"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΑΜΜΟΥΝ ΚΑΙ Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ


Αυτός ο 'Όσιος Αμμούν, όταν ήταν 22 χρόνων έμεινε ορφανός και ο θείος του τον πάντρεψε παρά το θέλημα του. 'Όμως μετά που τέλειωσε το γαμήλιο γλέντι και όλοι έφυγαν και έμεινε το ανδρόγυνο μόνο του, λέγει ο Αμμούν στη σύζυγό του. έλα κυρία και αδελφή να σου πω το σκοπό μου. Τούτο το στεφάνωμα που έγινε μεταξύ μας, αν θέλεις (καθώς εγώ), να γίνει ένωση και μίξη πνευματική και όχι σωματική. Λοιπόν, από τώρα και στο έξης να έχουμε το στρώμα μας χωριστά για την αγάπη του Σωτήρα μας Χριστού, να φυλάξουμε τη παρθενία μας καθαρή, για να χαιρόμαστε αιώνια στον παράδεισο του Θεού. Λέγοντας αυτά ο Αμμούν, έβγαλε από τον κόρφο του ένα βιβλίο μικρό με ρητά της Αγίας Γραφής περί παρθενίας και τα διάβαζε και τα εξηγούσε όπως τον εφώτιζε το Άγιο Πνεύμα. ΄Ετυχε η κοπέλα σύζυγός του να είναι γη αγαθή και δέχτηκε τον ευαγγελικό σπόρο στην ψυχή της αποκρίνεται προς το νυμφίο της λέγουσα, ότι συμφωνεί να γίνουν όπως αυτός θέλει, αλλά να μην χωρίσουν, να ζουν στο ίδιο σπίτι σε χωριστά κρεβάτια και να περνούν τη ζωή τους σαν αδέλφια, να πω το καλύτερο σαν συνασκητές. Συμφώνησε ο Αμμούν και έζησαν σαν αδέλφια 18 ολόκληρα χρόνια. Ο Αμμούν είχε χωράφι με φυτεία βαλσάμου την οποία φρόντιζε όλη μέρα και το βράδυ γύριζε στο σπίτι του και διάβαζε τον Εσπερινό με τη σύζυγό του και στο τέλος έτρωγαν μαζί. Κατόπιν πήγαινε ο καθένας στο δικό του κρεββάτι. Πριν ξημερώσει σηκωνόταν ο Αμμούν, διάβαζε τον Όρθρο και μετά πήγαινε στο χωράφι και περιποιόταν τα βάλσαμά του. Ζούσαν με τη δύναμη της προσευχής και έφτασαν στην τέλεια απάθεια.

Μια μέρα η ευλογημένη κόρη λέγει στον Αμμούν· Κύριέ μου, έχω να σου πω ένα λόγο κι αν με ακούσεις θα γνωρίσω ότι με αγαπάς σαν γνήσια αδελφή σου. Ο Όσιος της λέγει· πες μου αυτό που θέλεις να πεις· Και του λέγει : «Δεν φαίνεται δίκαιο ένας τόσο δίκαιος και αγωνιστής σε κάθε αρετή άνθρωπος σαν εσένα, που μπορεί να ωφελήσει πολλούς όπως ωφέλησες κι εμένα στη σωφροσύνη και στην εγκράτεια, να μένει κλεισμένος σε τούτο το σπίτι και να μη γίνεται γνωστός και ωφέλιμος και σ’ άλλους ανθρώπους».

Όταν άκουσε αυτά ο Αμμούν χάρηκε και δόξασε το Θεό που τη φώτισε, και της απαντά με πολλή χαρά. «Καλά σκέφτηκες εν Κυρίω αδελφή μου· ιδού λοιπόν το σπίτι αυτό να το έχεις εσύ, και εγώ θα πάω να βρω άλλο. Και αμέσως ο Αμμούν ανεχώρησε και πήγε στο πιο μακρινό μέρος του όρους της Νητρίας που δεν υπήρχαν ακόμα μοναστήρια. Εκεί έκτισε κελιά και έζησε στο μέρος εκείνο ακόμα 22 χρόνια με μεγάλη άσκηση και αγώνες μεγάλους για να κατορθώσει κάθε αρετή. Τελειώνοντας έτσι τη ζωή του στη μοναδική αγγελική πολιτεία. Όλα τα χρόνια της ζωής του έγιναν 62. κάθε χρόνο δυο φορές επισκεπτόταν τη σύζυγό του και συζητούσαν λόγους ψυχωφελείς και σωτήριους.

ΠΗΓΗ : ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ, ΒΙΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ, εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΔΟΔΕΙΧΤΗΣ», σ. 15 κ.ε.


ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ο Χριστός παραλαμβάνει την ψυχή της Παναγίας. 
Η Παναγία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον μεγαλύτερο δογματικό Πατέρα της Εκκλησίας μας, «κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος». Δηλαδή εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί μετά την Αγία Τριάδα τιμάμε την Παναγία. Μεγάλη όντως τιμή. Στο πρόσωπο της Παναγίας τιμάται το γυναικείο φύλο. Ο πιστός ελληνικός λαός τιμά ιδιαίτερα κι ευλαβείται πολύ την Παναγία της οποίας την προστασία έζησε πολλές φορές.

Αυτό φαίνεται και στ΄ ότι από τις 30000 εκκλησίες, παρεκκλήσια κι εξωκκλήσια όλης της Ελλάδος οι 6000 είναι αφιερωμένες σ΄ εορτές της Παναγίας και οι περισσότερες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μάλιστα από τα 1000 μοναστήρια της Ελλάδος τα 300 τιμώνται σ΄ εορτές της Παναγίας. Γέννηση, Ευαγγελισμός, Ζωοδόχος Πηγή, Τίμια Ζώνη, Κοίμηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνουμε από τα επίσημα δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η Ελλάδα θα λέγαμε είναι παναγιοφρούρητη και παναγιοσκέπαστη.

Στο Άγιον Όρος, το ωραίο προσωνυμούμενο «Περιβόλι της Παναγίας», από τον πολύπλαγκτο Σκοπελίτη Ξηροποταμηνό μοναχό Καισάριο Δαπόντε, ονομασία που επικράτησε, η τιμή της Παναγίας πλησιάζει τα όρια της μεγάλης αγάπης. Από τις 20 μονές οι 5 τιμώνται στην Παναγία. Από τις 12 Σκήτες οι 3 είνι αφιερωμένες στην Παναγία. Από τα 300 Κελλιά περίπου τα 50 πανηγυρίζουν σ΄ εορτές της Παναγίας. Με σεμνές πανηγυρικές αγρυπνίες, παρακλήσεις, Χαιρετισμούς, Θεοτοκάρια και Θεοτόκια. Όλα ωραία για την ωραιότερη και σεμνότερη γυναίκα όλου του κόσμου.


Κέντρο του Θεομητορικού εορτασμού τον Αύγουστο στον ιερό Άθωνα είναι ο πάνσεπτος ναός του Πρωτάτου στις Καρυές. Αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η πολυπρόσωπη και κατανυκτική μεγάλη εικόνα του τέμπλου παρουσιάζει κατά τη βυζαντινή παράδοση τη σύναξη των Αποστόλων και πρώτων επισκόπων γύρω από τη νεκρική κλίνη της Θεοτόκου. Ο Χριστός ψηλά μετά των αγγέλων να παραλαμβάνει την ψυχή της. Η ίδια εικόνα σε μικρό μέγεθος στο προσκυνητάρι. Μεγάλη και ωραιοτάτη ίδια παράσταση σε τοιχογραφία από τον χρωστήρα του Θεσσαλονικέως Πανσέληνου και της συνοδείας του στα τέλη του 13ου αιώνος. Μεγάλη πανήγυρη και στη μονή Ιβήρων.

Η θαυματουργή εικόνα του Άξιον Εστί, δεσπόζει και λάμπει στο προσκυνητάρι της, με την κεντητή ποδιά, τ΄ ασημένια καντήλια, τα άνθη, τα θυμιάματα, τ΄ αφιερώματα, τις λαμπάδες, τις μετάνοιες, τους μύριους ασπασμούς. Κάθε 15 Αυγούστου και όλο το Άγιον Όρος αγρυπνεί εκ βαθέων ψάλλοντας : «Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Η θεοτοκοφιλία μοναχών και λαϊκών είναι δικαιολογημένη, δίκαιη, πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα. Είναι η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου. Ας πρεσβεύει ασίγαστα. Έχουμε μεγάλη την ανάγκη και την προστασία της.

