπους ἐγωιστικοὺς καὶ ἐπηρμένους, νὰ ἰδοῦνε τὸ Θεὸ ἢ τοὺς Ἀγγέλους ἢ τ’ Ἀστέρι, ποὺ μᾶς φέρνει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὸ θεῖο Σωτήρα, στὸ Χριστό.

Τὸ «ξένον καὶ παράδοξον μυστήριον» τῆς ἐνσαρκώσεως πρέπει νὰ τὸ πλησιάσουμε μὲ ταπείνωση καὶ μὲ καθαρότητα σαρκὸς καὶ πνεύματος. Ὅσοι δουλεύουμε ἀσταμάτητα στὴν ἡδονὴ τὴ σαρκική, πολὺ λίγες ἐλπίδες ἔχουμε νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἄχραντη Γέννηση τοῦ Κυρίου. Καὶ εἶναι, βέβαια, ἀδύνατο, ὅταν ζοῦμε μέσα στὴν ἁμαρτία, ν’ ἀξιωθοῦμε τὸ μέγα ἀγαθό, νὰ αἰσθανθοῦμε δηλαδὴ πνευματικὰ νὰ γίνεται μέσα μας ἡ θεία Γέννηση κι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Γέννηση αὐτὴ θὰ παραμένει πάντοτε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνα μυστήριο «ξένον καὶ παράδοξον». Γιατὶ ὁ Χριστός, κι ὅταν ἀκόμη γεννηθεῖ πνευματικὰ μέσα μας, δὲν φανερώνεται παρὰ «ὅσov χωρεῖν ἐπίστασαι τὸν δεχόμενον». Ἔτσι «ἀεὶ καὶ φαινόμενος ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος τοῖς τρόποις τῶν μετοχῶν, ἀεὶ διαμένει κατὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ μυστηρίου, τοῖς πᾶσιν ἀθέατος» (Μάξιμος). Ὅσο καὶ νὰ προσπαθήσει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ λογική του νὰ ἐξιχνιάσει τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσει. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάνει κανεὶς εἶναι νὰ δοξάσει «ἀπεριέργως» τὸν «εὐδοκήσαντα τοῦτο γενέσθαι δι’ ἡμᾶς». Γιατί, πραγματικά, ποιός μπορεῖ μὲ τὸ λογικό του ν’ ἀποδείξει καὶ νὰ μᾶς πεῖ «πῶς Θεοῦ Λόγου γίνεται σύλληψις; πῶς γένεσις σαρκὸς ἄνευ σπορᾶς; Πῶς γέννησις ἄνευ φθορᾶς; Πῶς μήτηρ, ἡ μετὰ τὸν τόκον διαμείνασα Παρθένος; Πῶς ὁ ὑπερτελής, καθ’ ἡλικίαν προέκοπτε; Πῶς ὁ καθαρὸς ἐβαπτίζετο; Πῶς διέτρεφεν ὁ πεινῶν; Πῶς ὁ κοπιῶν ἐχαρίζετο δύναμιν; Πῶς ὁ πάσχων ἐδίδου ἰάματα; Πῶς ὁ θνῄσκων ἐζωοποίει; Καὶ ἵνα τὸ πρῶτον καὶ τελευταῖον εἴπω, πῶς ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γίνεται; Καὶ τὸ δὴ πλέον μυστηριωδέστερον, πῶς οὐσιωδῶς ἐν σαρκὶ καθ’ ὑπόστασιν ὁ Λόγος, ὁ κατ’ οὐσίαν ὑποστατικῶς ὅλος ὑπάρχων ἐν τῷ Πατρί; Πῶς ὁ αὐτός, καὶ ὅλος ἐστι Θεὸς κατὰ φύσιν, καὶ ὅλος γέγονε κατὰ φύσιν ἄνθρωπος;... Ταῦτα πίστις μόνη χωρεῖ τὰ μυστήρια, τῶν ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ὑπάρχουσα πραγμάτων ὑπόστασις», λέγει ὁ ἅγ. Μάξιμος.

ΠΗΓΗ : Παντελῆ Β. Πάσχου, Ἔρως Ὀρθοδοξίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1987.

