"Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς" (Κατά Ιωάννη 8,32).

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ – ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΑ


Πόσο παράξενα  θ’ ἀντιλαλήση αὐτὲς τὶς μέρες τὸ τραγούδι τῶν ᾽Αγγέλων, τὸ τραγούδι τῆς Γεννὴσεως «ἐπὶ γῆς εὶρήνη, έν ἀνθρώποὶς εὐδοκία»! Αἵματα, ποτάμια, ποτίζουν τὴ χιλιοπαιδεμένη φλούδα τῆς Γῆς. Κι ὁ κόσμος, λαχταρισμένος, κρατεῖ τὴν ἀνάσα του στὴν προσμονὴ κάποιας ἀπροσμέτρητης καταστροφῆς. Οἱ ᾽Αντίχριστοι ἔχουνε ξαπολύσει κατὰ τοῦ άνθρώπου κάτι ἄπειρὰ πιὸ φοβερὸ κι ἀπὸ τὴ φωτιὰ κὶ ἀπὸ τὸ σίδερο κι ἀπ’ όλες τὶς μηχανὲς τῆς Κολάσεως : Τὸ μίσος τὸ ἀστόμωτο, τὸ μίσος τὸ ἀχόρταγο, δράκοντα μὲ πύρινη ἀνάσα... Μέσα στὶς στυγερὲς πανδαισίες ποὺ ὀργανώνουν οἱ σκοτεινοὶ μάγειροι τοῦ μίσους καὶ ποὺ μπροστά τους τὰ ὄργια τοῦ ρωμαϊκοῦ ξεπεσμοῦ μοιάζουν ἀθῶα παραπατήματα παιδιῶν, τὸ Θεῖο μήνυμα τῆς Βηθλεὲμ ξαναπαίρνει τὴν πρωταρχική του δύναμη καὶ τὴν ἕννοιά του. Ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγινε πιὸ βαθιὰ αἰσθητὴ στὴν ἀνθρωπότητα ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ὅχι μόνο δὲν εἶναι θρησκεία ξεπερασμένη, ἀλλὰ δὲν ἕχει κὰν ἀρχίσει νὰ γίνεται ζωή, ὅτι θὰ χρειαστοῦν ἀγῶνες μακροὶ καὶ σειρὰ ἴσως νέων μαρτύρων, ποὺ στὸ τέρας τοῦ μίσους θ’ ἀντιτάξουν τὸ Νόμο τῆς ᾽Αγάπης καὶ θὰ τὸν στήσουν κυβερνήτη μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας. Μὲ καρδιὰ γεμάτη εὐλάβεια κι ἐλπίδα θερμὴ ἂς στρέψουμε τὴ ματιὰ κατὰ τὸ μέγα φῶς ποὺ ὑψώνεται ἀπὸ τὴν ταπεινὴ φάτνη, ὅπου συντελεῖται τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης στὸν ἄνθρωπο. Μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ντύνεται ὁ Παντοδύναμος τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, γιὰ νὰ θυμίση στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἀθῶο ξεκίνημα τῶν πρωτοπλάστων. Τ’ ἄχυρα τῆς τροφῆς καὶ τῆς στρωμνῆς τῶν ζώων παίρνει γιὰ πορφύρα Του ὁ Βασιλιὰς τοῦ Κόσμου Καὶ τὰ σουραύλια τῶν τσοπάνηδων εἶναι ἡ μουσικὴ ποὺ διαλαλεῖ τὸν ἑρχομό Του. ῎Ερχεται ἀνάμεσα στοὺς ποιμένες, γιατὶ κι Αὐτὸς ἕνας ποιμένας εἶναι - ποιμένας ψυχῶν, ποὺ θ’ ἀφήση τὸ ποίμνιο γιὰ νὰ τρέξη νὰ φέρη στὴν ὁλόθερμη ἀγκαλιά Του τὸ «ἀπολωλὸς πρόβατο» Γιατὶ ἕρχεται νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συχώρεση. ῍Ας γυρίσουμε τὰ μάτια, τὴ δραματικὴ τούτη ὥρα, κατὰ τὴ σπηλιὰ τῆς Βηθλεέμ. ῍Ας ἀτενίσουμε τὸ θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως : ῾Ο Θεὸς δὲν ντύνεται μονάχα τὴ σάρκα, μὰ καὶ τὴ βαριὰ μοίρα τῶν ἀνθρώπων. ῎Ερχεται νὰ τὴν ὑποστῆ ὁ ἴδιος: νὰ ζήση τὴ φτώχεια καὶ τὸν πόνο, τὴν παραγνώριση καὶ τὴν πίκρα, τὴν ἀδικία καὶ τὸν κατατρεγμὸ - αὐτὸν τὸ θάνατο, ποὺ δὲν εἶναι στὴ φύση Του, ὁλότελα ξένος γι’ αὐτόν. ῎Ερχεται νὰ λυγίση σὰν ἄνθρωπος τὴν τραγική, τὴν κρίσιμη στιγμὴ τοῦ ῎Ορους τῶν ᾽Ελαιῶν - «παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο!» - νὰ νιώση, στὸ ζύγωμα τοῦ θανάτου, τὴν ἄφατη θλίψη τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τῆς ζωῆς· καὶ ἡ νύχτα ν’ ἀκούση, κατάπληκτη, τὰ θεῖα χείλη νὰ ψιθυρίζουν: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου»! Οἱ λαοὶ ποὺ κάθονται στὸ σκοτάδι, ποὺ παραδέρνουν στὸ σίφουνα τοῦ μίσους, ἂς ἀντικρίσουν σήμερα τὸ μέγα φῶς ποὺ ὑψώνεται μεσοούρανο ἀπὸ τὴν ταπεινὴ σπηλιά: ῾Ο ῎Αναρχος, ἀπὸ τὸν ὕψιστο θρόνο Του, κατεβαίνει νὰ ντύση τὴν τελειότητά Του μὲ τὸ σχῆμα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Τὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν ἄφθαρτη οὐσία Του ἔρχεται νὰ φυλακίση - σ’ ἕνα κίνημα ὑπέρτατης ἀγάπης - μέσα στὰ στενὰ κι ἐφήμερα ὄρια τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Κατεβαίνει νὰ δώση τὸ παράδειγμα τῆς ἀδελφοσύνης, νὰ ἐξισωθῆ μὲ τὰ πλάσματά Του. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῆς ὑπέρτατης καλοσύνης, τῆς θείας αὐταπαρνήσεως, δείχνει τὸν πάμφωτο δρόμο τῆς σωτηρίας. Μωροὶ καὶ τυφλοὶ ὅσοι πίστεψαν ὅτι ἀλλαγὴ τῶν ὑλικῶν ὅρων τῆς ζωῆς μπορεῖ νὰ φέρη τὴ θεραπεία τῆς βαριᾶς ἀρρώστιας ποὺ δέρνει τὴν ἀνθρωπότητα. Οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ συντελέστηκε τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, δείχνουν ξάστερα πὼς ὅλα τὰ δεινὰ ποὺ ἀποκορυφώνονται σήμερα στὴν παγκόσμια ἀγωνία, εἶναι τὰ πικρὰ προϊόντα τῆς θεμελιακῆς αὐτῆς πλάνης, νὰ ζητοῦμε ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, στὶς συνθῆκες τὶς ὑλικὲς τοῦ βίου, τὴ σωτηρία. Δείχνουν ἀκόμα ὅτι ὅλα τὰ καλά, ὅλα τὰ βήματα τῆς ἀληθινῆς, τῆς ἠθικῆς προόδου στὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἔρχονται ἀπὸ μέσα : ᾽Απὸ τὴ συνείδηση. Καὶ σ’ αὐτή, ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο φύσημα τοῦ Θεοῦ, ἀπευθύνεται τὸ θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως: «Κοίταξε - λέει στὸν ἄνθρωπο - πὼς γιὰ τὴν ἀγάπη σου δέχομαι ν’ ἀποβάλω τὴν παντοδυναμία μου· πὼς ντύνομαι τὴν άδυναμία σου˙ πὼς δέχομαι τὰ βάσανά σου, πὼς γίνομαι μαζί σου ἕνα, νὰ περπατήσω στὸ δρόμο σου, νὰ μοιραστῶ τὴ θλίψη σου, νὰ σταυρωθῶ καὶ νὰ πεθάνω γιὰ σένα». ῾Η ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος εἶναι ἀπὸ τὰ βαθύτερα μυστήρια. Ντυμένος τὴν ἀνθρώπινη σάρκα σ’ ὅλη της τὴν πραγματικότητα ἔρχεται νὰ δώση μὲ τὴ γήινη ζωή Του τὸ πρότυπο τῆς ζωντανῆς ἀλήθειας, ὅτι μέσα στὸ φθαρτὸ κι ἐφήμερο σκήνωμα μπορεῖ νὰ κατοικήση ἡ ᾽Απόλυτη ᾽Αγάπη. Γιὰ νὰ φτάση ὁ ἄνθρωπος τὸν ὑψηλὸ αὐτὸ καὶ σωτήριο τύπο ζωῆς, ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του, πρέπει νὰ νικήση μέσα του ὅλα τὰ κατώτερα ἔνστικτα, τὰ πάθη, τὶς ματαιότητες, τοὺς ἐγωισμούς, τὴν τάση πρὸς τὶς ἐφήμερες ἀπολαύσεις, τὶς μικρόχαρες ἐπιδιώξεις, τὶς ἐγκόσμιες φιλοδοξίες, ὅ,τι τὸν χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τὸν πλησίον, ν’ ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτό του, νὰ τὰ χάση ὅλα, γιὰ νὰ κερδίση τὸ ἕνα, τὸν ἐξαγνισμό, τὴν ἐσωτερική του ἀνύψωση, τὴ χάρη τῆς ἀγάπης. ῾Η θεία τούτη διδαχή, ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ εἶναι ἐπίκαιρη, σήμερα εἶναι περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ σωτήρια. Ποῦ φέρνουν τὰ κηρύγματα τοῦ μίσους, πού ᾽σπειραν στὸν κόσμο οἱ ᾽Αντίχριστοι, ποῦ ὁδηγοῦν ἡ ἀπιστία κι ἡ ὑλοφροσύνη, τὰ πάθη καὶ οἱ ἐγωισμοί, τῆς ἀπληστίας ὁ σάρακας, ἡ μέθη τῶν αἱμάτων καὶ τῶν φόνων, τὸ βλέπει ὁ καθένας τόσο καλά, ποὺ κάθε λόγος περισσεύει. ῞Η ἀνθρωπότητα σφαδάζει μὲ μπηγμένο στὰ σπλάχνα της τὸ ἀκονισμένο σίδερο. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιος γιὰ τὴν αὔριο. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ δάσκαλοι τοῦ μίσους κάθονται πάνω στὸν κρατήρα τοῦ ἡφαιστείου ποὺ οἱ ἴδιοι παραγέμισαν μ’ ἐκρηκτικὲς ὕλες. Μάταια ζητᾶνε μὲ τὸν φρενιασμένο πολλαπλασιασμὸ τῶν μέσων τῆς καταστροφῆς τὴ σιγουριὰ τῆς κυριαρχίας. ῞Αμα οἱ δυνάμεις τῆς κολάσεως ξαπολυθοῦν πάνω στὸν πλανήτη, κανένας δὲ θὰ μπορέση νὰ τὶς διευθύνη κατὰ τοὺς δικούς του σκοπούς. Κανένας δὲν κατέχει τὶς μαγικὲς λέξεις ποὺ τὶς βάζουνε σὲ πειθαρχία. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ξέρη κατὰ ποῦ θὰ στραφοῦν τελικὰ οἱ τόσο σοφὰ ἑτοιμασμένες μηχανὲς τοῦ ὀλέθρου. ᾽Απὸ τὴ σπηλιὰ τῆς Βηθλεέμ, ἀπὸ τὴν ταπεινὴ φάτνη ποὺ διάλεξε γιὰ λίκνο του τὸ θεῖο βρέφος καλεῖ τὴν ξεστρατισμένη ἀνθρωπότητα στὸ δρόμο τοῦ λυτρωμοῦ. Καλεῖ τὸν θνητό, ποὺ ἔχει πνίξει στὰ στήθια του κάθε ἀνθρώπινο αἴσθημα, νὰ γυρίση στὸ δρόμο τῆς πραότητας καὶ τῆς συμπονὶας, τῆς καλοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης. Αὐτὸ τὸ κήρυγμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ πρέπει νὰ γίνη τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρίας. ῾Η ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καθάρσεως. ῾Η ἀμφίβολη σοφία τῆς κοσμικῆς ἡγεσίας ἔχει χρεοκοπήσει. Τὸ θέαμα τοῦ σημερινοῦ κόσμου, ποὺ πορεύεται στὸ γκρεμό, εἶναι ἡ δραματικὴ βεβαίωση αὐτῆς τῆς χρεοκοπίας. Δείχνει ξάστερα ὅτι μ’ ὅλες τὶς κολοσσιαῖες προόδους τοῦ ὑλικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ἠθικός μας πολιτισμὸς εἶναι τιποτένιος. Οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε ἡ ἐπιστήμη μπόρεσαν νὰ δώσουν στὸν ξεστρατισμένο ἄνθρωπο κανόνα ζωῆς. Μέσα στοὺς σκολιοὺς δρόμους ποὺ τὸν ἔφερε ἡ ὑπεροψία τοῦ λογικοῦ, ἔχασε τ’ ἀχνάρια τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ συγχυσμένη ἀπὸ τὸν πάταγο τῆς ψευτοπροόδου ἀκοή του δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ συλλάβη τὴ φωνή Του. Τὸ μεγάλο καὶ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς ἐνανθρωπὴσεως τοῦ Θεοῦ ἔγινε μιὰ νεκρὴ χρονολογία στὴν ἱστορία. ῾Η γέννηση τοῦ Λυτρωτῆ ἀκόμα δὲν πραγματοποιήθηκε μέσα μας. Καὶ τὸ Θεῖο παράδειγμα μένει μετέωρο, σὰν κάτι ἀπρόσιτο κι ἄγονο. Ὅμως ποτὲ δὲν εἶναι ἀργὰ γιὰ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια. Κι ἔχει σημάνει ἀπὸ πολὺν καιρὸ ἡ ὥρα της. ῾Η σοφία πρέπει νὰ λυγίση ταπεινωμένη τὰ γόνατα μπροστὰ στὸ Σωτήρα. Πρέπει νὰ πιστέψη τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, σὰν τὴν πιὸ ἁπλὴ καρδιὰ τοῦ πρώτου χριστιανοῦ. Πρέπει αὐτὸς ὁ ψευτομορφωμένος, ποὺ πῆγε κι ἔσκισε μὲ τὸ παγερὸ λεπίδι τῆς κριτικῆς αὐτὸ τὸν πυρήνα τῆς ἠθικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ κόσμου, ποὺ ἀρνήθηκε αὐτὸ τὸ θεμέλιο τῆς πίστεως, μὲ δάκρυα ν’ ἀναγνωρίση τὴν πλάνη του. Νὰ βρῆ τὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκό. Καί, σὰν τὸν Παῦλο, νὰ γυρίση μὲ τὴ φλόγα τῆς πίστεως στὴν καρδιὰ καὶ τὴ δάδα τοῦ ἀποστόλου στὸ χέρι. Γιατὶ ἄλλο σύνθημα λυτρωμοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπ’ αὐτὸ πού ᾽ριξε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ντυμένος τὴν ἀνθρώπινη σάρκα : Αὐταπάρνηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Εἶναι ἡ θρησκεία τῶν θρησκειῶν, ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ ν’ ἀντιταχθῆ στὸ μανιασμένο ξέσπασμα τοῦ μίσους ποὺ φοβερίζει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ ἀφανισμό. Μονάχα μὲ μιὰ ἡγεσία πραγματικῶν χριστιανῶν μπορεῖ ν’ ἀνατείλη φῶς γιὰ τοὺς λαοὺς ποὺ κείτονται σήμερα στὸν ἴσκιο τοῦ θανάτου.