ΠΗΓΗ : ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΕΟΡΤΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΠΟΛΗ 2012, σ. 281 κ.ε.


ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ – ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου. Λεπτομέρεια από σύνθετη
εικόνα του 16ου αιώνα (Βυζαντινό Μουσείο). 
Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε στους μαθητές του : Για να μην πέφτουμε σε αμέλεια και αφήνουμε την άσκηση, καλό είναι να μελετάμε πάντα τον αποστολικό λόγο: «Καθ΄ ημέραν αποθνήσκω» (Α΄ Κορ. 15,31).

Γιατί αν έτσι ζούμε κι εμείς, με καθημερινή δηλαδή την αίσθηση τού θανάτου, δεν θ' αμαρτήσουμε.

Αυτό πού λέω, σημαίνει τούτο: Κάθε πρωί πού ξυπνάμε, να πιστεύουμε πως δεν θα ζήσουμε μέχρι το βράδυ. Και όταν πέφτουμε για ύπνο, να πιστεύουμε πως δεν θα σηκωθούμε. Γιατί είναι άγνωστη, φυσικά, η διάρκεια της ζωής μας και μετριέται καθημερινά από τη θεία πρόνοια.

Αν λοιπόν είμαστε έτσι τοποθετημένοι εσωτερικά, ούτε θ' αμαρτήσουμε, ούτε καμιά κακή επιθυμία θα έχουμε, ούτε θα οργιστούμε εναντίον κανενός, ούτε θα μαζέψουμε θησαυρούς πάνω στη  γη.

Αλλά, περιμένοντας καθημερινά το θάνατο, θα γίνουμε φτωχοί, και σε όλους θα τα συγχωρούμε όλα. Μα ούτε και γυναίκα θα ποθήσουμε, ούτε κάποιας άλλης αισχρής ηδονής την απόλαυση θα κυνηγήσουμε, αλλά, σαν φευγαλέα πού είναι, θα τη σιχαθούμε, ζώντας συνεχώς με την αγωνία της φρικτής απολογίας μας και έχοντας μπροστά στα μάτια μας την ημέρα της κρίσεως του Θεού και του το γιατί ο μεγάλος φόβος και η ταλαιπωρία των βασάνων διαλύει τη γλυκύτητα της ηδονής και ανασταίνει την ψυχή όταν αρχίσει να πέφτει.

ΠΗΓΗ : ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ, ΑΤΤΙΚΗ 2001. 

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ – ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ Ν. ΣΑΚΚΟΥ

Το όραμα του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Τέμπλο παρεκκλησίου
στο ιερό σπήλαιο της Αποκαλύψεως (12ος-13ος αιών).
Σ' ὅλα τὰ βιβλία τῆς ἁγίας Γραφῆς, κατὰ κύριο δὲ λόγο στὰ προφητικά, ἀπαντοῦν συμβολικὲς ἐκφράσεις, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζουν ἐπίσης καὶ τὰ Ἀποκαλυπτικὰ κείμενα. Ἡ ἀφθονία συμβολικῶν ἐκφράσεων στὰ προφητικὰ βιβλία ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Προφῆτες συχνὰ λαμβάνουν ἀπὸ τὸν Θεὸ προφητεῖες μὲ τὴ μορφὴ συμβολικῶν παραστάσεων καὶ μερικὲς φορὲς καταφεύγουν οἱ ἴδιοι στὴ χρῆσι συμβόλων, διότι δὲν μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τὰ ὁράματά τους μὲ τὴ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς τους. Εὔλογα, λοιπόν, στὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννου, ἕνα σαφῶς προφητικὸ βιβλίο, κυριαρχεῖ ἡ συμβολικὴ χρῆσι ἐκφράσεων, προσώπων, χρωμάτων, ἀριθμῶν καὶ παραστάσεων.

Ὁ Ἰωάννης, μάλιστα, καθὼς καὶ οἱ πρῶτοι παραλῆπτες τῆς Ἀποκαλύψεως, «αἱ ἑπτὰ Ἐκκλησίαι αἱ ἐν τῇ Ἀσίᾳ» (Ἀπ. 1, 4), ἦσαν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴ χρῆσι συμβόλων. Αὐτὸ μαρτυροῦν νομίσματα καὶ ἄλλα εὑρήματα τῆς περιοχῆς, ποὺ φέρουν συμβολικὲς παραστάσεις. Τὴν ἀσιατικὴ αὐτὴ συνήθεια, ποὺ εἶχε ἐπιδράσει βαθιὰ καὶ στοὺς ἀσιάτες Χριστιανούς, χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ δείξῃ «τοῖς δούλοις αὐτοῦ ὃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» (Ἀπ. 1, 1). Στὴν πραγματικότητα, ἡ πρωτοβουλία στὴν χρῆσι συμβόλων ἀνήκει στὸν Θεό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐκδίωξι τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν παράδεισο διατύπωσε τὸ λεγόμενο πρωτευαγγέλιο μὲ συμβολικὲς ἐκφράσεις «αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γέν. 3, 15).

Μὲ τὸ συμβολισμὸ τῆς Ἀποκαλύψεως οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας ἐφοδιάζονται μὲ ἕνα ἀντίβαρο ἐνάντια στὴν ἄφθονη χρῆσι συμβόλων ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Καὶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἀντίβαρο. Σύμβολα συνηθισμένα στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἀποκτοῦν στὴν Ἀποκάλυψι ἀντίκρυσμα μὲ ὑψηλό, θεϊκὸ ἢ ἔστω βαρυσήμαντο νόημα.

Ὁ συμβολισμὸς ἐπιτελεῖ στὴν Ἀποκάλυψι τριπλὴ λειτουργία :
1. Καλύπτει ἐν μέρει τὸν προφητικὸ λόγο ἀπὸ τὰ μάτια τῶν Ρωμαίων, τῶν εἰδωλολατρῶν κατακτητῶν, καὶ προστατεύει τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν ὀργή τους.

2. Λειτουργεῖ παρόμοια μὲ τὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Προφῆτες καὶ ὁ Κύριος. Ἀφήνει ἀδιάφορους τοὺς χλιαροὺς ἢ ψυχροὺς στὴν πίστι καὶ ἀφυπνίζει τὸ ἐκλεκτὸ κατάλοιπο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἐντείνῃ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν κατανόησι τοῦ θείου λόγου καὶ τὴν ὑπακοὴ σ᾽ αὐτόν.

3. Ἀναδεικνύει τὴν διαχρονικότητα τοῦ συμβολιζομένου, καθ᾽ ὅσον δὲν τὸ περιορίζει σὲ μία καὶ μόνη περίπτωσι μιᾶς συγκεκριμένης ἐποχῆς. Ἔτσι, ὑπὸ τὸν ὅρο «Βαβυλών», π.χ., ἐννοεῖται ὄχι μόνον ἡ ἀντίχριστη ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλὰ καὶ κάθε κοσμικὴ ἐξουσία ποὺ στρέφεται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, κάθε πνευματικὴ ἢ πολιτικὴ δύναμι ποὺ γίνεται ὄργανο τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ βλάψῃ τὴν πίστι τῶν Χριστιανῶν.

Τὰ ποικίλα γεγονότα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξαγγείλῃ ὁ Ἰωάννης καὶ τὰ πνευματικὰ νοήματα ποὺ ὀφείλει νὰ μεταφέρῃ στοὺς πιστούς, ἀσφαλῶς τοῦ τὰ Ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς κάτω ἀπὸ εἰκόνες καὶ παραστάσεις ποὺ ἀνήκουν στὸν κύκλο τῶν γνώσεων καὶ ἐμπειριῶν τοῦ εὐαγγελιστοῦ. Καὶ ὁ Ἰωάννης περιγράφει ὅ,τι ἀκριβῶς βλέπει. Οἱ παραστάσεις τῆς Ἀποκαλύψεως θυμίζουν εἰκόνες ἀπ᾽ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς φύσης καί τῆς ζωῆς. Ζωικὸ καὶ φυτικὸ βασίλειο, γεωργικὴ καὶ ἐμπορικὴ ζωή, θάλασσα, οὐρανός, φυσικὰ φαινόμενα, πολύτιμοι λίθοι, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωή, μὲ τὴ μητέρα καὶ τὸ παιδί, τὴν παρθένο νύμφη, τὴν πόρνη, τὸν πόλεμο, τὴν εἰρήνη, τὰ μεταφορικὰ μέσα, προσφέρουν μία ἀφθονία εἰκόνων μὲ τὶς ὁποῖες ἐκφράζονται οἱ ἀλήθειες τοῦ θεοπνεύστου αὐτοῦ βιβλίου.