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ ΚΑΙ ΜΑΓΩΝ ΕΝ ΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΑΘΩ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΗ


Ότε έμελλεν η Κυρία Θεοτόκος εκδημήσαι προς τον εαυτής Υιόν και Θεόν, δι΄ Αγγέλου κομισθείσα τα ευαγγέλια παρά του υιού αυτής Χριστού του Θεού ημών, τότε μετά χαράς δεξαμένη τον λόγον, και τω πόθω της προς τον Υιόν αυτής θείας μεταστάσεως προσεύξασθαι άρχεται, και φωταγωγεί την οικίαν ευχαριστήσασα τον Θεώ. είτα συγκαλεί τον αδελφόθεον Ιάκωβον και τους συγγενείς και γείτονας, και ετοιμάζει τα προς ταφήν επιτήδεια. τοις λέγει τα λαληθέντα παρά του Αγγέλου, την την προς ουρανούς αυτής θείαν Μετάστασιν. Τότε δε ακούσαντες πάντες, θρήνοις και δάκρυσιν ωλοφύροντο……..Είτα λαβούσα εις τας Αγίας αυτής χείρας τον πάντιμον θησαυρόν, τα Τίμια και Άγια Δώρα Χρυσόν και Λίβανον και Σμύρναν, άπερ οι Βασιλείς Μάγοι προσήνεγκαν τω Χριστώ τω Θεώ ημών, και τα οποία η Κυρία Θεοτόκος συνετήρει πάντα, και ευλογήσασα αυτά ενεχείρισεν εις αυτάς τα πάντιμα Τίμια Δώρα Χρυσόν και Λίβανον και Σμύρναν εις αυτάς συν τοις Αγίοις σπαργάνοις του Κυρίου ημών ιησού Χριστού, τα ιερά ταύτα σύμβολα του Σωτήρος ημών Θεού, τα τίμια και σεβάσμια, άπερ εδόθησαν εις αυτάς τας πιστάς και ιεράς παρθένους Ιουδαίας μεν κατά το γένος, χριστιανικάς δε κατά την πίστιν, και εχαρίσθησαν εις αυτάς παρά της Θεοτόκου, ως ο λόγος άδεται. και κατά διαδοχήν εκ μιας εις άλλην μυστικώς παρεπέμφθησαν ευλαβώς τιμώμενα.

Ούτω ταύτα τα ιερά σύμβολα διετηρήθησαν, παρέχοντα ιάσεις διαφόρων νοσημάτων τοις προστρέχουσι, και εφύλαξαν την ευωδίαν, και παρέχοντα παντοδαπά ιάματα τοις τοις ευλαβώς αυτά προσκυνούσι.

Μαθόντες δε εν τη Κωνσταντινουπόλει τινές φιλόθεοι την χάριν, η παρέχουσιν υγείαν ψυχής τε και σώματος τα άγια και τίμια του Σωτήρος Χριστού Δώρα ταύτα, ήλθον και είπον προς τον Βασιλέα Αρκάδιον, ότι εις Ιεροσόλυμα διαφυλάττονται τα θεία δώρα των Μάγων συν τοις αγίοις σπαργάνοις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τα οποία ως ιεράν παρακαταθήκην έδωσεν η Κυρία Θεοτόκος εις τας υπηρετούσας αυτήν παρθένους, και ευρίσκονται σήμερον εις χείρας παρθένου, ήτις είναι κατά διαδοχήν κληρονόμος τούτων. εισί δε οι χιτώνες της Υπεραγίας Θεοτόκου και η Αγία Ζώνη, τα άγια Δώρα των Μάγων και τα άγια σπάργανα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. ούτοι παρεκάλουν τον Βασιλέα, ίνα μετά σπουδής πέμψη εις Ιεροσόλυμα και αποκομίση εις Κωνσταντινούπολιν της δεσποίνης ημών και Θεοτόκου τα άγια φυλακτήρια, την Ιεράν παρακαταθήκην, προς αγιασμόν του λαού και αρωγήν της βασιλευούσης πόλεως. Ο δε βασιλεύς Αρκάδιος έπεμψεν εις Ιεροσόλυμα ιεροπρεπείς άνδρας και βασιλικόν κάτεργον (πλοίον) και8 έλαβον από την φιλόθεον παρθένον εκείνην την ιεράν παρακαταθήκην της Υπεραγίας Θεοτόκου, και με ύμνους και θυμιάματα εξαγαγόντες από τα Ιεροσόλυμα τα άγια φυλακτήρια ταύτα, και εν Κωνσταντινουπόλει αποκομίσαντες, τω βασιλεί παρέδωκαν. Ο δε βασιλεύς Αρκάδιος πεσών και προσκυνήσας πίστει και πόθω πολλώ, και δεξάμενος εις τας χείρας αυτού κατησπάζετο ακορέστως, ομοίως και οι του βασιλέως υπουργοί, και σύμπας ο λαός αφάτου χαράς και ευφροσύνης επληρώθησαν. μετά τον ασπασμόν και την προσκύνησιν άπαντες μετά του εκκλησιαστικού πληρώματος και μετά δορυφορίας ψαλμών, ύμνων, και απείρων φώτων κατά την αρμόζουσαν τάξιν εις τα βασίλεια ανήλθον, και κατέθεντο τα άγια ταύτα της Κυρίας ημών Θεοτόκου φυλακτήρια, την αγία ταύτην παρακαταθήκην, βασιλικά δώρα βασιλέων Περσών, ως ο λόγος εδήλωσε. και εις δόξαν των πιστών, εις φύλαξιν και αρωγήν βασιλέων, εις ασφάλειαν όλης της βασιλευούσης, διότι δι΄ αυτών κατά καιρούς και χρόνους διεσώσατο την εαυτής πόλιν η Κυρία Θεοτόκος.