«῾Ελληνικὴ Δημιουργία» τ. Στ’ (1950), σ. 885 ἐξ. 


ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ


«Κατ΄ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, Πάτερ, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοῦ ἔδειξε τὸν Ἅδην ἐκεῖ ποὺ εἶναι αἱ ψυχαὶ τῶν κολασμένων ἀνθρώπων, τὸν τόπον ποὺ βασιλεύει ὁ διάβολος. Ἐκεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ φρικτὰ ποὺ εἶδα κατ΄ ἐξοχὴν μὲ ἐντυπωσίασε ὅτι εἶδα πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, μαύρους, ἀπολιθωμένους, ὀρθίους μὲ προτεταμένην τὴν ποιμαντορικὴν ῥάβδον». 
Ὁ γράφων ἔσπευσε νὰ τὸν ἐρωτήσῃ: «Γέροντα, πόσους ἱερομονάχους εἶδες;» Ἐκεῖνος ἀντιπαρῆλθε τὴν ἐρώτησίν μου χωρὶς νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ καὶ συνέχισε νὰ ὁμιλῇ αἰτιολογῶν, διατί εἶδε πολλοὺς Ἀρχιερεῖς: «Εὐθῦνες, πάτερ, πολλὲς ἔχουν οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ὅσοι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς εὐθύνας των, διὰ νὰ ἀρέσουν εἰς τὸν Χριστόν, ὁδηγοῦνται ἐκεῖ εἰς τὸν τόπον τῆς βασάνου, μακρὰν τοῦ Χριστοῦ». 


Το όραμα το είδε ο μακαριστός φωτοφόρος Γέρων Παίσιος εν εγρηγόρσει τη δεκαετία του 1970, ασκητεύων εις την Καλύβη του Τιμίου Σταυρού της Ι.Μ. Σταυρονικήτα, και το ενεπιστεύθηκε στον οσιολογιώτατο Ιερομόναχο π. Δαμασκηνό (δις Αρχιγραμματέως της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους).


ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΣΕΒ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ κ.κ. ΒΑΡΝΑΒΑ


Χριστούγεννα 2013
Ἀρ. Πρωτ. 1157

Πρός τό
Χριστεπώνυμο πλήρωμα
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως


Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε.