Ὁπωσδήποτε, παρόμοιες εἰκόνες συναντῶνται ἐπίσης σὲ διάφορα κείμενα τῆς ἰουδαϊκῆς καὶ θύραθεν γραμματείας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραπλάνησῃ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἰωάννης χρησιμοποίησε διάφορες πηγὲς γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν ὁράσεών του. Μοναδική του πηγὴ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδειξε τὶς ὀπτασίες. Βεβαίως, ὅπως προανέφερα, ὁ Θεὸς πρόσφερε στὸν Ἰωάννη τὶς Ἀποκαλύψεις μὲ συμβολικὲς εἰκόνες, τὶς ὁποῖες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γνώριζε ὁ προφήτης ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ.

Αὐθαίρετους καὶ ἀβάσιμους θεωρῶ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὅτι κάποιες εἰκόνες ἀντλεῖ ἡ Ἀποκάλυψι ἀπὸ τὴ θεματικὴ τῆς Ἀποκαλυπτικῆς. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν κάποια στοιχεῖα κοινὰ στὴν Ἀποκάλυψι καὶ στὶς ἰουδαϊκὲς ἢ χριστιανικὲς Ἀποκαλύψεις, δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι ἡ πρώτη τὰ δανείστηκε ἀπὸ τὶς ἄλλες. Ἄλλωστε οἱ διάφορες Ἀποκαλύψεις εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεταγενέστερες τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἐπίσης ἀστήρικτες εἶναι οἱ ἀπόψεις ὅτι ἡ Ἀποκάλυψι περιέχει ἐπιδράσεις ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θρησκεῖες, μάλιστα δὲ καὶ ἴχνη συγκρητισμοῦ. Ὁπωσδήποτε ἀπὸ αὐτὲς τὶς εἰκασίες ἀπουσιάζει ἡ κατανόησι τοῦ πνεύματος τοῦ ἱεροῦ βιβλίου, τοῦ χριστιανικοῦ χαρακτῆρος του, ποὺ δὲν συμβιβάζεται μὲ ὁτιδήποτε εἰδωλολατρικό. Ἀρκεῖ μία ἀνάγνωσι τῆς Ἀποκαλύψεως γιὰ νὰ ἀντιληφθῇ ὁ καλοπροαίρετος ἀναγνώστης τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴν τελεσίδικη καταδίκη τῶν εἰδωλολατρῶν (βλ. Απ. 21, 8. 22, 15). Ὁ Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος εἶδε, ἄκουσε καὶ κατέγραψε ὅλα αὐτὰ καὶ μὲ τὴν ἀγωνία τοῦ πνευματικοῦ ποιμένος παραγγέλλει στοὺς πιστοὺς «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων» (Α’ Ἰωάνν. 5, 21), πῶς θὰ κατέφευγε σὲ εἰδωλολατρικὰ δάνεια ;

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐπηρεάζεται ἀπὸ ξένες πηγὲς παραδέχονται ὅτι ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκαλύψεως κινεῖται μὲ πλήρη ἀνεξαρτησία καὶ πρωτοτυπία, ἀφοῦ μάλιστα πολλὲς ἀπὸ τὶς εἰκόνες τοῦ βιβλίου δὲν συναντῶνται οὔτε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οὔτε σὲ ἄλλα κείμενα.

Τὰ ἰδιάζοντα χαρακτηριστικὰ τοῦ συμβολισμοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι :

1. Ἐλευθερία στὴ χρῆσι τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων. Δὲν χρησιμοποιεῖται τὸ ἴδιο συμβολικὸ λεξιλόγιο στὰ διάφορα τμήματα τοῦ βιβλίου, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴ ροὴ τοῦ ἴδιου δράματος. Ἡ προσεκτικὴ ὅμως μελέτη Ἀποκαλύπτει στὸν ἀναγνώστη ὅτι καὶ τὰ ὁράματα ποὺ φαίνονται ἄσχετα καὶ ἀσύνδετα μεταξύ τους περιέχονται στὸ ἴδιο πλαίσιο. Αὐτὸ καθορίζεται ἀπὸ ὁρισμένα σύμβολα, ὅπως εἶναι τὸ ἀρνίο, ὁ δράκοντας, τὰ δυὸ θηρία, ἡ Βαβυλῶνα.

2. Συγγένεια ἢ καὶ ταύτισι διαφορετικῶν συμβόλων. Τὸ ἴδιο πρόσωπο ἢ γεγονὸς μπορεῖ νὰ συμβολίζεται μὲ διαφορετικὰ σύμβολα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς π.χ. συμβολίζεται μὲ παραστάσεις ποὺ φαίνονται ἀπόλυτα ἀνεξάρτητες καὶ ἄσχετες μεταξύ τους: ὡς ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (Ἀπ. 1,13), ὡς ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα (5, 5), ὡς τὸ ἀρνίο (5, 6), ὡς ὁ ἱππέας τοῦ λευκοῦ ἵππου (6, 2).

3. Σύμβολα δυνάμεως καὶ νίκης μετασχηματίζονται σὲ εἰκόνες πόνου ἢ ἀδυναμίας. Ἔτσι, ἐνῷ ὁ Ἰωάννης ἀκούει ὅτι «ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα» (5, 5), βλέπει «Ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον» (5, 6).

4. Πολλὲς ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τοῦ βιβλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεικονισθοῦν, οὔτε κὰν νὰ συλληφθοῦν ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φαντασία, καθόσον τὰ συμβολιζόμενα βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸν κύκλο τῆς ἀνθρώπινης γνώσης καὶ ἐμπειρίας.

Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἡ ἑρμηνεία τῶν συμβόλων τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰωάννη πλήρως ἢ ἐν μέρει. Παραμένουν ὅμως κάποιες συμβολικὲς μορφές, ὡς πρὸς τὶς ὁποῖες ὑπάρχει ποικιλία ἑρμηνειῶν ἀκόμα καὶ μεταξὺ τῶν ἑρμηνευτῶν ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια γενικὴ ἑρμηνευτικὴ μέθοδο. Μποροῦμε νὰ διατυπώσουμε τὶς ἀκόλουθες ἀρχὲς ἑρμηνείας τῶν συμβόλων τῆς Ἀποκαλύψεως :

1. Χρειάζεται κατ' ἀρχὴν ἡ γνῶσι τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ συμβολισμοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως.

2. Ὅπου τὸ ἴδιο τὸ κείμενο δὲν δίνει καμία ἑρμηνεία, οἱ παραστάσεις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρέπει νὰ ἐκληφθοῦν μὲ συμβολικὴ σημασία, «ἀλληγορικῶς», ὄχι ὅμως κατὰ τὴν αὐθαιρεσία τῆς ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας.

3. Μερικὲς ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Ἀποκαλύψεως δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθοῦν ὡς συμβολικές. Χρησιμεύουν ἁπλῶς γιὰ νὰ προσθέσουν ζωηρότητα καὶ κίνηση στὴ συνάφεια.

4. Διαδοχικὰ μέλη μιᾶς σειρᾶς ὁραμάτων δὲν ὑπονοοῦν ἀναγκαστικὰ μία χρονολογικὴ συνέχεια.

5. Οἱ ἀριθμοὶ τρία, τέσσερα, ἕξι, ἑπτά, δώδεκα κ.ἄ. ἔχουν ἰδιάζουσα σημασία, ἡ ὁποία, μάλιστα, δὲν εἶναι μονοσήμαντη. Στὸν ἀριθμὸ τοῦ θηρίου 666, τὸ 6, ὡς ὑπολειπόμενο τοῦ 7, θεωρεῖται σύμβολο τῆς ἐλλείψεως καὶ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ ἐν τούτοις τὰ «ζῷα» γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο εἶναι ἑξαπτέρυγα (Ἀπ. 4, 8), σύμβολο ποὺ ἐκφράζει τὴν πλήρη καὶ τέλεια κίνησί τους σὲ κάθε κατεύθυνσι.

6. Ὁ ἑρμηνευτὴς δὲν πρέπει νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὰ δεδομένα καὶ τὶς ἀντιλήψεις τῆς δικῆς του ἐποχῆς, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὶς συμβολικὲς παραστάσεις τῆς Ἀποκαλύψεως.