Εφυλάχθησαν δε σώα πάντα ταύτα τα ιερά κειμήλια της Εκκλησίας, έως τους χρόνους μετά Χριστόν 1203. Τότε οι βασιλείς φθάσαντες εις έσχατην ανέχειαν, απεφάσισαν και έδωσαν γνώμην να γένη συνάθροισις των ιερών σκευών και ιερών κειμηλίων, και εξ αυτών να πληρωθώσι τα υπεσχεθέντα χρήματα εις τους πολιορκούντας την Κωνσταντινούπολιν Σταυροφόρους. Ο δε λαός αγανακτήσας εφώρμησε, και εφόνευσε τους βασιλείς, και οι Λατίνοι αφ΄ ετέρου πολλά οργισθέντες εκυρίευσαν την Κωνσταντινούπολιν. Οι δε ευγενείς της πόλεως λαβόντες τα ιερά κειμήλια και πάντας τους ιερούς θησαυρούς και τα ιερά σκεύη κατέφυγαν εις την Ασίαν, εις την Νίκαιαν πόλιν της Βιθυνίας, όπου εκεί έστησαν το βασίλειόν των. Ο δε Πατριάρχης κατέφυγεν εις Διδυμότοιχον. Αφού δε παρήλθον χρόνοι εξήκοντα επί της βασιλείας Μιχαήλ του Παλαιολόγου, εκυριεύθη πάλιν η Κωνσταντινούπολις, και έλαβε τον στολισμόν της. Ο δεν εν αυτή Φράγκος βασιλεύς Βαλδουίνος έσωσε την ζωή του, και ούτως εσυνάχθησαν τα ιερά και άγια κειμήλια και λοιπά ιερά σκεύη και άγια δωρήματα εις τα βασίλεια της Κωνσταντινουπόλεως, και εφυλάττοντο ως παρακαταθήκη σωτήριος ταύτης της Βασιλευούσης πόλεως.