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,
Σᾶς εὐαγγελίζομαι τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία πράξη τοῦ Θεοῦ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. «Ἐτέχθη σήμερον Σωτὴρ» γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μόνους, τοὺς ἀπεγνωσμένους, «διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» ἔγινε ἄνθρωπος. Τώρα ποὺ νομίζουμε πὼς ὅλα τελείωσαν, Ἐκεῖνος γεννιέται, γιὰ νὰ φέρει τὴν ἐλπίδα. Μέσα στὴ νύχτα τῆς οἰκουμενικῆς ἀπελπισίας, ὁ Χριστὸς «λύχνον ἦψε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα» κατὰ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό, κι ἔγινε ἡ τῶν πάντων Αὐγή. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κατανοήσουμε τὴ σημασία τῆς παρουσίας Του στὴ ζωή μας. Μέχρι τώρα, μπορεῖ νὰ μὴν τὸν χρειαζόμαστε. Πιστεύαμε ὅτι τὸ μυαλὸ μας εἶναι ἀρκετό. Ὅτι ἡ μοίρα μας διαγραφόταν ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους. Ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καὶ τεχνολογικὴ πρόοδος θὰ μᾶς ἐξασφάλιζε τὸν ἐπίγειο παράδεισο. Γι’ αὐτὸ, τὸν Θεὸ τὸν κρύβαμε πίσω ἀπὸ πέπλα μεταφυσικοῦ μυστηρίου καὶ ρομαντικοῦ ἠθικισμοῦ. Τὸν χρησιμοποιούσαμε γιὰ νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν ψεύτικη εὐσέβειά μας σ’ ἕναν θεὸ κατασκευασμένο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση δική μας. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ὁ χριστιανισμὸς ἔγινε κατεστημένο, ἄχρωμος καὶ νεκρὸς τυπικισμός, ἀναιμικὴ καὶ ἀσπόνδυλη πίστη, πίστη σὲ ἕναν ἀπρόσωπο θεὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὄχι στὸν Χριστὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ζωντανὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης. Ὁ Θεὸς ὅμως «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη», «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» γιὰ νὰ μᾶς συναντήσει. Ἔγινε ἄνθρωπος, δὲν ἔγινε οὔτε σύστημα, οὔτε νόμος, οὔτε θεωρία. Καὶ πολιτεύτηκε ὡς ἄνθρωπος σὰν καί μᾶς, ἀναμάρτητος ὅμως, ἁπλὸς καὶ ταπεινός. Μᾶς ἔδειξε ἀγάπη. «Διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας». Παρηγόρησε, στήριξε, ταυτίστηκε μὲ αὐτοὺς ποὺ ὑποφέρουν: «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25:40). Ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Ἰησοῦς ξαναδίνει μιὰ ἄλλη δυναμικὴ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ κοινωνίες. Ἐὰν δὲν βλέπεις τὸν Χριστὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ξένου, τοῦ ἄρρωστου, τοῦ πονεμένου καὶ φυλακισμένου, τότε τὸν ἀγνοεῖς παντελῶς, δὲν εἶσαι δικός του μαθητής. Ἄλλη λογική. 

Ἀκούσματα παράξενα γιὰ κοινωνίες ποὺ ἔχουν θεσμοθετήσει τὴν ὑποκρισία, τὴν πλεονεξία, τὴ βία καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς στόχους τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν μένει σὲ γενικότητες καὶ ἀοριστίες, γιατί δὲν εἶναι γλυκανάλατο συναίσθημα, ἀλλὰ τρόπος ζωῆς. Εἶναι ζωὴ ἀληθινὰ προοδευτική, ζωὴ ἀγάπης, δικαιοσύνης, ἀλήθειας, ἐλευθερίας. Εἶναι ἡ νέα ζωή, ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, ἀληθινὰ ἐπαναστατικὴ καὶ πρωτοποριακὴ, καὶ γι’ αὐτό, ρήξη μὲ κάθε τάξη πραγμάτων ποὺ καταρρακώνει τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ πλευρὰ ἡ ριζοσπαστική τοῦ Χριστιανισμοῦ συχνά μᾶς διαφεύγει. Διαφεύγει ὄχι μονάχα ἀπὸ τοὺς ἀρνητὲς ἢ τοὺς πολεμίους τῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλοὺς καλοπροαίρετους Χριστιανούς. Ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μόνο στὶς λειτουργικὲς συνάξεις, ἀλλὰ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ, τοῦ ἀδύνατου, τοῦ καταπιεσμένου. καὶ ὅποιοι ἐργάζονται γιὰ τὴ ριζικὴ μεταμόρφωση τῆς κοινωνίας, ὥστε νὰ ἐκλείψει ἡ ἀδικία, ἡ φτώχεια καὶ ἡ καταπίεση, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ βρίσκονται ἔστω καὶ ἄθελά τους μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποία διακηρύσσουν χαρμόσυνα τά Χριστούγεννα εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἐρχομό Του στὸν κόσμο «ἐνσάρκωσε» τὴν αἰώνια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ κορυφώνεται τὸ μήνυμα καὶ ἡ πρόσκληση τῆς σημερινῆς γιορτῆς. Θὰ μπορέσουμε νὰ συντονίσουμε τὴν ζωή μας καὶ τὰ ἔργα μας μὲ τὴν σαρκωμένη ἀγάπη; Θὰ ἐπιδείξουμε τὴν τόλμη πού χρειάζεται; Ζοῦμε ἱστορικὲς στιγμές. Καὶ εἶναι τέτοια ἡ ἔκταση τῆς γύμνιας, ποὺ δὲν μποροῦμε πλέον νὰ προσποιούμαστε πὼς δὲν βλέπουμε τὴν ἀδικία καὶ τὴν ἐκμετάλλευση. Τὸ ψέμα ἔχει πάψει νὰ παριστάνει κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ἦρθε λοιπὸν ἡ ὥρα νὰ πάρουμε θέση, ὄχι μὲ βάση τὸ τί γίνεται γύρω μας ἀλλὰ μὲ γνώμονα τὴν πίστη μας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων ποὺ ζοῦν μὲ τὴν ἀγάπη ὡς τρόπο ζωῆς. Οἱ καιροὶ μᾶς καλοῦν ὄχι σὲ μιὰ ἀφηρημένη κοινωνικὴ εὐαισθησία, ἀλλὰ σὲ μιὰ ἐγρήγορση τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ξαναγίνουμε τὸ ἅλας τῆς γῆς. Μᾶς καλοῦν νὰ μπολιάσουμε τὴν ἱστορία μὲ δικαιοσύνη, ἀλληλεγγύη καὶ ἐλευθερία. Μᾶς καλοῦν νὰ γιορτάσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα!

Μὲ πατρικὲς εὐχὲς καί ἀγάπη Χριστοῦ γεννηθέντος
Ὁ Μητροπολίτης
Ὁ Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως Βαρνάβας


Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ – ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


Κεφάλαιο γ´. Περὶ τῆς τοῦ Λόγου Σαρκώσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δι᾿ ὑμᾶς ἐσαρκώθη.

Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἀπόῤῥητη γέννησή του ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία καὶ νὰ κατανοήσουμε καλὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας τὸ κρυμμένο πρὸ τῶν αἰώνων (Ἐφεσίους 3:9), θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἑξῆς γνωστὴ εἰκόνα:

Κατὰ τὴν δημιουργία τῆς προμήτορος Εὔας ὁ Θεὸς πῆρε τὴν ἔμψυχη πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε σὲ γυναῖκα, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐμφύσησε σ᾿ αὐτὴν πνοὴ ζωῆς καθὼς καὶ στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ μέρος ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν σάρκα του τὸ τελειοποίησε σὲ ὁλόκληρο σῶμα γυναικός, τὴν δὲ ἀπαρχὴ τοῦ πνεύματος ποὺ ἔλαβε μαζὶ μὲ τὴν ἔμψυχη σάρκα τὴν τελειοποίησε σὲ ψυχὴ ζωντανὴ δημιουργώντας μὲ τὰ δυὸ μαζὶ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ πλαστουργὸς καὶ κτίστης Θεὸς πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρία ἔμψυχη σάρκα σὰν ζύμη καὶ μικρὴ ἀπαρχὴ ἀπὸ τὸ φύραμα τῆς φύσεώς μας - δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζὶ - καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του ἀκατάληπτη καὶ ἀπρόσιτη Θεότητα. Ἢ μᾶλλον ἕνωσε πραγματικὰ ὅλη τὴν ὑπόσταση τῆς Θεότητός του μὲ τὴν δική μας φύση, τὴν ἔσμιξε ἄμικτα μ᾿ αὐτὴ καὶ τὴν ἔκανε ἅγιο ναό του. Ἔτσι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως τέλειος ἄνθρωπος.

Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ἔτσι, ἀφοῦ δανείστηκε τὴν σάρκα ἀπὸ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἀειπάρθενο καὶ Θεοτόκο Μαρία καὶ τὴν ἔλαβε χωρὶς σπορά, γεννήθηκε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν πρωτόπλαστο. Ὥστε ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παράβαση ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς γεννήσεώς μας στὴν φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναγεννήσεώς μας στὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ θεῖος Παῦλος ὅταν λέει: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὴ γῆ χοϊκός. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ Κύριος, εἶναι ἐπουράνιος. Ὅ,τι λογῆς ἦταν ὁ χοϊκὸς τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι οἱ χοϊκοὶ καὶ ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ ἐπουράνιος τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται ἐπουράνιοι δι᾿ αὐτοῦ.»

(Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀπαρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 23).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅμοιος μέ μᾶς σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς μεταδίδει τὴν Θεότητά του λόγω τῆς πίστης μας σ᾿ αὐτὸν καὶ μᾶς καθιστὰ συγγενεῖς του κατὰ τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τῆς Θεότητάς του. Πρόσεξε τὸ νέο καὶ παράδοξο μυστήριο: Ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε ἀπὸ μᾶς σάρκα, ποὺ δὲν εἶχε ἐκ φύσεως καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἦταν. Ἀπὸ τότε μεταδίδει στοὺς πιστοὺς τὴν Θεότητά του - τὴν ὁποία κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἢ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶχε ἀποκτήσει - καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γίνονται θεοὶ κατὰ χάρη καὶ θέση, ποὺ δὲν ἦταν. Ἔτσι χαρίζει σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἐξουσία νὰ γίνονται τέκνα Θεοῦ (κατὰ Ἰωάννην 1:12) γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγιναν καὶ πάντοτε θὰ γίνονται καὶ ποτὲ δὲν θὰ πάψουν νὰ γίνονται. Ἄκουσε καὶ τὸν θεῖο Παῦλο ποὺ παρακινεῖ σ᾿ αὐτό: «Ὅπως φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ γήινου, ἂς φορέσουμε καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου.» (Α´ Κορινθίους 15:49).

Ὁ Θεὸς λοιπὸν τοῦ παντὸς μὲ τὴν σωματική του παρουσία στὴν γῆ ἦλθε γιὰ νὰ ἀναπλάσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴν κτίση ποὺ ἐπέσυρε ἐπάνω της τὴν κατάρα ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ πρῶτα ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ ἔλαβε καὶ ἀφθαρτώντας την τὴν θέωσε, ἐνῶ τὸ ἄχραντο σῶμα του, ἂν καὶ τὸ θέωσε, ὅμως τὸ κρατοῦσε ἀκόμη φθαρτὸ καὶ ὑλικό. Γιατὶ τὸ σῶμα ποὺ τρώει καὶ πίνει, κοπιάζει καὶ ἱδρώνει, δένεται καὶ σέρνεται, ὑψώνεται στὸν σταυρὸ καὶ καρφώνεται, εἶναι βέβαια φθαρτὸ καὶ ὑλικό, ἀφοῦ μάλιστα πέθανε καὶ τοποθετήθηκε νεκρὸ στὸ μνημεῖο. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασή του συνανέστησε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἄφθαρτο, πνευματικό, ὅλο θεῖο καὶ ἄυλο, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν συνέτριψε τὶς σφραγῖδες τοῦ μνήματος, εἰσερχόταν δὲ καὶ ἐξερχόταν ἐλεύθερα μέσα ἀπὸ τὶς κλειστὲς πόρτες.

Ἀλλὰ γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ δὲν ἔκανε ἀμέσως καὶ τὸ σῶμα πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο; ἐπειδὴ καὶ ὁ Ἀδὰμ τρώγοντας τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ εὐθὺς μὲν μὲ τὴν παράβαση πέθανε κατὰ τὴν ψυχή, ἐνῷ κατὰ τὸ σῶμα ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς πρῶτα ἀνέστησε καὶ ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ τιμωρήθηκε μὲ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου, ἔπειτα δὲ οἰκονόμησε νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸ σῶμα τὴν ἀφθαρσία διὰ τῆς ἀναστάσεως, αὐτὸ ποὺ διὰ τοῦ θανάτου ἐπέστρεφε στὴν γῆ κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ κατέβηκε στὸν ᾅδη ἐλευθερώνοντας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἐκεῖ φυλακισμένων ἁγίων καὶ τὶς κατέταξε σὲ τόπο ἀναπαύσεως καὶ ἀνεσπέρου φωτός. Τὰ σώματά τους ὅμως δὲν τὰ ἀνέστησε, ἀλλὰ τὰ ἄφησε στοὺς τάφους μέχρι τὴν κοινὴ ἀνάσταση.

Τὸ μυστήριο λοιπὸν αὐτὸ ποὺ συντελέστηκε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, τοῦτο τὸ ἴδιο γινόταν καὶ σὲ κάθε ἅγιο καὶ γίνεται ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερα σὲ κάθε πιστό. Γιατὶ λαμβάνοντας τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσπότη καὶ Θεοῦ μας συμμετέχουμε στὴν θεότητά του, τρώγοντας δὲ τὴν πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καὶ συγγενεῖς του, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Παῦλος βεβαιώνει: «Εἴμαστε ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του καὶ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του» (Ἐφεσίους 5:30) καὶ ἀλλοῦ: «ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός του ὅλοι ἐμεῖς λάβαμε ἀλλεπάλληλες δωρεές» (κατὰ Ἰωάννην 1:16 καὶ Κολασσαεῖς 2:9). Ἔτσι γινόμαστε κατὰ χάριν ὅμοιοι μὲ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ Δεσπότη μας ἀνακαινισμένοι στὴν ψυχή, ἄφθαρτοι καὶ ἀναστημένοι ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμαστε. Τότε βλέπουμε αὐτὸν ποὺ καταδέχτηκε νὰ γίνει ὅμοιός μας καὶ βλεπόμαστε ἀπ᾿ αὐτόν, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε ὅμοιοί του, ὅπως κάποιος βλέπει ἀπὸ μακριὰ τὸ πρόσωπο τοῦ φίλου του καὶ διαλέγεται μ᾿ αὐτὸν καὶ συνομιλεῖ καὶ ἀκούει τὴν φωνή του.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος ἅγιοι καὶ οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ τωρινοὶ πνευματικὰ βλέποντες δὲν βλέπουν σχῆμα ἢ εἶδος ἢ ὁμοίωμα, ἀλλὰ φῶς ἀσχημάτιστο, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι φῶς ἐκ τοῦ φωτός, δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ἂν καὶ φτάνουν σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὰ σώματά τους δὲν γίνονται ἀμέσως ἄφθαρτα καὶ πνευματικά, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς τὸ σίδερο ποὺ πυρακτώνεται στὴν φωτιὰ παίρνει τὴν λαμπρότητά της, ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν γίνεται πάλι ψυχρὸ καὶ μαῦρο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων: Μετέχοντας καὶ αὐτὰ στὸ θεῖο πῦρ, δηλαδὴ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγῆ καὶ πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα σώματα. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀμέσως καὶ αὐτὰ παραδίδονται στὴν φθορὰ καὶ διαλύονται σιγὰ-σιγά. Ἄλλα ὅμως διατηροῦνται γιὰ πολλὰ χρόνια χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε ἐντελῶς ἄφθαρτα οὔτε πάλι τελείως φθαρτά, ἀλλὰ διασῴζουν μέσα τοὺς τὰ γνωρίσματα καὶ τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς φθορᾶς, ὥσπου νὰ φτάσουν στὴν τέλεια ἀφθαρσία καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὴν τελευταία καὶ κοινὴ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιὰ ποιὸ λόγο; Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναστηθοῦν καὶ νὰ ἀφθαρτωθοῦν τὰ ἀνθρώπινα σώματα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνακαίνιση τῶν κτισμάτων, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς πρῶτα πλάστηκε ἡ φύση ἄφθαρτη καὶ ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι πάλι πρῶτα ἡ κτίση πρέπει νὰ μεταποιηθεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία καὶ μετὰ μαζὶ μ᾿ αὐτὴν ν᾿ ἀλλάξουν καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὰ φθαρτὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος πνευματικὸς πιὰ καὶ ἀθάνατος νὰ κατοικήσει σὲ τόπο ἄφθαρτο, αἰώνιο καὶ πνευματικό. Καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἄκουσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ποὺ τὸ βεβαιώνει: «Θὰ ἔρθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου σὰν κλέπτης τὴν νύχτα καὶ τότε οἱ οὐρανοὶ θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ καοῦν καὶ θὰ λυώσουν» (Β´ Πέτρου 3:10,12), ὄχι γιὰ νὰ ἐξαφανιστοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχωνευθοῦν καὶ νὰ ἀναστοιχειωθοῦν σὲ καλύτερη καὶ αἰώνια κατάσταση. Ἀπὸ ποῦ γίνεται φανερὸ αὐτό; Ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προσθέτει στὴν συνέχεια ὁ Ἀπόστολος: «Καινούριους οὐρανοὺς καὶ καινούρια γῆ προσδοκοῦμε κατὰ τὴν ἐπαγγελία σου» (Β´ Πέτρου 3:13). Τίνος τὴν ἐπαγγελία; Ἀσφαλῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν» (κατὰ Ματθαῖον 24:35). Παρέλευση τοῦ οὐρανοῦ ἐννοεῖ τὴν ἀλλαγή του, γι᾿ αὐτὸ λέει ὅτι ἂν καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀλλάξει, ὅμως οἱ δικοί του λόγοι θὰ μένουν ἀναλλοίωτοι καὶ σταθεροί. Αὐτὸ προανήγγειλε καὶ ὁ προφήτης Δαυίδ: «Σὰν μανδύα θὰ τοὺς τυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξουν, ἐσὺ ὅμως θὰ παραμείνεις ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς σου δὲν θὰ ἐκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια;