7. Τὰ σύμβολα τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι τύποι, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν ἐφαρμογὴ ὄχι μόνο στὴν πρώτη πραγματικότητα, τὴν ὁποία ἀρχικὰ συμβολίζουν, ἄλλα ἐπὶ πλέον σὲ διάφορα γεγονότα καὶ πρόσωπα ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἡ ἑρμηνεία τους, λοιπόν, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ συγκεκριμένα ἱστορικὰ γεγονότα ἢ πρόσωπα.

Σ᾽ ὅλα τὰ παραπάνω πρέπει νὰ προστεθῇ ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἑρμηνείας ἐπαφίεται στὴν «ἑρμηνευτικὴ διακριτικότητα τοῦ ἑρμηνευτοῦ», διακριτικότητα βεβαίως «ἐν Πνεύματι», καθ᾽ ὅσον τὸ ἑρμηνευόμενο εἶναι «τί τὸ Πνεῦμα λέγει». Ὅσο μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε τὴν ψυχὴ ἀνατέμνοντας τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, τόσο μποροῦμε νὰ βροῦμε τὴν σωστὴ ἑρμηνεία τῆς Ἀποκαλύψεως προσεγγίζοντάς την ἄνευ Πνεύματος.

ΠΗΓΗ : ΘΕΟΛΟΓΙΑ, 2007, τευχ. 2, σσ. 531-544.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ - ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΜΑΤΘΑΙΟΣ 14, 14-22) – ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων. Λεπτομέρεια από
μικρογραφία του πορφυρού κώδικα της Σινώπης. Εθνική βιβλιοθήκη Παρισίων,
6oς αιών (Sup. Gr. 1286, f. 152). 
Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Δεν κάνει τίποτα άσκοπο, τίποτα υπερβολικό, τίποτα που να μη χρειάζεται. Γιατί μερικοί άνθρωποι περιφέρονται τόσο άσκοπα και κάνουν τόσο αδιάφορα πράγματα; Επειδή δεν είναι βέβαιοι για το σκοπό της ζωής τους, για τον προορισμό τού επίγειου ταξιδιού τους. Γιατί μερικοί άνθρωποι υπερφορτώνονται με άσκοπες υποχρεώσεις, προβαίνουν σε υπερβολικές ενέργειες, σε σημείο που να μην μπορούν να κινούνται ελεύθερα κάτω από τέτοιο βάρος υποχρεώσεων; Επειδή δε γνωρίζουν το ένα πράγμα, «ού εστι χρεία».

Για να βοηθήσει ο Κύριος τον άνθρωπο να μαζέψει το διασκορπισμένο νου του, να θεραπεύσει τη διχασμένη καρδιά του και να συγκροτήσει την ανεξέλεγκτη δύναμή του, αποκάλυψε τον ένα και μοναδικό στόχο που είναι απαραίτητος: τη Βασιλεία του Θεού. Πόσο άσκοπη είναι αλήθεια η ζωή τού ανθρώπου που αγωνίζεται να επιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο αναίσθητη είναι η διχασμένη καρδιά! Πόσο αδύναμη είναι η θέληση, όταν η δύναμή της κατακερματίζεται!

Ενός εστι χρεία. Μόνο ένα πράγμα μας χρειάζεται: η Βασιλεία τού Θεού. Ο θαυματουργός Χριστός προσπάθησε να στρέψει τα μάτια και την προσοχή όλων των ανθρώπων προς αυτόν τον προορισμό. Όποιος σκέφτεται έτσι, έχει ένα μόνο στόχο: το Θεό. Ένα αίσθημα: την αγάπη. Μια νοσταλγία: να πλησιάσει το Θεό. Μακάριος είναι εκείνος που έφτασε σ' αυτό το μέτρο. Ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει σαν το φακό που συγκεντρώνει τις ακτίνες τού ήλιου για να δημιουργήσει φωτιά.

Τα λόγια που είπε ο Χριστός στη Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δέ εστι χρεία» (Λουκ. ι' 41, 42), ήταν στην πραγματικό­τητα ένας έλεγχος, μια προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο. Κι αυτό το ένα που έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η Βασιλεία τού Θεού (βλ. Ματθ. στ' 33). Για όλα όσα είπε και έκανε ο Κύριος, είχε στο νου του το στόχο αυτό. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η φλόγα που φωτίζει τους ταξιδιώτες εκείνους που περιφέρονται γύρω από τις χαράδρες και τους ανεμοστρόβιλους της πρόσκαιρης αυτής ζωής.

Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Τα πάντα γίνονται μ' αυτόν τον ύψιστο, το μοναδικό στόχο. Όλα είναι απαραίτητα, τόσο τα λόγια που λέει όσο και τα έργα που κάνει. Δεν υπάρχει ούτε ένας αργός λόγος, ούτε ένα αχρείαστο έργο. Και πόσο καρποφόρα ήταν τα λόγια και τα έργα Του! Πόσα εκατομμύρια φορές έχει καρποφορήσει κάθε λόγος και κάθε Του πράξη, ως τις μέρες μας! Πόσο γλυκός, ευωδιαστός και ζωογόνος είναι ο καρπός αυτός!

Γιατί ο Κύριος δε μετέτρεψε τις πέτρες σε ψωμιά όταν του το ζήτησε ο σατανάς; Σε δυο μεταγενέστερες περιπτώσεις, όταν γύρω του υπήρχε ένα πεινασμένο πλήθος, πολλαπλασίασε το λίγο ψωμί σε μια τεράστια ποσότητα, ώστε μετά τη διατροφή τού πλήθους, περίσσεψε περισσότερο ψωμί απ' όσο ήταν αρχικά. Το πρώτο θαύμα όμως (η μετατροπή των λίθων σε ψωμί), ήταν κάτι αδόκιμο, ανάρμοστο, άτοπο. Το δεύτερο θαύμα (ο πολλαπλασιασμός των άρτων) ήταν κατάλληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.

Γιατί ο Κύριος δεν έδωσε «σημείον εκ του ουρα­νού» στους Φαρισαίους, όταν του το ζήτησαν; Δεν έδωσε τέτοια σημεία από τον ουρανό σε αμέτρητες περιπτώσεις, όπως σε θαύματα-θεραπείες άρρωστων, λεπρών, δαιμονισμένων, δεν ανέστησε νεκρούς; Κάθε σημείο από τον ουρανό στους φθονερούς Φαρισαίους όμως θα ήταν ανάρμοστο, ακατάλληλο και υπερβολικό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν κατάλληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.

Γιατί ό Κύριος δε μετακίνησε όρη από ένα σημείο σε άλλο ή δεν τα έριξε στη θάλασσα; Θα μπορούσε να το κάνει κι αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. Γιατί λοιπόν δεν το έκανε; Εκείνος που μπορούσε να διατάξει την τρικυμισμένη θάλασσα και να γαληνέψει, τους ανέμους και να ηρεμήσουν, σίγουρα θα μπορούσε να μετακινήσει όρη και να τα ρίξει στη θάλασσα. Ποιό σκοπό όμως θα είχε υπηρετήσει έτσι; Κανέναν. Γι' αυτό κι ο Κύριος δεν έκανε τέτοιο θαύμα. Υπήρχε όμως μεγάλη ανάγκη να γαληνέψει η θάλασσα και να ηρεμήσει ο άνεμος, γιατί υπήρχαν άνθρωποι που έκραζαν για βοήθεια, επειδή κινδύνευαν να πνιγούν.

Μόνο οι δαίμονες κι οι αμαρτωλοί ζητούν από το Χριστό θαύματα που είναι υπερβολικά κι αχρείαστα, όχι απαραίτητα. Προσέξτε τι ανόητα πράγματα ζήτησε ο σατανάς από τον Κύριο: να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά στην έρημο, να πηδήσει κάτω από το πτερύγιο του ναού! Κοιτάξτε τώρα και τους σκληροτράχηλους αμαρτωλούς, τους Φαρισαίους. Είχαν δει πολλά θαύματα του Χριστού, που τά 'κανε όλα για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Και του ζητούσαν έπειτα να κάνει κάποια άσκοπα κι ανώφελα θαύματα, όπως το να ρίξει κάποιο βουνό στη θάλασσα! Ο Κύριος αρνιόταν να κάνει τέτοια θαύματα, να ικανοποιήσει τέτοιες απαιτήσεις του διαβόλου και των υποκριτών. Ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να κάνει θαύματα που ήταν απαραίτητα, επειδή υπηρετούσαν τη σωτηρία των ανθρώπων.

Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο απαραίτητο και χρήσιμο θαύμα: τον πολλαπλασιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια έρημος όπου βρέθη­καν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ' όσα γράφει ο ευαγγελιστής, πως το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και τα παιδιά.