Εν τούτοις τοις χρόνοις απέρασαν από την Ασίαν εις την Θράκην τα οθωμανικά στρατεύματα και εκυρίευσαν την Αδριανούπολιν και πάσαν την Θρακικήν Μακεδονίαν, και έφθασαν έως εις τα βασίλεια της Σερβίας, την οποίαν και επολιόρκησεν ο Σουλτάν Μουράτης. ο δε Γεώργιος ο βασιλεύς της Σερβίας είχε θυγατέρα ωραιοτάτην, Μάρω λεγομένην, ταύτην εζήτησεν ο Μουράτης να την λάβη νόμιμόν του γυναίκα, και ούτω να λύση την και τους πολέμους από την Σερβίαν, και να είναι πάντοτε με τον σύνδεσμον της συγγενικής αγάπης. Ο δε βασιλεύς Γεώργιος στέργει εις τας απαιτήσεις του Σουλτάνου και του δίδει δια νόμιμόν του γυναίκα την θυγατέρα του Μάρω με την συμφωνίαν να είναι ελευθέρα εις τα χριστιανικά χρέη της. εξ αυτής ο Σουλτάν Μουράτης εγέννησε τον Σουλτάν Μεχμέτη, όστις εβασίλευσε μετά τον θάνατον του πατρός του εν έτει 1450. Ούτος αφού προετοίμασε τα αρμόδια άρματα ήρχισε και επολιόρκησε στενώς την Κωνσταντινούπολιν, την οποίαν μετά πεντήκοντα τέσσαρας ημέρας ελεεινώς επόρθησεν εν έτει 1453 αποκατασταθείς κύριος και βασιλεύς της Κωνσταντινουπόλεως ο Σουλτάν Μεχμέτης, έδωσε δε εις τους χριστιανούς την άδειαν να εκτελούν ελευθέρως και αφόβως τας εκκλησιαστικάς τους αυτών τάξεις και συνηθείας, διότι εγνώριζε τα χριστιανικά έθιμα από την μητέρα του Μάρω. Η δε βασίλισσα Μάρω ευρέθη και αυτή τότε εις την βασιλεύουσαν πόλιν, και λαβούσα από το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον τα πάντιμα και άγια τίμια δώρα των Μάγων, την ανεξάντλητον πηγήν των ιαμάτων, τα εφύλαττεν ευλαβώς εις το εαυτής βασίλειον τιμώμενα με θυμιάματα και φώτα ως έπρεπεν. αύτη ευλαβουμένη τον Φιλιππουπόλεως μητροπολίτην Διονύσιον, ως χρηματίσαντα μαθητήν του Αγίου Μάρκου Εφέσου, ηθέλησε δια να τον προβιβάση Πατριάρχην, και προσελθούσα εις τον βασιλέα τον παρεκάλεσε να γένη ο Διονύσιος Πατριάρχης. ο δε βασιλεύς είπεν αυτή, ποίησον μήτερ μου ό,τι θέλεις, και ούτως έγεινε Πατριάρχης ο Διονύσιος. πλην διαλογιζομένη η κυρία Μάρω το απαραίτητον του θανάτου, εδυσχέραινεν εις τα βασίλεια. Προσήλθε λοιπόν ενώπιον του βασιλέως και του εζήτησε να απεράση το υπόλοιπον της ζωής της έξω των βασιλικών μεγάρων εν ησυχία. Ο δε Σουλτάνος ως ήκουσε την φρόνησίν της υπακούσας εδωρήσατο αυτή πάσαν την επαρχίαν της Έζωβας δια κατοικίαν της, και να νέμεται τα βασιλικά εισοδήματα προς ζωοτροφίαν της. αύτη η επαρχία εστί πλησίον των Σερρών και προς τον ποταμόν Στρυμόνα. Εμβάσα λοιπόν εις το βασιλικόν κάτεργον (πλοίον) μεθ΄ όλων των θησαυρών όπου είχε φέρουσα μεθ΄ εαυτής και τα τίμια και άγια δώρα των Μάγων δια να έλθη εις την δωρηθείσαν επαρχίαν της Έζωβας, και πλέουσα έφθασε προς το ακρωτήριον του Άθωνος εις το νεώριον της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου του εν τω Άθω. (εγίνωσκε δε καλώς το Ιερόν μοναστήριον τούτο, διότι ο πατήρ της Γεώργιος ο βασιλεύς της Σερβίας ωκοδόμησε τον καθολικόν ναόν του μοναστηριού εις όνομα του Αγίου Γεωργίου, και ως κτήτωρ και προστάτης της μονής του Αγίου Παύλου εγνωρίζετο). προσωρμίσθη το βασιλικόν πλοίον προς το νεώριο τη; Μονής του Αγίου Παύλου μετά της βασιλίσσης κυρίας Μάρω. Μαθόντες τούτο οι ιερείς και μοναχοί πατέρες της μονής, πάντες οι αδελφοί και το του λαού πλήθος χαράς απείρου πλησθέντες, εξήλθον της μονής μετά φανών και λαμπάδων και θυμιαμάτων μεθ΄ ύμνων και ψαλμών κατά την αρμόζουσαν της μονής προς υπάντησιν των Τιμίων Δώρων των Μάγων, άπερ προσεκόμιζεν η Κυρία Μάρω να τα αναθέση εις την Ιεράν ταύτην μονήν του Αγίου Παύλου κατά την επιθυμίαν της. ανήρχοντο δε ούτω πάντες προς το ιερόν μοναστήριον του Αγίου Παύλου κατά την επιθυμίαν της, και όταν έφθασαν εις την μονόστηλον ελαίαν, ήτις και σήμερον σώζεται προς πετρώδη τινα όχθην, απέναντι και πλησίον της μονής, ηκούσθη φωνή αόρατος, λέγουσα. Μάρω μη προβής περαιτέρω εκπλαγείσα επί τω ακούσματι η βασίλισσα, εστάθη εκεί. Ανοίξασα δε τους θησαυρούς επί του τόπου τούτου, εθεωρείτο ως άλλη πανήγυρις και εορτή. Και φωνή αγαλλιάσεως μετ΄ ευφημίας αναφθεγγομένη η βασίλισσα κατασπαζομένη έλεγε. Ω Δώρα τίμια, άπερ ταύτα προσήνεγκαν οι Μάγοι Περσών βασιλείς, Χρυσόν και Λίβανον και Σμύρναν Χριστώ τω Θεώ και Σωτήρι ημών, των πιστών άπαν το πλήρωμα σκεπάσατε, και εκ πάσης επιρροίας ορατών και αοράτων εχθρών αβλαβείς διαφυλάξατε και εις ιατρείαν παντοδαπών νόσων και πονηρών πνευμάτων διωκτήριον έσεσθε.