Κεφάλαιο ι´. Ὅτι καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς συλλαμβάνουσι τῇ Θεοτόκῳ παραπλησίως καὶ γεννῶσιν αὐτὸν καὶ γεννᾶται ἐν αὐτοῖς καὶ γεννῶνται ὑπ᾿ αὐτοῦ καὶ πῶς υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ καὶ μητέρες αὐτοῦ χρηματίζουσιν.
Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ ἔλαβε σάρκα ἀπ᾿ αὐτήν, γεννήθηκε, ὅπως εἴπαμε, τέλειος ἄνθρωπος καὶ τέλειος Θεὸς ἀσυγχύτως. Τί σημαντικότερο ἔγινε ποτὲ γιὰ μᾶς; Ὅλοι μας πιστεύουμε σ᾿ αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ δεχόμαστε τὸν περὶ αὐτοῦ λόγο μὲ ἐμπιστοσύνη. Ἂν τὸν ὁμολογοῦμε λοιπὸν καὶ μετανοοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες μας, τότε ὁ λόγος τῆς εὐσεβείας, τὸν ὁποῖο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σὰν σπόρος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς εἰσῆλθε στὴν γαστέρα τῆς Παρθένου. Θαύμασε τὸ μέγα τοῦτο καὶ ἐκπληκτικὸ μυστήριο καὶ δέξου τὸ μὲ κάθε πληροφορία καὶ πίστη.

Συλλαμβάνουμε λοιπὸν αὐτὸν τὸν Λόγο ὄχι σωματικά, ὅπως τὸν συνέλαβε ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος, ἀλλὰ πνευματικὰ μὲν πραγματικὰ ὅμως. Καὶ ἔχουμε μέσα στὶς καρδιές μας αὐτὸν ποὺ τὸν ἴδιο ποὺ συνέλαβε καὶ ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε νὰ λάμψει φῶς μέσα στὶς καρδιές μας πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τοῦ Υἱοῦ του» (Β´ Κορινθίους 4:6), σὰν νὰ λέει: Αὐτὸς ὅλος γεννήθηκε ἀληθινὰ μέσα μας. Καὶ ὅτι εἶναι ἔτσι τὸ φανερώνει μὲ ὅσα παραθέτει στὴν συνέχεια: «Ἔχουμε δὲ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν μέσα σὲ πήλινα σκεύη» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὀνομάζοντας θησαυρὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα Κύριο: «Γιατὶ τὸ Πνεῦμα» λέει «εἶναι ὁ Κύριος» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὥστε ὅπου ἀκοῦς Υἱὸν Θεοῦ νὰ ἐννοεῖς μαζὶ καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ ἂν πάλι ἀκούσεις γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐννοεῖς μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὸν Πατέρα, ἐπειδὴ καὶ γι᾿ αὐτὸν λέει: «Πνεῦμα ὁ Θεός» (κατὰ Ἰωάννη 4:24), διδάσκοντάς σε παντοῦ τὸ ἀχώριστο καὶ ὁμοούσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι δηλαδὴ ὅπου εἶναι ὁ Υἱὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Πατήρ, καὶ ὅπου ὁ Πατὴρ ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ ὅλη ἡ τρισυπόστατη Θεότητα, ὁ ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τοὺς ὁμοουσίους, «αὐτὸς ποὺ εἶναι εὐλογητὸς στοὺς αἰῶνες, ἀμήν» (Ρωμαίους 1:25).

Ἔτσι ὅταν πιστεύσουμε ὁλόψυχα καὶ μετανοήσουμε θερμὰ θὰ συλλάβουμε ὅπως εἰπώθηκε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, καθὼς τὸν συνέλαβεν ἡ Παρθένος, προσφέροντάς του κι ἐμεῖς τὶς ψυχές μας παρθενικὲς καὶ ἁγνές. Καὶ ὅπως ἐκείνη δὲν τὴν κατέφλεξε τὸ πῦρ τῆς θεότητας, ἐπειδὴ ἦταν ἁγνὴ καὶ ὑπεράμωμη, ἔτσι οὔτε καὶ ἐμᾶς μας κατακαίει, ὅταν τοῦ προσφέρουμε τὶς καρδιές μας ἁγνὲς καὶ καθαρές, ἀλλὰ γίνεται ἐντός μας δροσιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πηγὴ ὕδατος καὶ ρεῖθρον ἀθάνατης ζωῆς. Ὅτι δεχόμαστε καὶ ἐμεῖς παρόμοια τὸ ἄστεκτον πῦρ τῆς θεότητας, ἄκουσε τὸν Κύριο ποὺ τὸ λέει: «Πῦρ ἦλθα νὰ βάλω στὴν γῆ» (κατὰ Λουκᾶν 12:49). Τί ἄλλο ἐννοεῖ, παρὰ τὸ ὁμοούσιο πρὸς τὴν θεότητά του Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο συνεισέρχεται καὶ συνθεωρεῖται μέσα μας καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα;

Ἐπειδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μία φορὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν σωματικά, ἀνέκφραστα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σαρκωθεῖ πάλι ἢ νὰ γεννηθεῖ σωματικὰ ἀπὸ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τί προνοεῖ; Μᾶς μεταδίδει γιὰ τροφὴ ἐκείνη τὴν ἄχραντη σάρκα ποὺ προσέλαβε ἀπὸ τὴν πανάχραντη Θεοτόκο, κατὰ τὴν σωματική του γέννηση. Ἂν τὴν μεταλαμβάνουμε ἄξια, ἔχουμε μέσα μας ὅλον τὸν σαρκωθέντα Θεὸ καὶ Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς Παρθένου τὸν καθήμενο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λέει: «ἐκεῖνος ποὺ τρώγει τὴν σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου μένει μέσα μου καὶ ἐγὼ μέσα του» (κατὰ Ἰωάννη 6:56), χωρὶς ὅμως νὰ προέρχεται ἢ νὰ γεννιέται σωματικὰ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ μᾶς ἀποχωρίζεται ποτέ. Διότι ἐμεῖς δὲν τὸν αἰσθανόμαστε σὰν σάρκα, ἂν καὶ βρίσκεται μέσα μας ὅπως ἀκριβῶς ἕνα βρέφος, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀσωμάτως σὲ σῶμα, ἀναμιγνυόμενος ἀνέκφραστα μὲ τὴν φύση μας καὶ τὴν οὐσία μας καὶ θεοποιώντας μας, ἐπειδὴ γίναμε σύσσωμοι καὶ μ᾿ αὐτὸν δηλαδὴ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του καὶ ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο μυστήριο τῆς ἀνέκφραστης οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεώς του, ποὺ δίσταζα νὰ τὸ γράψω καὶ ἔτρεμα νὰ τὸ ἐπιχειρήσω.

Ὁ Θεὸς ὅμως πάντοτε θέλει νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ σ᾿ ἐμᾶς, ὥστε καὶ ἐμεῖς κάποτε κατανοώντας τὴν μεγάλη του ἀγαθότητα καὶ αἰσθανόμενοι ντροπὴ νὰ προθυμοποιηθοῦμε νὰ τὸν ἀγαπήσουμε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακινήθηκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φωτίζει τὶς καρδιές μας καὶ σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γραπτῶς, ὄχι γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μ᾿ αὐτὴν ποὺ γέννησε τὸν Κύριο – μὴ γένοιτο – αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκη καὶ ἄφραστη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ ἄλλη ποὺ συντελεῖται σέ μας πνευματικῶς. Ἐκείνη γεννώντας ἔνσαρκο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπεργάστηκε στὴν γῆ τὸ μυστήριό της ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μας καὶ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεός, αὐτὸς ποὺ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του τὰ διεστῶτα καὶ ἐξάλειψε τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ἐνῷ αὐτὴ (ποὺ συντελεῖται σὲ μᾶς) γεννώντας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Λόγο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπεργάζεται ἀκατάπαυστα στὶς καρδιές μας τὸ μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν καὶ τὴν κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, αὐτὴν ὑπαινίσσεται καὶ τὸ θεῖο λόγιο: «Δι᾿ αὐτοῦ συλλάβαμε καὶ ἐγεννήσαμε μὲ πόνο τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο κυοφορήσαμε πάνω στὴν γῆ» (Ἡσαΐας 26:18).

Λοιπὸν δὲν σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Χριστὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸν γέννησε ἡ Παναγία, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ὑπεράπειρη καὶ γνήσια ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς καὶ ὅτι ἂν τὸ θέλουμε ὅλοι μποροῦμε νὰ γίνουμε μητέρα καὶ ἀδελφοί του κατὰ τὸν προαναφερόμενο τρόπο, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος τὸ διακηρύττει: «Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐκτελοῦν» (κατὰ Λουκᾶν 8:21). Ἔτσι θὰ γίνουμε ἴσοι μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀποστόλους του, ὄχι κατὰ τὴν ἀξία, οὔτε κατὰ τὶς περιοδίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ ὑπέφεραν, ἀλλὰ κατὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δωρεὰ τὴν ὁποία ἐξέχεε σ᾿ ὅλους ποὺ τὸν πίστευαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, χωρὶς νὰ στραφοῦν ποτὲ πίσω.