«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ' αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών» (Ματθ. ιδ' 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ' ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ' ιδίαν» (Ματθ. ιδ' 13). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι λιγότερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε κατ' ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ' 10).

Το συνήθιζε ο Κύριος ν' αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγους: Πρώτο, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δραστηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνει. Δεύτερο, για να δώσει το παράδειγμα στους αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν' αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμείο μας (Ματθ. στ' 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το Θεό. Η ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού διδάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν πνευματική διαύγεια και δύναμη. Τρίτο, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί - «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε' 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.

Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερημίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους. Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά 'ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο; Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκηση. Αν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ' ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ' αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.

Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ' 36). Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη τού Χριστού γι' αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι' αυτούς ήταν γνήσια, στοργική. Γι' αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριος εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ' από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.

«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ' 15). Ο Ματθαίος δε μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία» (Ιωάν. κα' 25).

Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.

Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές Του. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πεινούσαν κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «επάρας ουν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ' 5). Η συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από τον Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να φάνε.

Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα. Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο για ν' αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον. Τους είπε ο Χριστός: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ' 16). Γνώριζε πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία τους. Γι' αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ' 17). Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν. στ 9). Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους; Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ' αυτό μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε απαιτητικοί. «Η λαιμαργία κι η πολυφαγία είναι μητέρες της αρρώστιας», συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.

«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ' 18). Τώρα είχε έρθει η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστολοι ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα.

«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ' 19). Γιατί κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ' άλλα θαύματά Του δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό. Δεν το έκανε όταν άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θάλασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έστρεψε τα μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ' εκείνην του Πατέρα Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα έκανε με τη συνεργεία των δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον κόσμο το παράδειγμα της ταπείνωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε...» (Ματθ. κστ' 26). Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασιασμό των άρτων - μια πράξη που μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία - να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.

Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι' αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως κι Εκείνος.

«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ' 20,21). Αυτό είναι το θαύμα των θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε χιλιάδες άνθρωποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο ευαγγελιστής πως εχορτάσθησαν. Αν κάποιος άνθρωπος μπορούσε να εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πεινασμένο ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;

Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νεκρωθεί από την αμαρτία μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φωνές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι μόνο δεν το αμφισβήτησε κανένας, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14). Κι οι όχλοι ήθελαν «αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα» (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!

Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απάτη σε βασιλιά; Αυτό όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει, αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.

«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ' 22). Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο; Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο, γι' αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι' αυτό που επρόκειτο να γίνει. Τούς άφησε ν' απομακρυνθούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού των άρτων. Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους επισκεπτόταν σύντομα μ' ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος. Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε πριν απ' Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.

Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να προπέμψει τους μαθητές Του, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων, ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει να είναι ταπεινοί, γι' αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του, με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.

Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνήθειά Του ν' αποσύρεται συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρθηκε σκόπιμα στην έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν' αλλάξει την απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα. Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλήθεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων. Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε αισθήσεις· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσωπεύουν όλο το σώμα. Το ψάρι σημαίνει τη ζωή. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ' αυτήν την άποψη, ο Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώπους για να τραφούν. Και γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ' ολόκληρο τον κόσμο και να τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων; Την άφθονη καρποφορία τού έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από το σπόρο που έσπειραν, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου αγίασον»).

Όλ' αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει τόσο βαθιά, στα απύθμενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφορηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει να διαβάζουν και ν' ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχή. Όσο περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ' αυτό, τόσο η ανάγνωση θ' ανοίγει τα βάθη των νοημάτων του και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι' αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΗ : Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ΄ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012.


Ο ΘΕΣΠΕΣΙΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ – ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει ιδιαίτερα μεγάλη τιμή στο πρόσωπο της Παναγίας. Η τιμή αυτή φανερώνει τη στενή σχέση της Υπεραγίας Θεοτόκου με τον άνθρωπο. Η Παναγία αποτελεί τη μεγαλύτερη και καλύτερη προσφορά της ανθρωπότητας στη θεότητα.

Η ύπαρξη της Παναγίας είναι πανάχραντη, πανακήρατη, πανσεβάσμια και πανυπέραγνη. Έχουν γραφτεί και ειπωθεί τόσα πολλά γι΄ Αυτή, που σίγουρα κανείς θα περιπέσει σ΄ επαναλήψεις. Όμως η εφετινή πανήγυρή της μας κάνει να θυμηθούμε ξανά τις πολλές και πλούσιες ευεργεσίες της. Μία γυναίκα με την περιέργειά της και την παρακοή της μας έβγαλε από την παραδείσια Εδέμ. Μια άλλη γυναίκα, η δεύτερη Εύα, η Παναγία, με την πρόσχαρη υπακοή της, τη γνήσια ταπείνωσή της, την ωραία σεμνότητά της μας επανασύνδεσε με τον Θεό. Το γεγονός αυτό είναι συνταρακτικό.

Ο θάνατος, ο κάθε θάνατος προκαλεί λύπη, ο θάνατος όμως της Θεοτόκου, η κοίμησή της και η μετάστασή της, είναι πηγές μεγάλης χαράς. Η εορτή έχει πανευφρόσυνο χαρακτήρα. Δεν έχει στενοχώρια, δάκρυα και μοιρολόγια, αλλά, κατά την ωραιοτάτη υμνολογία μας «πάσα η γη ευφραίνεται». Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας η μητέρα του Θεού και των ανθρώπων είναι κοντά στον Θεό και στους ανθρώπους που την επικαλούνται. Άπειρες οι επεμβάσεις της στις πολλές δυσκολίες της ζωής.

Μονές, εκκλησίες, προσκυνήματα, θαυματουργές εικόνες της, χιλιάδες αφιερώματα, δηλώνουν την πλούσια χάρη της. Οι πιο πολλοί κάτι θα είχαν να καταθέσουν για την πρεσβεία της, την προστασία της, την επίσκεψή της και τη δωρεά της. Πράγματι «εν τη Κοιμήσει, τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε». Μπορεί κανείς να μη την επικαλείται. Δεν επιτρέπεται όμως να τη βρίζει. Να βρίζει κανείς τα Θεία δεν είναι απλά ασέβεια, αλλά ανανδρία, αγένεια και καρδιακή χονδροπετσιά.

Αντίθετα οι πιστοί και οι μοναχοί την αγαπούν και την ευλαβούνται ιδιαίτερα. Η αγάπη τους κάποτε αγγίζει τα όρια της λατρείας. Γι΄ αυτό και της αποδίδει εγκώμια, ύμνους, εικόνες, ναούς και μύριες χαριτωμένες ονομασίες : Παραμυθία, Γλυκοφιλούσα, Ελεημονήτρια, η πάντων χαρά, των θλιβομένων η αντίληψη, φύλακας, ιατρός, μεσίτρια, πρέσβειρα και κυρίως μητέρα.

Μέσα στον θερινό καύσωνα, τη σύγχυση και την ταραχή των καιρών έρχεται το θεομητορικό Πάσχα να δροσίσει, να γαληνέψει, να συνετίσει και χαροποιήσει. Οι πιστοί ψάλλουν όλοι μαζί στις Παρακλήσεις : «Ἔμπλησον, Ἁγνή, εὐφροσύνης τὴν καρδίαν μου, τὴν σὴν ἀκήρατον διδοῦσα χαράν, τῆς εὐφροσύνης, ἡ γεννήσασα τὸν αἴτιον». Τα ωραία αυγουστιάτικα δειλινά είναι συνυφασμένα με τους θεομητορικούς παρακλητικούς κανόνες. Ο ελληνικός δεκαπενταύγουστος είναι θεσπέσιος. Χιλιάδες μηνύματα στέλνονται στον ουρανό για λίγη παρηγοριά στη ρηχή, μονότονη και πεζή ζωή του κόσμου. Από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης βγαίνει μία μύχια επίκληση : «Τὰ νέφη, τῶν λυπηρῶν ἐκάλυψαν, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν καὶ καρδίαν, καὶ σκοτασμὸν ἐμποιοῦσι μοι Κόρη, ἀλλ' ἡ γεννήσασα φῶς τὸ ἀπρόσιτον, ἀπέλασον ταῦτα μακράν, τῇ ἐμπνεύσει τῆς θείας πρεσβείας σου». Η μεγάλη μάνα μας γι΄ αυτό υπάρχει πάντα δεόμενη. Για να διώχνει μακριά τα μαύρα σύννεφα, μακριά. Αρκεί να το θέλουμε και κάτι να κάνουμε γι΄ αυτό.