Προσκυνήσασα σε ευλαβώς, αφιέρωσε τα πάντιμα και άγια Δώρα των Μάγων, Χρυσόν και Λίβανον και Σμύρναν, ως μίαν αναφαίρετον παρακαταθήκην εις την ιεράν μονήν του Αγίου Παύλου του εν τω Άθω. και ούτως αποχαιρετήσασα μετά θερμών δακρύων, κατέρχεται δια να έμβη εις το βασιλικόν κάτεργον, συνακολουθουμένη μετά των ευχών και ευλογιών των πατέρων. Οι σε σεβαστοί εκείνοι πατέρες ενέπηξαν Τίμιον Σταυρόν, όπου ηκούσθη η αόρατος φωνή, όστις σώζεται και μέχρι σήμερον, και λέγεται ο σταυρός της Βασιλίσσης. εχαρίσατο δε και άλλα σκεύη χρυσά και αργυρά και χρυσοΰφαντα δωρήματα εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

ΠΗΓΗ : Κοσμά Μοναχού, Το παρόν Μαρτύριον του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος του Χριστού Γεωργίου του Τροπαιοφόρου : σώζεται αναπόσπαστον εν τη ιερά βασιλική και πατριαρχική κοινοβιακή Μονή του Αγίου Παύλου του εν τω Άθω - Υπόμνημα περί των Τιμίων Δώρων και Μάγων εν τη του Αγίου Παύλου ιερά Μονή τη εν Άθω ευρισκομένη, Νυν εκδίδεται παρά του ελαχίστου Κοσμά Μοναχού, Εν Ερμουπόλει, Τύποις Ρενιέρη Πρίντεζη, 1880, σς. 1-10 (37-46).

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΓΙΟΝΕΡΙΟΥ ΚΙΛΚΙΣ


Εγκαινιάστηκε σήμερα από τον πατέρα Γεώργιο, το νέο χειροποίητο, μεγαλοπρεπές, καλαίσθητο, εξαιρετικής ποιότητας και τέχνης, τέμπλο του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου, του Ν. Αγιονερίου, από τον πατέρα Γεώργιο, άοκνο εργάτη του Ευαγγελίου και ποιμένα του Δημ. διαμερίσματος. Το όραμα του πατρός Γεωργίου και των Νέοαγιονεριτών, έλαβε σάρκα και οστά και έγινε πραγματικότητα, Θεία συνάρσει, παραμονές των Χριστουγέννων. Πραγματικό δώρο, στολίδι, αληθινό «κέντημα» προς δόξαν Θεού. Ευχόμαστε εκ μέσης καρδίας ο Άγιος Θεός να χαριτώνει τον π. Γεώργιο και να οικοδομεί την ποίμνη του εις νομάς σωτηρίους. Θερμά συγχαρητήρια και στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο αλλά και σε όλους τους φιλόθεους και ευσεβείς κατοίκους του Ν. Αγιονερίου.



