Εἶδες πὼς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε καὶ πράττουν τὸν λόγο τοῦ τοὺς ἀνύψωσε στὴν ἀξία τῆς Μητέρας του καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς του; Ὅμως μόνο ἐκείνη ὑπῆρξε ἡ κυρίως Μητέρα του, ἐπειδὴ ὅπως ἀνέφερα τὸν γέννησε ἀνερμηνεύτως καὶ χωρὶς ἄνδρα, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν συλλαμβάνουν καὶ τὸν κατέχουν κατὰ χάριν καὶ δωρεάν. Καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἄμωμη Μητέρα του δανείστηκε τὴν παναμώμητη σάρκα του καὶ σὲ ἀντάλλαγμα τῆς δώρισε τὴν θεότητα – ὢ τί παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη συναλλαγὴ – ἐνῷ ἀπὸ τοὺς ἁγίους δὲν παίρνει σάρκα, ἀλλὰ ἀντίθετα αὐτὸς τοὺς μεταδίδει τὴν θεωμένη σάρκα του. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου.

Ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος στὸν Χριστό, δηλαδὴ τὸ πῦρ τῆς θεότητος, προέρχεται ἀπὸ τὴν θεία τοῦ φύση καὶ οὐσία. Ὅμως τὸ σῶμα του δὲν ἔχει τὴν ἴδια προέλευση, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν πάναγνη καὶ ἅγια σάρκα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία προσέλαβε κατὰ τὸ ἱερὸ λόγιο: «ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα» (κατὰ Ἰωάννην 1:14). Ἔκτοτε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντου Παρθένου μεταδίδει στοὺς ἁγίους, ἀπὸ μὲν τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τοῦ συναΐδιου Πατρός του τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος, δηλαδὴ τὴν θεότητα, καθὼς καὶ μέσῳ τοῦ προφήτη λέγει: «Θὰ συμβεῖ τοῦτο κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο» (Ἰωὴλ 3:1), ἐννοώντας κάθε πιστό, ἀπὸ δὲ τὴν φύση καὶ οὐσία ἐκείνης ποὺ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὸν γέννησε τὴν σάρκα, τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ αὐτή.

Καὶ ὅπως ἀπὸ τὴν πληρότητά του λάβαμε ὅλοι ἐμεῖς, ἔτσι ἀκριβῶς μεταλαμβάνουμε ἀπὸ τὴν ἄμωμη σάρκα τῆς Παναγίας Μητέρας του, τὴν ὁποία καὶ ἐκεῖνος προσέλαβε καὶ ὅπως ἔγινε υἱὸς καὶ Θεός της ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας γενόμενος καὶ ἀδελφός μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς – ὢ τί ἀνέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υἱοὶ τῆς Θεοτόκου Μητέρας του καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ χάρη στὸν ὑπεράμωμο καὶ ὑπεράγνωστο γάμο ποὺ τελέστηκε μ᾿ αὐτὴν καὶ σ᾿ αὐτὴν γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν πάλι ὅλοι οἱ ἅγιοι. Πράγματι, ὅπως ἀπὸ τὴν συνουσία καὶ τὴν σπορὰ τοῦ Ἀδὰμ πρώτη ἡ Εὔα γέννησε καὶ ἀπὸ ἐκείνη καὶ μέσῳ ἐκείνης γεννήθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ δέχτηκε ἀντὶ σπορᾶς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ συνέλαβε καὶ γέννησε μόνο τὸν πρὸ αἰώνων μονογενῆ του Πατρὸς καὶ μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενῆ. Καὶ μολονότι ἡ ἴδια ἔπαψε νὰ συλλαμβάνει καὶ νὰ γεννᾷ, ὁ Υἱὸς τῆς γέννησε καὶ γεννᾷ καθημερινὰ ὅσους πιστεύουν σ᾿αὐτὸν καὶ τηροῦν τὶς ἅγιες ἐντολές του. Ἀσφαλῶς ἔπρεπε ἡ πνευματική μας ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλαση νὰ γίνει διὰ τοῦ ἀντρός, δηλαδὴ τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ καὶ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἡ γέννησή μας στὴν φθορὰ ἔγινε διὰ τῆς γυναικὸς Εὔας.

Καὶ πρόσεχε τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου: ἀνδρὸς θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ ἡ σπορὰ φθαρτοὺς υἱοὺς καὶ θνητοὺς διὰ γυναικὸς γέννησε καὶ γεννᾷ, ἀθανάτου καὶ ἀφθάρτου Θεοῦ ὁ ἀθάνατος καὶ ἄφθαρτος Λόγος ἀθάνατα καὶ ἄφθαρτα τέκνα γέννησε καὶ διαρκῶς γεννᾷ, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς γενννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι βεβαίως.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι δέσποινα καὶ βασίλισσα καὶ κυρία καὶ Μητέρα ὅλων τῶν ἁγίων ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι καὶ δοῦλοι τῆς ἀφοῦ εἶναι Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιά της ἀφοῦ μεταλαμβάνουν ἀπὸ τὴν πανάχραντη σάρκα τοῦ Υἱοῦ της. Πιστὸς ὁ λόγος: ἡ σάρκα τοῦ Υἱοῦ τῆς εἶναι σάρκα τῆς Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας καὶ ἐμεῖς ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν θεωμένη σάρκα τοῦ Κυρίου, ὁμολογοῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι μεταλαμβάνουμε ζωὴν αἰώνια, ἐκτὸς ἂν ἀναξίως καὶ εἰς κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.

Πράγματι ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι συγγενεῖς πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ κατὰ τρεῖς τρόπους: Πρῶτον ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο πηλὸ μ᾿ αὐτὴν καὶ τὴν ἴδια πνοή, δηλαδὴ τὴν ψυχή. Δεύτερον ἐπειδὴ ἔχουν κοινωνία καὶ μετουσία μὲ αὐτὴν διὰ τῆς προσλήψεως τῆς σαρκός της ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ τρίτον ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἐν Πνεύματι ἁγιωσύνης ποὺ ἐνυπάρχει σὲ αὐτούς, καθένας συλλαμβάνει ἐντός του καὶ κατέχει τὸν Θεὸ τῶν ὅλων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκείνη τὸν εἶχε ἐντός της. Διότι ἂν καὶ τὸν γέννησε σωματικῶς, ὅμως πάντοτε τὸν εἶχε ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν ἔχει καὶ τώρα καὶ πάντοτε ἀχώριστον ἀπὸ αὐτήν.

Σ᾿ αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰώνες. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ : Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου : Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, Λόγος Α´,Ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς.


ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ - ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ

Ιερά Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας.
Τὰ σύμπαντα σήμερον, χαρᾶς πληροῦνται. Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ

ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ

ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ 


Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

H ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - (+) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ



Ο ΨΕΥΔΟΜΕΣΣΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ 1683 ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΟΥ 1688

Εβραίοι έμποροι της Θεσσαλονίκης.
«Κατά δε το χιλιοστόν εξακοσιοστόν ογδοηκοστόν τρίτον έτος, νέος τις εβραίος εν Θεσσαλονίκη, διεφήμησεν  εαυτόν είναι τον Μεσσίαν, ω και επίστευσαν οι Εβραίοι. Αλλ΄ ο Σουλτάνος μεταπέμπεται αυτόν εις το Βελεγράδιον. Σαρακινήσαντα δε καυτόν, και επανελθόντα εις Θεσσαλονίκην, είχον πάλιν αυτόν οι Εβραίοι ως Μεσσίαν. Έλεγε δε αυτοίς, ότι διά το μη πεποιηκέναι αυτούς τους Εβραίους πάντα τα κακά πλήρη, ο Μεσσίας ου φανερούται, και δέον εστί νυν ταύτα ποιείν, όθεν εν Θεσσαλονίκη και Σέρραις ογδοηκονταετείς χαχαμίν εσαρακήνισαν. Χλευάζοντες δε οι χριστιανοί τους Εβραίους περιμένοντας τους απατεώνας αντί του Μεσσία, έλεγον αυτοίς, ΓΓΕΛΤΤΙΜΙ ; ήγουν ήλθε ; και έμεινεν η παροιμία κατά των Ιουδαίων άχρι της σήμερον. Αλλά δη και εν έτει χιλιοστώ εξακοσιοστώ ογδοηκοστώ ογδόω έλεγον οι Ιουδαίοι, ότι εύρηται έξωθεν βιβλίου τινός γεγραμμένον, ως μέλλει εν Κωνσταντινουπόλει οφθήσεσθαι ο Μεσσίας, συγχύσεως ούσης μεταξύ Οθωμανών και Χριστιανών ηγεμόνων. Γενομένης όμως αγάπης Οθωμανών, Γερμανών και Μοσχόβων, έμεινε ματαία και η παρούσα αυτών ελπίς».