ΠΗΓΗ : ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΕΟΡΤΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΠΟΛΗ 2012, σ. 277.


ΘΕΙΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ


Στην πανώρια αυτή περιοχή της Βίγλας, που έχει πολύ ανοιχτόν ορίζοντα προς όλες τις κατευθύνσεις και βλέπει τα απέραντα γαλανά νερά του Αιγαίου Πελάγου, τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήρθε και αρκετά χρόνια εφησύχαζε, ο νηπτικώτατος πατήρ και διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, ο οποίος δίδαξε και ανέδειξε πολλούς μαθητές της νηπτικής θεωρίας και πρακτικής καρδιακής προσευχής.

Μεταξύ των μαθητών του, σαν αστέρι πρώτου μεγέθους έλαμπε ο απλός και αγαθός Μάρκος, ο οποίος στην τοποθεσία αυτή αξιώθηκε να δει θαυμάσιο και υπερφυσικό όραμα : Στο υψηλότερο και πιο θεαματικό μέρος της «βίγλας», είδε σε ζωντανή εικόνα το τελευταίο μεγαλυνάριο, που ψάλλομε στο τέλος του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα της Παναγίας που λέγει :

«Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν δεσπότην.»

Δηλαδή είδε ένα χρυσόπλοκο και χρυσόκτιστο πύργο, πάνω στον οποίον ήταν ολοφώτεινος και ηλιοστάλακτος θρόνος. Επί του θρόνου αυτού, σα Βασίλισσα ουρανού και γης κάθονταν η Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, φέρουσα στην αγκαλιά της, τον Υιόν και Θεόν Της, Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν.

Στον πύργο αυτόν, γύρω-γύρω σαν τείχος, ήταν δώδεκα ολόχρυσοι θρόνοι, επί των οποίων κάθονταν οι δώδεκα άγιοι Απόστολοι του Κυρίου, οι οποίοι, μαζί με τα Αγγελικά Τάγματα και τους αγιορείτες Πατέρες, υμνούσαν, ευλογούσαν και δοξολογούσαν τον Κύριο της δόξης και Θεόν, τιμώντες ταυτόχρονα με ύμνους και μεγαλυνάρια, την Παναγία Μητέρα, του Υιού και Λόγου του Θεού, Θεοτόκο Μαρία. Γύρω δε από όλους αυτούς ήταν άπειρο πλήθος Μοναχών και χριστιανών, που δοξολογούσαν κι αυτοί το Θεό και την μητέρα του Χριστού και θαύμαζαν τη δόξα και χάρη της Παναγίας Θεοτόκου και εμακάριζαν την «αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

Και εφόσον γίνονταν αυτά στο ανατολικό μέρος, ο άγιος Μάρκος, γύρισε δυτικά και βλέπει μακριά και σε μεγάλη απόσταση, από την Παναγία, μια τσιγγάνα – γύφτισσα – η οποία έκανε διάφορα αστεία και κωμικά νούμερα, θεατρικές κινήσεις, ξεγυμνώματα και διάφορες άλλες ασχήμιες και ξεδιάντροπες παραστάσεις. Είχαν και κει μαζευτεί μερικοί άνθρωποι, που περιεργάζονταν, και χάζευαν και διασκέδαζαν με τις επιδείξεις και άσεμνες σκηνές που έκανε η γύφτισσα. 

Τότε με φρίκη, παρατήρησε, ο άγιος Μάρκος, πως λίγοι-λίγοι από τους χριστιανούς, αλλά κι από τους Μοναχούς ακόμη, οι οποίοι πρώτα ήταν κοντά στην Παναγία και υμνολογούσαν το Θεό, άφηναν το χώρο του χρυσού εκείνου πύργου, που υμνολογούσαν το Θεό Άγγελοι και Άγιοι, και νικώμενοι από σατανική περιέργεια, γύριζαν προς το μέρος εκείνο της τσιγγάνας, πήγαιναν κοντά της, τους άρεσαν οι επιδείξεις της, κι έτσι άρχισαν σιγά-σιγά και δειλά-δειλά να φεύγουν όλοι από τη θεία ομήγυρη και λαμπρή εκείνη δόξα της Παναγίας και να πηγαίνουν κοντά στη γύφτισσα, φοβερό και τρομερό όραμα, αλλά αληθινά προφητικό.

Η Παναγία έμεινε μόνη, με τους Αγγέλους και τους Αγίους και με λίγους καλούς Μοναχούς και πιστούς χριστιανούς, με τους οποίους ακατάπαυστα υμνούσε και δοξολογούσε τον Κύριο της δόξης. Με λύπη της δε πολλή έβλεπε τους άλλους πούφευγαν και προτιμούσαν να ιδούν τα έσχη και να ακούσουν τα αδιάντροπα τραγούδια της πόρνης τσιγγάνας, παρά να μένουν και με την Παναγία και τους Αγίους να δοξολογούν τον Κύριο.

Ο άγιος Μάρκος, όσο στην αρχή χάρηκε, που είδε την Παναγία να αστράφτει περισσότερο από τον ήλιο, και τους αγίους Αποστόλους, με τα ουράνια Τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων, που προσευχόντουσαν και δοξολογούσαν το Θεό, τόσο λυπήθηκε περισσότερο και τον κατάλαβε φόβος και τρόμος, σαν είδε τους ανόητους εκείνους ανθρώπους και καλογήρους ακόμη να εγκαταλείπουν τη Βασίλισσα των Αγγέλων και να προτιμούν μια βρωμερή, ακάθαρτη και κατά πάντα βέβηλη πόρνη γυναίκα. Να προτιμούν τα ανήθικα ρυπαρά και τραγούδια, από τους θείους ύμνους και την ακατάπαυστη δοξολογία του Θεού και να πηγαίνουν κοντά στα όργανα του σατανά !

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1980, σ. 201 κ.ε.


«ΣΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΟΥ» - Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΓΕΛΑΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Στὶς Φώκιες τῆς Μικρασίας πρωτοεῖδε τὸν ἥλιο ὁ γέρων Γελάσιος. Γεννήθηκε τὸ 1902, καὶ μέχρι τὸν φρικτὸ διωγμὸ τοῦ 1922 γαλουχήθηκε μὲ τὰ νάματα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς μικρασιατικῆς εὐσέβειας.

Μικρὸς πήγαινε στὰ ἐξωκλήσια τῶν νησιῶν ποὺ ἦταν μπροστὰ στὸ λιμάνι, κι ὅταν γύριζε ρωτοῦσε τὴ μητέρα του:
‐ Μάνα, ποιὰ εἶναι ἡ γυναίκα ποῦ κρατάει τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μέσα στὴν ἐκκλησία;
‐ Ἡ κυρὰ Παναγιά, ἀπαντοῦσε ἐκείνη γλυκά, μὲ τὸν ἀφέντη τὸν Χριστό.

Ἀπὸ μικρὸς ὁ γέροντας ἔβλεπε χειροπιαστὴ στὴ ζωὴ τοῦ τὴν προστασία τῆς Παναγίας καὶ τὴν καθοδήγησή της. Σὲ ἡλικία 15 χρονῶν κατατάσσεται ἐθελοντὴς στὸν συμμαχικὸ στρατό, φλεγόμενος ἀπὸ ζῆλο γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑλλάδα. Τότε σ᾿ ἕνα ναυάγιο στὴ Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, ἀφοῦ πάλεψε τρία μερόνυχτα στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος.

Στὴ Μυτιλήνη, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μετὰ τὴ μικρασιατικὴ καταστροφή, εἶχε παρηγοριὰ τοῦ τὴν Παναγία τῆς Ἁγιάσου. Τὰ τάματα ποὺ τῆς εἶχε κάνει σὰν ψαρὰς καὶ ναυτικός, τὰ ξεπλήρωσε ἀργότερα σὰν μοναχός, ἐκδηλώνοντας ἔτσι τὴν εὐχαριστία καὶ εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὴ βοήθειά της.

Τὸ 1928, διηγεῖται ὁ ἴδιος, ταξίδευα μὲ τὸ καΐκι μας ἔξω ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ὁ καιρὸς ἦταν καλὸς καὶ τὸ καΐκι ἔτρεχε μὲ 8 μίλια.
‐ Βρὲ Ἀντώνη, εἶπα στὸν ἀδελφό μου, ἐπιθυμῶ νὰ προσκυνήσουμε τὴν Παναγία.
Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε:
‐ Τέτοιον καιρὸ δὲν θὰ τὸν ξαναβροῦμε. Ἐμεῖς τὸ πρωὶ θὰ εἴμαστε στὸν Πειραιά.