Το παλαιό Τέμπλο : 



Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

H ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΩΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ - π. ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΝΤΖΕ


Σήμερα καλούμαστε να μιλήσουμε για την «μετάνοια». Ναι για την μεταστροφή του ανθρώπου από το σκοτάδι στο Φως της Αναστάσεως. Και αυτό το μοναδικό γεγονός δεν συμβαίνει άπαξ στη ζωή του ανθρώπου, αλλά ζητείται μια μόνιμη επανάληψη και παγίωση του, ως ασφαλή οδός επιστροφής στον Πατέρα. Επομένως όλη η ζωή ενός Αγίου της Εκκλησίας μας, αποκωδικοποιεί και επαληθεύει στην πράξη το «momentum» της συνάντησης του με τον Χριστό.

Ζωή εν Χριστώ σημαίνει να ξεπεράσω τα όρια μου, να δοθώ ολοκληρωτικά στον μανικό έρωτα του Νυμφίου, ώστε μυστικά και μυστηριακά να αποκαθίσταμαι ως πρόσωπο, να μεταμορφώνομαι, να θεραπεύομαι, να θεώνομαι και όλα αυτά δωρεάν. Χάριτι Θεού. Η ζωή λοιπόν των Αγίων μας έρχεται ως σημείο αναφοράς απέναντι στην δική μας, την πολλές φορές θρησκευτικής σιγουριάς και απαξίωσης του πραγματικού νοήματος της «εν Χριστώ ζωής», ως βίωσης της βασιλείας του Θεού εντός ημών.

Ο σκοπός λοιπόν αυτής πραγματείας, είναι να αναδείξει την διαφορά μεταξύ του «κοινωνώ» και του «μεταλαμβάνω»,του «θρησκεύω» και του «εκκλησιάζομαι», του «μετανοώ» - ως πραγματικής μεταστροφής - και του «μεταμελώ».

1. Ο ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο θρησκευόμενος και μη μετανοημένος άνθρωπος ζει την φανταστική εικόνα του εαυτού του, μέσα στην μέθη της φιλαυτίας του, μπροστά στον Θεό που απευθύνεται αλλά δεν βιώνει ως άλλος Φαρισαίος, καταδικασμένος στην μοναξιά της τραγικής του υπάρξεως. Μία μοναξιά που βιώνει και ο αδελφός του Ασώτου, αλλά και κάθε «άσωτος» αν δεν προσέξει και δεν προσλάβει τον Θεό ως φίλο, αδελφό και Πατέρα, αλλά παραμείνει πεισματικά άγνωστος και δουλικά μισθωτός ενώ είναι προορισμένος για πρίγκιπας και αγαπημένος υιός. Αλλά και σε μία χώρα όπου ο Χριστιανισμός έγινε επικίνδυνα κρατικοδίαιτος και ασφαλής ως νοοτροπία, και αφελή σιγουριά των «σουρεάλ» δεκαλέπτων, προ και μετά Αναστάσεως, εκεί όπου «ἀναστήτω ὁ Θεός καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτού»3. Ο νηπιοβαπτισμός της αφέσεως και του χρίσματος, παραμένει μάλλον η μοναδική  δυνατότητα  επιστροφής, σε μία «Χάρι» που δεν στραγγαλίσθηκε εντελώς, αλλά περιμένει υπομονετικά την αξιοποίηση της από μία γενιά ανθρώπων που εκλογίκευσαν επικίνδυνα την ζωή τους, μέθυσαν από το κρασί  της βαβυλώνιας επιτυχίας του πολιτισμού, αλλά υποβαθμίστηκαν σε μία πνευματική αφασία και σε μία ατέρμονη επιλογή αμαρτιών ως υποκατάστατα στην μοναξιά τους. 

2. Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ 

Ο Άγιος Πορφύριος δοσμένος ολοκληρωτικά στον Χριστό που τόσο αγάπησε, εξοστράκισε αυτή την αγάπη του σε όλους τους ανθρώπους ως άλλος Γέρο-Δημάς, καθιστώντας τον εαυτό του τίμιο σκεύος εκλογής και πύρινης προσευχής για την σωτηρία όλων. Αφιέρωσε την ζωή του μετά την προσωπική του «Δαμασκό»1 (αφού διαφορετικά σχεδίαζε την ζωή του, για αλλού όμως τον προόριζε ο Θεός, με το να τον βγάλει από το Άγιο Όρος που τόσο αγάπησε και να τον ρίξει στην παλαίστρα της πνιγηρής και κοσμικής ζωής), στον πλησίον και τον ξεδίψασε με την αλήθεια, την δικαιοσύνη και την αγάπη του Θεού. Ο Άγιος περιγράφει μοναδικά όλους όσους «θρησκειοποίησαν» το ευχαριστιακό γεγονός της σωτηρίας : «Για πολλούς όμως η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μία αγωνία και ένα άγχος. Γ΄αυτό πολλούς από τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουν σε τι χάλια βρίσκονται, και έτσι είναι πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει το βάθος της θρησκείας και δεν τη ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή.»2. Μπορεί λοιπόν να συμμετέχει κανείς χλιαρά και χωρίς κόστος(προσωπικό, όσον αφορά την καταπολέμηση των παθών) στην Εκκλησία, αλλά να παραμένει αθεράπευτος οντολογικά λόγω απουσίας πραγματικής μετάνοιας και εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού.

Ο Άγιος μας προτείνει (γιατί τελικά ο Χριστός είναι πρόταση πραγματικής ζωής και όχι επιβολή, πρόταση που απευθύνεται σε ελεύθερα όντα τα οποία παρά την μεταπτωτική τους κατάσταση, καλούνται να αξιοποιήσουν  θετικά την «κατ΄εικόνα» δυνατότητα τους και να επιλέξουν όχι ως άλλοι Αδάμ ανά τους αιώνες την επιλογή που επιφέρει τον θάνατο, αλλά την δωρεά του «καθ΄ομοίωσιν» και την αθανασία τους. Μας προτείνει  λοιπόν τον ίδιο τον Χριστό) : «η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι τρέλα, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του Θείου. Ο Χριστός είναι το παν, η χαρά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Όταν βρεις τον Χριστό σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’άλλο, ησυχάζεις, γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού. Όλα μπορείς να τα υποφέρεις για τον  Χριστό. Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά τα πάθη εξαφανίζονται. Ο Χριστός είναι φίλος μας, σαν φίλο να τον μιλάμε, να τον βλέπουμε και να τον πλησιάζουμε με οικειότητα, με αγάπη και εμπιστοσύνη να τρέχουμε κοντά του, όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει, αλλά με θάρρος που θα μας το δίνει η αίσθηση του φίλου. Να μην μας χωρίζει από τον Χριστό η αμαρτία.»4. Τι απίστευτη πρόταση και τι ασύλληπτο δώρο, στον μόνιμα επαναστατημένο άνθρωπο. Για να μιλήσεις για το φως, πρέπει να ζεις το φως, την Ανάσταση και τη ζωή. Πως να μιλήσεις για το φως ενώ ζεις στο σκοτάδι του εφησυχασμού, της δειλίας και της σιγουριάς της α-προσπάθειας, ικανοποιημένος παθητικά με τα ξυλοκέρατα του βιολογικού σου χρόνου.