ΠΗΓΗ :  ΔΟΣΙΘΕΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΟΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΥΣΑΝΤΩΝ, ΕΝ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΩ 1715, σ. 1235.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ, ΓΕΝΟΥΣ, ΟΙΚΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ

Το σπήλαιο της Γεννήσεως του Χριστού στη Βηθλεέμ.
Ει και δεν θ' απεδέχοντο Αυτόν επιδημήσαντα οι συμφυλέται του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αλλ' ουδέν ήττον προς αυτούς απέκειτο να έλθη· διό και η ανθρώπινος του Σωτήρος Μεσσίου γενεαλογία κατ' ακρίβειαν περιγράφεται εν ταις προφητείαις ως και ο της επιφανείας Αυτού χρόνος. Η θειότης του προσώπου του Μεσσίου αγγέλλεται σαφώς εν τη Παλαια Διαθήκη και επικυρούται υπό της Καινής Διαθήκης ως επίσης και η ενανθρώπησις Αυτού, ότι εν τέλει ο Θεός εγένετο τέλειος άνθρωπος.

Η πρώτη από στόματος Θεού προενεχθεiσα πρόρρησις η μετ' έπειτα πληρωθείσα κατά το πλήρωμα του χρόνου εστίν αύτη· «Και είπεν ο Θεός προς τον όφιν (τον διάβολον). Έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματος σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής». Περί της πληρώσεως της προρρήσεως ταύτης η Καινή Διαθήκη λέγει τάδε· «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού γενόμενον εκ γυναικός» (Γαλ. δ' 4), ο Θεός έτι λέγει προς τον διάβολον περί της συντριβής του κράτους της ισχύος αυτού και περί του πάθους του Υιού Αυτού. «Αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις Αυτού πτέρναν» (Γεν. γ' 15). Η Καινή Διαθήκη αναφέρει την πλήρωσιν αυτής της προρρήσεως· εν τη προς Ρωμαίους επιστολή ο Παύλος λέγει· «ο δέ Θεός της ειρήνης συντρίψει τον Σατανάν υπό τους πόδας υμών εν τάχει» (Ρωμ. ιστ' 20).

Η του μέλλοντος Σωτήρος και Λυτρωτού έλευσις και το έργον Αυτού και ο θείος Αυτού χαρακτήρ εν τη Παλαιά Γραφή πολλάκις επαναλαμβάνεται και πολλάκις περιγράφεται· εν τη προς Αβραάμ Διαθήκη ο Θεός λέγει. «Και ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης» (Γεν. κβ' 18). Περί της επαγγελίας ταύτης ο Παύλος εν τη προς Γαλάτας επιστολή αυτού λέγει· «Προϊδούσα δε η Γραφή ότι εκ πίστεως δικαιοί τα έθνη ο Θεός, προευηγγελίσατο τω Αβραάμ, ότι ευλογηθήσονται εν σοι πάντα τα έθνη»· ώστε οι εκ πίστεως ευλογούνται συν τω πιστώ Αβραάμ» (γ' 8-16). Ότι εκ της φυλής Ιούδα έμελλε να γεννηθή ο Σωτήρ, ο Πατριάρχης Ιακώβ ευλογών τον Ιούδαν λέγει·« Ιούδα, σε αινέσουσιν οι αδελφοί σου... προσκυνήσουσί σε οι υιοί του πατρός σου. Σκύμνος λέοντος Ιούδα· εκ βλαστού υιέ μου ανέβης· αναπεσών εκοιμήθη ως λέων και ως σκύμνος, τις εγερεί αυτόν;» (Γεν. μθ' 8-9). Ο Ησαΐας ο μεγαλοφωνότατος προφητεύει την εξ Ιούδα έλευσιν του Σωτήρος και προαναγγέλλει ότι εκ της ρίζης Ιεσσαί απογόνου του Ιούδα, θέλει προέλθει ο επηγγελμένος Σωτήρ του κόσμου· «και έξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος αναβήσεται εκ της ρίζης και αναπαύσεται επ' αυτόν πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· εμπλήσει αυτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. ια' 1-3).

«Καί έσται εν τη ημέρα εκείνη η ρίζα του Ιεσσαί, και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών, επ' αυτώ έθνη ελπιούσι· και είναι η ανάπαυσις αυτού τιμή» (αύτ. 10).

Και ο προφήτης Ιερεμίας προφητεύει περί της ελεύσεως του Σωτήρος ότι εκ σπέρματος έσται Δαυΐδ, λέγων. «Ιδού ημέραι έρχονται, λέγει Κύριος, και αναστήσω τω Δαυΐδ ανατολήν δικαίαν, και βασιλεύσει βασιλεύς, και συνήσει, και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης... και τούτο το όνομα αυτού, ο καλέσει Κύριος Ιωσεδέκ=ο Κύριος η δικαιοσύνη ημών» (Ιερεμ.κγ' 5-6).

Και ο προφήτης Μιχαίας περί του τόπου της γεννήσεως του Σωτήρος λέγει τάδε. «Και συ Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται ηγούμενος του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού απ' αρχής εξ ημερών αίώνος» (Μιχ. ε' 2, Ματθ. β' 6).

Ο Προφήτης Ησαΐας προορά την γέννησιν του εκ σπέρματος Δαυΐδ κατά σάρκα Υιού του Θεού, λέγων.

«Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτου· και καλεiται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός, ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος. Εγώ γαρ άξω ειρήνην επί τους άρχοντας, ειρήνην και υγείαν αυτώ. Μεγάλη η αρχή αυτού, και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον επί τον θρόνον Δαυΐδ· και την βασιλείαν αυτού κατορθώσαι αυτήν, και αντιλαβέσθαι αυτής εν κρίματι και δικαιοσύνη από του νυν και έως τον αιώνα χρόνον. Ο ζήλος Κυρίου Σαβαώθ ποιήσει ταύτα» (Ησ. θ' 5-7).

«Εγώ Κύριος o Θεός εκάλεσά σε εν δικαιοσύνη, και κρατήσω σε της χειρός και ενισχύσω σε και έδωκά σε εις διαθήκην γένους, εις φως εθνών, ανοίξαι οφθαλμούς τυφλών, εξαγαγείν εκ δεσμών δεδεμένους, και εξ οίκου φυλακής και καθημένους εν σκότει» (αυτ. μβ' 6-7).

«Ου κατά την δόξαν κρινεί ουδέ κατά την λαλιάν ελέγξει, αλλά κρινεί εν δικαιοσύνη ταπεινώ κρίσιν, και ελέγξει εν ευθύτητι τους ταπεινούς της γης και πατάξει γην τω λόγω του στόματος αυτού, και εν πνεύματι δια χειλέων ανελεί ασεβή, και έσται δικαιοσύνη εζωσμένος την οσφύν αυτού και αληθεία ηλειμμένος την πλευράν αυτού» (αυτ. ια' 4-5).

«Προσέχετε τοις ωσίν υμών και επακαλουθήσατε ταις οδοίς μου· επακούσατέ μου, και ζήσεται εν αγαθοίς η ψυχή υμών, και διαθήσομαι υμίν διαθήκην αιώνιον, τα όσια Δαυΐδ τα πιστά. Ιδού μαρτύριον εν έθνεσι δέδωκα αυτόν άρχοντα και προστάσσοντα έθνεσιν» (Ησ.νε' 3-4).

Ο Ιερεμίας προφητεύει περί της Καινής Διαθήκης του μέλλοντος λυτρωτού. «Ιδού ημέραι έρχονται, λέγει Κύριος, και διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ και τω οίκω Ιούδα διαθήκην καινήν, ου κατά την διαθήκην, ην διεθέμην τοις πατράσιν αυτών, εν ημέρα επιλαβομένου μου της χειρός αυτών εξαγαγών αυτούς εκ της γης Αιγύπτου, ότι ουκ ενέμειναν εν τη διαθήκη μου, καγώ ημέλησα αυτών, φησί Κύριος, ότι αύτη η διαθήκη, ην διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ μετά τας ημέρας εκείνας, φησί Κύριος, διδούς νόμους μου εις την διάνοιαν αυτών, και επιγράψω αυτούς επί τας καρδίας αυτών, και όψομαι αυτούς, και έσομαι αυτοίς εις Θεόν, και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν. Και ου μη διδάξωσιν έκαστος τον πλησίον αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού λέγων, γνώθι Κύριον ότι πάντες ειδήσουσί με, από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών· φησί Κύριος· ότι ίλεως έσομαι ταις αδικίαις.αυτών και των ανομιών αυτών ου μη μνησθώ έτι» (Εβρ. η' 7-13, Ιερ. λα' 31-34).

Το παιδίον το γεννηθέν εκ της ρίζης Ιεσσαί και εκ σπέρματος Δαυΐδ ο θαυμαστός σύμβουλος, ο μεγάλης βουλής άγγελος, ο άγγελος της Καινής Διαθήκης, ο πατήρ του μέλλοντος αιώνος, ο Κραταιός Θεός, ο μέλλων να συντρίψη την κεφαλήν του αρχαίου όφεως, του μεγάλου δράκοντος (Αποκ. ιβ' 8-9), είναι ο υιός του ανθρώπου ο ελθών εις τον κόσμον ίνα σώση τον άνθρωπον. Ούτος ο πανσθενής Θεός γέγραπται, ότι έμελλε να γεννηθή εν Βηθλεέμ εν οίκω Εφραθά, διότι εξ αυτής έμελλεν να εξέλθη ηγούμενος και άρχων εν Ισραήλ κατά τας απ' αρχής εξ ημερών αιώνος εξόδους αυτού. Αυτώ μόνω έθνη ελπιούσιν.