Τί νὰ ἔλεγα; Ὁ Ἀντώνης ἦταν μεγαλύτερος. Ἔκανα λοιπὸν βόλτες στὸ κατάστρωμα, μέχρι ποὺ πλησιάσαμε 300‐400 μέτρα στὸ λιμάνι. Τότε ξαφνικὰ κόπηκε ὁ ἀέρας. Ἡ θάλασσα ἔγινε λάδι γύρω ἀπ᾿ τὸ καΐκι. Κρέμασαν τὰ πανιά. Τί παράξενο ὅμως! Ἡ μπουνάτσα ἔγινε μόνο νιά μας. Πιὸ πέρα ὁ ἀέρας βούιζε. Ἦταν, φαίνεται, ἐπέμβαση τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμία μου.
‐ Ἄντε, νὰ γίνει τὸ χούι σου, εἶπε ὁ Ἀντώνης.
Ἦταν Πάσχα. Βγήκαμε καὶ προσκυνήσαμε. Ἐκεῖ ἄκουσα γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Ὁ ἄγγελος ἔβοα». Ἀργότερα ἡ Παναγία κάλεσε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν π. Γελάσιο ἀπὸ τὸ καΐκι τοῦ στὸ περιβόλι της.

Μία νύχτα στὸν ὕπνο μου, διηγεῖται ὁ γέροντας, μοῦ φάνηκε πὼς ἦταν πολὺς λαὸς συγκεντρωμένος γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὴ βασίλισσα. Ἀπὸ μακριὰ φάνηκαν «τ᾿ ἀλόγατα» ποὺ τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσὴ ἅμαξα. Πάνω τῆς καθόταν ἡ βασίλισσα μὲ πλῆθος δορυφόρων καὶ ἀξιωματικῶν. Ξαφνικὰ κάποιος μὲ ἅρπαξε καὶ μὲ ἀνέβασε στὴν ἅμαξα, στὸ πίσω μέρος. Σὲ λίγο φθάσαμε σ᾿ ἕνα κάστρο μὲ πύργους καὶ λαμπρὸ παλάτι. Ἐκεῖ ἡ βασίλισσα κατέβηκε. Δὲν πρόλαβα ὅμως νὰ τὴ δῶ καθαρά. Πρόσεξα μόνο τὸ ἕνα μέρος τοῦ προσώπου της, καθὼς ἀνέβαινε τὶς σκάλες τοῦ παλατιοῦ.

Ξύπνησα! Βγῆκα ἔξω καὶ πῆγα στὸ καφενεῖο, ὅπου ἦταν καὶ ἄλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στὸ Πασαλιμάνι μὲ τὸ καΐκι μου φορτωμένο. Ὁ νοῦς μου ὅμως εἶχε γεμίσει ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Βασίλισσας. Ἀργότερα συνάντησα κάποιον Ἁγιαννανίτη μοναχό. Τοῦ διηγήθηκα τ᾿ ὄνειρό μου κι ἐκεῖνος μοῦ ἐξήγησε πὼς μὲ καλεῖ ἡ Παναγία στὸ Ἅγιον Ὅρος νὰ γίνω πιστός της ἀκόλουθος.

Ἡ καρδιά μου γιὰ λίγο διχάστηκε. Νίκησε ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς βασίλισσας. Τὴν ἴδια μέρα ἐγκατέλειψα κι ἐγώ, σὰν τοὺς Ἀποστόλους, πλοῖο φορτωμένο, ἀδελφό, γονεῖς, καὶ ξεκίνησα γιὰ τὸν Ἄθωνα. Τὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ μου ἦταν ἡ μονὴ Γρηγορίου. Μπῆκα στὸ καθολικὸ νὰ προσκυνήσω. Τὴν ὥρα ἐκείνη ψαλλόταν ἡ θεία λειτουργία. Στὴ θεομητορικὴ εἰκόνα τοῦ τέμπλου ἀναγνώρισα τὴ βασίλισσα τοῦ ὀνείρου μου! Ἔσπευσα νὰ τὴν ἀσπασθῶ, ὅποτε ὁ διάκο‐Θεόδωρος, ποὺ στεκόταν ἐκεῖ, μοῦ εἶπε:
‐ Χάθηκαν οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας, παιδί μου, καὶ ἦρθες στὸ τέμπλο νὰ προσκυνήσεις;
Ἀλλά, βέβαια, ποὺ νὰ ἤξερε τὴ δική μου καρδιά...».

ΠΗΓΗ : ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, εκδ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 2007. 


Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ – ΠΡΩΤΟΠΡ. THOMAS HOPKO


Τὰ Εὐαγγέλια διδάσκουν καὶ οἱ ἀκολουθίες διακηρύσσουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γεννήθηκε πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία. Σύμφωνα μὲ τὸν «νοῦν Χριστοῦ» ποὺ δίνεται στοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Θεοῦ (δὲς Α’ Κορ. 2), εἶναι προφανὲς ὅτι δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἀλλιῶς. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Πατέρας Του πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Ἂν ὑπάρχει κάτι μοναδικό, πρωτότυπο, πρωτοφανὲς ἀπὸ κάθε πλευρά, μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἀπόλυτα ἀναμφισβήτητο περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι αὐτό: Αὐτός, καὶ μόνον αὐτός, μπορεῖ νὰ ἀποκαλεῖ τὸν Ὕψιστο Θεὸ ἀββᾶ ὁ Πατήρ! Καὶ αὐτὸ τὸ κάνει στὶς σελίδες τῶν Εὐαγγελίων κοντὰ διακόσιες φορές.

Ὁ Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὁ Θεός. Συνεπῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἄνθρωπο πατέρα. Πρέπει νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ μία Παρθένο. Ὁ ἀπόστολος Ματθαῖος βλέπει τὴν ἐκ Παρθένου γέννηση σὰν τὴν ἐκπλήρωση τῶν λόγων τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ματθ. 1:23, Ἠσ. 7:14). Κάποιοι μελετητὲς ἀμφισβητοῦν τὴ λέξη «παρθένος», λέγοντας ὅτι μπορεῖ ἐπίσης νὰ σημαίνει «νεαρὴ γυναίκα», εἶναι ὅμως ξεκάθαρο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν ὅλη του ἀφήγηση, ὅτι στὴν κυριολεξία ἐννοεῖ μία παρθένο ποὺ δὲν εἶχε καμία συνάφεια μὲ σύζυγο.

Ἂν καὶ ὑπάρχουν ὁρισμένες διαφοροποιήσεις ἀνάμεσα στὶς ἀφηγήσεις στὰ κατὰ Ματθαῖον καὶ Λουκᾶν Εὐαγγέλια γιὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ὑπάρχει καθόλου ἀσυμφωνία ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἐκ Παρθένου γέννηση τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς δίνει τὴν ἱστορία μὲ μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Ἡ Μαρία ἐρωτᾶ εὐθέως τὸν ἄγγελο γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ λάβει χώρα ἡ γέννηση, ὅταν λέει «ἄνδρα οὐ γινώσκω» (Λουκ. 1:34).

Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς ἔλαβε τὴν ἱστορία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Παρθένο, βλέποντας στὴ δήλωσή του «καὶ διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» μία ὄχι τόσο συγκεκαλυμμένη ἀναφορὰ στὴν πηγὴ τῆς πληροφόρησής του (Λουκ. 2:51). Ἀλλά, ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ περίπτωση, ἡ διδασκαλία του εἶναι ξεκάθαρη. Ὁ Μεσσίας εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν ἔχει ἄνθρωπο πατέρα (δὲς Λουκ. 3:23).

Εἶναι ἐπίσης διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀκολουθώντας τὴ Γραφή, ὅτι ἡ Μαρία παρέμεινε Παρθένος ὅλη τὴ ζωὴ της. Ποτὲ δὲ γνώρισε ἄνδρα. Καὶ ποτὲ δὲν εἶχε ἄλλα παιδιὰ συνάμα μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, αὐτὴ ἡ πεποίθηση δὲν ὑπερασπίζεται μόνο πάνω στὴ βάση τῆς βιβλικῆς καταγραφῆς, ἀλλὰ κατανοεῖται ἐπίσης ὡς θεολογικὴ ἀλήθεια ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ὁποῖο προσεγγίζει μυστικὰ καὶ εἶναι πνευματικὰ φανερὸ σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν «νοῦν Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 2:16).