             Ο Άγιος δεν κατέθεσε σε όλους εμάς την φιλοσοφία του, την γνώμη του, την φαντασία του. Μας ζήτησε να συμμετάσχουμε όλοι στην συνάντηση με τον Νυμφίο ως κοσμογονικό γεγονός που «πράττεται ἐν σιγή» ,στην προσωπική μας φάτνη. Να νοιώσουμε την έκπληξη στο γεγονός και την δοξολογία ως σημείο έκφρασης στην μετάνοια που γνωρίσματα της είναι η χαρά και η ελπίδα, ότι τώρα ζούμε πραγματικά με Αυτόν που είναι η Ζωή και πυρπολούμενοι από αυτόν τον Θείο Έρωτα, να γινόμαστε προσευχή, όχι για εμάς, αλλά για τον πλησίον, ως βεβαίωση της προσωπικής μας σχέσης με το «ὑπέρ πάν ἔνα πρόσωπο»  του Χριστού, ο οποίος μόνιμα ως Θεός και πάντα ως τέλειος άνθρωπος, μας αξίωσε της χάριτος Του σιγοντάροντας μας στην αιμάτινη πορεία που περνάει από την κάθαρση, στο φωτισμό και τελικά στην Θέωση (Αγιότητα), ως οντολογικό γνώρισμα ότι είμαστε αδελφοί Του και υιοί Του Πατρός, μη αποδεχόμενος τίποτα λιγότερο για το αγαπημένο Του πλάσμα. «Όποιος θέλει να γίνει Χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής5.έλεγε ο Άγιος  και μιλούσε για λεπτή ψυχή, ευαίσθητη  που να πονάει και να αγαπάει. Δεν πρότεινε μια στείρα συναισθηματική συνθηματολογία, οριακή και περιορισμένη όπως και ο άνθρωπος, στην προ Χριστού εποχή του, αλλά την βιωματική του  Θεολογία, όπου πλέον ο άνθρωπος στην μετά Χριστό εποχή του, έχει « λαμπικαρισμένα»6  πνευματικά αισθητήρια, όπου αντιλαμβάνεται τον λόγο και την προοπτική της κτίσεως διά Του Λόγου.

              Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Αρχιμανδρίτη Γέροντος Βασιλείου Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, στην εισήγηση του για τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο, στο Διορθόδοξο Μοναστικό Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στα Χανιά και στην Ιερά Μονή Χρυσοπηγής (που τόσο αγάπησε ο Άγιος), το 2007 με θέμα: «Γέροντας Πορφύριος-Ορόσημο Αγιότητας στον σύγχρονο κόσμο». Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του ως συστατικό και γνώρισμα ενός Αγίου ανθρώπου που μετά την προσωπική του Πεντηκοστή, που πυρώνει την μετανοημένη του  καρδιά και την καθιστά τόπο Χριστού, να νοιώθει εντέλει ως άλλος Παύλος, πάροικος και παρεπίδημος για τον αιώνα τούτο. Λέγει λοιπόν ο Πατέρας Βασίλειος: «Γεννήθηκε με το να χαθή, να φύγει, να μην υπάρχη και τελείωσε με το να χαθή, να φύγη, να μην υπάρχη. Και αμέσως καρδιακά μας προτρέπει: και σεις  χαθήτε μέσα στην  Αγάπη Του Θεού. Κάντε υπομονή εκεί που βρίσκεσθε. Σηκώνετε τον Σταυρό που ο Κύριος επέτρεψε να σηκώνετε καρτερικά και θα έλθη η Χάρι μέσα σας. Τότε θα δείτε τα αόρατα και θα μας χαρισθούν τα ανείπωτα, ως πλησμονή αϊδίου ζωής και ενότητας από το Θεό της αγάπης ἴνα ὧσι ἔν»7 ,όπως του άρεσε πάντα του Οσίου να λέει και με αυτό τον λόγο έκλεισε τα μάτια του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Πράξεις των Αποστόλων θ΄ 3.
2.      Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά 2014, σ.206.
3.      Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, στιχηρά του Πάσχα, έκδ. Άγιος  Νικόλαος, Αθήνα 2009,τόμος Ζ΄,σ.120.
4.      Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι ,έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής,Χανιά 2014, σ.206.
5.      Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής,Χανιά 2014, σ.234.
6.      Βίος Γέροντος Παισίου του Αγιορείτου ,Ιερομονάχου Ισαάκ, έκδ. Ι. Η. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Χαλκιδική 2004.
7.      Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ορόσημο Αγιότητος στο σύγχρονο κόσμο,Αρχ. Βασίλειος Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων, εισήγηση, έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά 2008,σ.69-80.