Ἡ Βίβλος ποτὲ δὲν ἀναφέρει ὅτι ἡ Παρθένος εἶχε ἄλλα παιδιὰ ἐκτὸς τοῦ Ἰησοῦ. Δὲν ὑπάρχει κανένα κείμενο ποὺ νὰ δείχνει ἔστω καὶ ἐλάχιστα ἕνα τέτοιο πράγμα. «Ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς» τοῦ Ἰησοῦ ἀναφέρονται, ὅμως δὲν ὑπάρχει σαφὴς δήλωση ὅτι αὐτοὶ ἦταν παιδιὰ τῆς Μαρίας. Ἡ παραδοσιακὴ ἑρμηνεία ἀπὸ τοὺς πρωιμότατους χρόνους στὴν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι αὐτοὶ εἶναι εἴτε ἐξαδέλφια τοῦ Ἰησοῦ ἢ παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλο γάμο. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἦταν πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὴ Μαρία καὶ ὅτι πέθανε πρὶν ἀρχίσει νὰ κηρύττει ὁ Ἰησοῦς. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦταν κρεμασμένος στὸ Σταυρό, ἐμπιστεύθηκε τὴ Μητέρα του στὸν ἀγαπημένο του μαθητὴ Ἰωάννη· αὐτὸ θὰ ἦταν μία χωρὶς νόημα πράξη ἂν οἱ «ἀδελφοί» Του ἦταν πράγματι παιδιὰ τῆς Μαρίας. Ἡ πνευματικὴ ἀπόδειξη καὶ τὸ μυστικὸ νόημα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία μαρτυρήθηκε ὡς δόγμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 553 καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἀσταμάτητα στὴ λειτουργικὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀκαταμάχητη στὸ νοῦ καὶ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ εἶναι ἁπλὰ ἀδιανόητο στοὺς ἁγίους ὅτι ἡ γυναίκα ποὺ γέννησε διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ Λόγο καὶ τὴ Σοφία Του, τὴν ἀκριβὴ εἰκόνα καὶ τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης Του, θὰ ἔπρεπε ἔπειτα νὰ προχωρήσει ὁμαλὰ καὶ νὰ γίνει μητέρα περισσότερων παιδιῶν μὲ τὸ γνωστὸ τρόπο. Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ὑποτίμηση τῆς γεννήσεως παιδιῶν μὲ τὸ γνωστὸ τρόπο καὶ σίγουρα καμιὰ ἀπέχθεια γιὰ τὴ σεξουαλικὴ ἕνωση. Ὑπάρχει μᾶλλον ἡ σαφὴς κατανόηση τῆς μοναδικότητας τῆς παρθένου τῆς «εὐλογημένης ἐν γυναιξὶν» τὴν ὁποία «πᾶσαι αἱ γενεαὶ μακαρίζουσι» καὶ ποὺ δόθηκε στὴν Ἐκκλησία ὡς ἡ ζωντανὴ εἰκόνα ὅλων ἐκείνων ποὺ σώζονται γιατὶ ἀκούουν «τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν» (Λουκ. 1:42, 48, 11:28). Ἡ θέση τῆς Μαρίας στὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ Θεοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀειπαρθενία της γιὰ ἐκείνους ποὺ πρέπει νὰ προσέλθουν γιὰ νὰ τὰ γνωρίσουν μέσα στὴ μυστικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πιὸ πολὺ ἀπὸ ὁποιοδήποτε συγκεκριμένο βιβλικὸ κείμενο ἢ ὅποια εἰδικὴ Γραφικὴ παραπομπή.

ΠΗΓΗ : Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, ἐκδ. Ἀκρίτας.


ΓΙΑΤΙ ΠΑΡΘΕΝΙΚΗ ΓΕΝΝΗΣΗ – ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ κ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ WARE


Στὴν Καινὴ Διαθήκη διατυπώνεται μὲ σαφήνεια ὅτι ἡ Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦταν παρθένος (Ματθ. 1: 18, 23, 25). Ὁ Κύριός μας ἔχει ἕναν αἰώνιο Πατέρα ἀλλὰ ὄχι πατέρα ἐπίγειο. Γεννήθηκε ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα δίχως μητέρα· καὶ γεννήθηκε μέσα στὸ χρόνο ἀπὸ τὴ Μητέρα του δίχως πατέρα. Αὐτὴ ἡ πεποίθηση στὴν Παρθενικὴ Γέννηση ὅμως δὲν μειώνει καθόλου τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ. Ἂν καὶ ἡ μητέρα ἦταν Παρθένος, ἔγινε μία πραγματικὴ ἀνθρώπινη γέννηση ἑνὸς γνήσια ἀνθρώπινου βρέφους.

Ὅμως γιατί ἡ γέννησή του σὰν ἀνθρώπου θά ᾽πρεπε νά ᾽χει πάρει αὐτὴ τὴν ἰδιαίτερη μορφή; Σ᾽ αὐτὸ ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ ὡς ἀπάντηση τὸ ὅτι ἡ παρθενία τῆς Μητέρας ἐξυπηρετεῖ σὰν ἕνα «Σημεῖο» τῆς μοναδικότητας τοῦ Υἱοῦ. Αὐτὸ γίνεται μὲ τρεῖς στενὰ συνδεδεμένους τρόπους.

Πρῶτο, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἐπίγειο πατέρα σημαίνει ὅτι εἶναι στραμμένος πάντα πέρα ἀπ᾽ τὴν κατάστασή του μέσα στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο πρὸς τὴν οὐράνια καὶ αἰώνια προέλευσή του. Τὸ παιδὶ τῆς Μαρίας εἶναι ἀληθινὰ ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο ἄνθρωπος· εἶναι μέσα στὴν ἱστορία ἀλλὰ εἶναι καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἡ γέννησή του ἀπὸ μία παρθένο τονίζει τὸ ὅτι ἂν καὶ περιχωρούμενος εἶναι ἐπίσης ὑπερβατικός· ἂν καὶ τέλειος ἄνθρωπος εἶναι καὶ τέλειος Θεός.

Δεύτερο, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ἦταν παρθένος δείχνει ὅτι ἡ γέννησή του πρέπει ν᾽ ἀποδοθεῖ μὲ μοναδικὸ τρόπο σὲ θεία πρωτοβουλία. Ἂν καὶ εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἡ γέννησή του δὲν ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σεξουαλικῆς ἕνωσης ἀνάμεσα σ᾽ ἕναν ἄντρα καὶ μία γυναῖκα, ἀλλὰ ἦταν μ᾽ ἕνα τρόπο ἰδιαίτερο τὸ ἄμεσο ἔργο τοῦ Θεοῦ.

Τρίτο, ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ μία παρθένο ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ Ἐνσάρκωση δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴ δημιουργία ἑνὸς νέου ἀνθρώπου. Ὅταν γεννιέται ἕνα παιδὶ ἀπὸ δυὸ ἀνθρώπινους γονεῖς μὲ τὸ συνηθισμένο τρόπο, ἀρχίζει νὰ ὑφίσταται μία καινούργια ὕπαρξη. Ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐνσαρκωμένου Χριστοῦ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἑπομένως, στὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἄρχισε νὰ ὑφίσταται ἕνα νέο πρόσωπο, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ προϋπῆρχε ἄρχισε τώρα νὰ ζεῖ ὄχι μόνο μὲ θεϊκὸ ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνθρώπινο τρόπο ὕπαρξης. Ἔτσι ἡ Παρθενικὴ Γέννηση ἀντανακλᾶ τὴν αἰώνια προΰπαρξη τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπειδὴ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐνσαρκωμένου Χριστοῦ ταυτίζεται μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου, ἡ Παρθένος Μαρία δίκαια μπορεῖ νὰ πάρει τὸν τίτλο Θεοτόκος. Εἶναι μητέρα ὄχι ἑνὸς ἀνθρώπινου γιοῦ ποὺ ἔχει ἑνωθεῖ μὲ τὸ θεῖο Υἱό, ἀλλ᾽ ἑνὸς ἀνθρώπινου γιοῦ ποὺ εἶναι ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ γιὸς τῆς Μαρίας εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ τὸ θεῖο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ· κι ἔτσι, χάρη στὴν Ἐνσάρκωση, ἡ Μαρία εἶναι πραγματικὰ «Μητέρα τοῦ Θεοῦ».

ΠΗΓΗ : Ὀρθόδοξος δρόμος, ἐκδ. Ἵδρυμα Γουλανδρῆ - Χόρν