ΠΗΓΗ : ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1900,
σσ. 231-234

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΤΗ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Η λέξη σημαίνει οίκος άρτου. Ονομάζονταν και οίκος του Εφραθά ή πόλη του Δαβίδ. Πρώτη φορά την απαντούμε στη Βίβλο στη Γένεση όταν ο Ιακώβ πηγαίνοντας από τη Βαιθήλ στη Χεβρώνα, έθαψε τη γυναίκα του Ραχήλ (η οποία μόλις είχε γεννήσει τον υιό του Βενιαμίν) στην οδό του Ιπποδρομίου Εφραθά δηλ. τη Βηθλεέμ (Γένεση 35, 19). Την εποχή των Κριτών, από τη Βηθλεέμ αναχώρησε προς τη Μωάβ ο Ελιμέλεχ μαζί με τη γυναίκα του Νωεμίν, διότι εκεί είχε συμβεί μέγας λιμός (Ρουθ, 1, 1). ΄Ενας υιός του Ελιμέλεχ ο Μααλών πήρε ως γυναίκα του τη Μωαβίτισα Ρούθ και όταν πέθαναν τα παιδιά της Νωεμίν, πήρε αυτή τη νύφη της Ρουθ και επέστρεψαν στη Βηθλεέμ (Ρουθ 1, 19), όπου η Ρουθ παντρεύτηκε το Βοόζ (Ρουθ 4, 10), από τον οποίον γέννησε τον Ωβήδ (Ρουθ 4, 17), ο οποίος ήταν πατέρας του Ιεσσαί δηλ. παππούς του Δαβίδ (Ρουθ 4, 22). Ο Κριτής Σαμουήλ κατ΄ εντολή του Θεού μετέβη στη Βηθλεέμ και διάλεξε – έχρισε εκ των υιών του Ιεσσαί το Δαβίδ, ως βασιλέα του Ισραήλ (Βασιλειών Α΄ 16, 13). Τότε πνεύμα πονηρό – κατά παραχώρηση του Θεού - κυρίευσε το Βασιλιά των Ισραηλιτών Σαούλ και ζήτησε έναν άνδρα να ψάλλει με κιθάρα για να καταπραύνει το πονηρό πνεύμα. Στάλθηκε ο Δαβίδ στην αυλή του και έγινε αμέσως αγαπητός από το Σαούλ (Βασιλειών Α΄ 16, 21). Αργότερα, ο καταγόμενος από τη Βηθλεέμ Δαβίδ, κατανικά το γίγαντα Γολιάθ (Βασιλειών Α΄ 17, 12 και εξής). Λίγο αργότερα ο Δαβίδ ανακηρύσσεται βασιλιάς (Βασιλειών Β΄ 2, 7). Από τη Βηθλεέμ κατάγονταν οι τρεις στρατηγοί του Δαβίδ, ο Ιωάβ, ο Αβεσσά και ο Ασαήλ (υιοί της Σαρουίας αδελφής του Δαβίδ) (Βασιλειών Β΄ 2, 18). Ο Ροβοάμ, υιός και διάδοχος του Δαβίδ, οχύρωσε τη Βηθλεέμ, εγκατέστησε άρχοντες και την εφοδίασε με τρόφιμα (Παραλειπομένων Β΄ 11, 6 και 12). Μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία (586 – 538 π.Χ.), επέστρεψαν στη Βηθλεέμ μόλις 123 Ισραηλίτες (Έσδρας Β΄ 2, 21). 

Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ


Τη παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού χτυπούσαν οι καμπάνες του πανίερου ναού της Αναστάσεως περί την 9η ώρα και η πατριαρχική πομπή ξεκινούσε από το Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων για τη Βηθλεέμ. Της πομπής προηγούνταν 12 έφιπποι πολιτοφύλακες σε δύο σειρές και έξι ραβδούχοι του Πατριαρχείου με χρυσές στολές. Ακολουθούσε η άμαξα του Γέροντος Δραγουμάνου μαζί με τον Μέγα Αρχιδιάκονο, από πίσω η άμαξα του Πατριάρχη η οποία έφερε τα παράσημα του συνοδευόμενου από τον Γέροντα Αρχιγραμματέα. Στο τέλος έρχονταν οι άμαξες των συλλειτουργούντων Αρχιερέων και των λοιπών διακονητών. Η πομπή πορευόμενη με μεγαλοπρέπεια και επισημότητα έφτανε στη Μονή του Προφήτη Ηλία, όπου ο Ηγούμενος υποδέχονταν το Πατριάρχη και τη συνοδεία του σε σκηνή, για μια μικρή ανάπαυλα. Τότε προσέρχονταν οι προύχοντες της Βηθλεέμ και της Μπεντζαλά για να υποδεχθούν και να λάβουν την ευλογία του Πατριάρχη και όλοι μαζί εν πομπή συνέχιζαν το ταξίδι και έφταναν περί την 12η το μεσημέρι στην αυλή του ναού της Γεννήσεως. Ο Πατριάρχης συναντούνταν με τους κληρικούς της Βηθλεέμ οι οποίοι τον ανέμεναν προς υποδοχή ενδεδυμένοι με τις ιερατικές τους στολές. Κατόπιν, ο Πατριάρχης ενδύονταν τον πατριαρχικό μανδύα και ο Πατριαρχικός επίτροπος της Βηθλεέμ απάγγελε σύντομη προσφώνηση (στο περίβολο του ναού), ενώ με το τέλος της οι ψάλτες έψαλλαν το απολυτίκιο της Γεννήσεως. Εν συνεχεία η πομπή με αργό βήμα πλησίαζε προς το ναό και δύο διάκονοι θυμιάτιζαν κατά διαστήματα τον Μακαριότατο ο οποίος ευλογούσε το πιστό λαό. Η ιερά πομπή εισέρχονταν στο καθολικό του ναού της Γεννήσεως από τη μεγάλη πύλη και κατέβαινε στο Άγιο Σπήλαιο διαμέσου της νότιας θύρας, όπου θυμίαζε και προσκυνούσε ο Πατριάρχης και ανέμενε ώσπου να προσκυνήσουν και οι λοιποί Αρχιερείς. Απ΄ εκεί κατευθύνονταν στη παρακείμενη Φάτνη, την οποία θυμίαζε και προσκυνούσε. Μετά, από τη βόρεια θύρα του σπηλαίου, η πομπή ανέβαινε στο καθολικό, όπου ξεκινούσε η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών. Ο Πατριάρχης διάβαζε το πρώτο Ευαγγέλιο και κατόπιν θυμίαζε το Άγιο Σπήλαιο, τη Βασιλική της Γεννήσεως και το εκκλησίασμα, όπως και οι Αρχιερείς. Στην ακολουθία των Μεγάλων Ωρών παρευρίσκονταν και οι πρόξενοι των Ορθοδόξων κρατών. Κατά την ακολουθία έως και της 4:30 μ.μ., οι προσκυνητές κατέβαιναν στο Άγιο Σπήλαιο για να προσκυνήσουν το τόπο της γέννησης του Χριστού. Την δεκάτη εσπερινή ώρα ο Πατριάρχης με τη συνοδεία του κατέρχονταν στη Βασιλική της Γεννήσεως του Χριστού, διαμέσου της πύλης δίπλα στη κτιστή κολυμβήθρα, και περιβαλλόμενος το μανδύα ενώπιον του  κλήρου και των ψαλτών, εισέρχονταν στο θρόνο του καθολικού και άρχιζε με μεγαλοπρέπεια και επισημότητα ο όρθρος των Χριστουγέννων. Την ώρα που ψάλλονταν ο πολυέλαιος «Δούλοι Κύριον», το ιερατείο λάμβανε καιρό και ενδύονταν τις ιερατικές στολές. Κατόπιν, ενδύονταν ο Πατριάρχης και οι Αρχιερείς στο Άγιο Βήμα και μετά τη συμπλήρωση του πολυέλαιου οι ιερείς και οι διάκονοι τάσσονταν σε δύο σειρές από της Ωραίας πύλης έως της νότιας θύρας του σπηλαίου, κρατώντας λαμπάδες στα χέρια τους. Τότε εμφανίζονταν ο Πατριάρχης με τους Αρχιερείς και έψαλλαν αργά το «Δεύτε ίδωμεν πιστοί οι εγεννήθη ο Χριστός…..». Έτσι μετέβαιναν στο Άγιο Σπήλαιο για να δουν που γεννήθηκε ο Χριστός περί τα μεσάνυκτα, όπου ο Πατριάρχης θυμίαζε το Άγιο Σπήλαιο και τη Φάτνη και κατόπιν άρχιζαν να ψάλλουν τα μεγαλυνάρια : «Μεγαλυνομέν Σε, Ζωοδότα Χριστέ, και τιμώμεν την Αγίαν Σου Γέννησιν, δι΄ ης έσωσας ημάς εκ της φθοράς». «Μεγαλυνομέν Σε, Ιησού Βασιλεύ, εν τη φάτνη των αλόγων ανέκεισο, των ανθρώπων αλογίαν καταργών». «Μεγαλυνομέν Σε, Ιησού ο Θεός, εκ Παρθένου ως βροτός σάρκα είληφας, εν Σπηλαίω γεννηθείς ο Πλαστουργός». Στη συνέχεια ψάλλονταν οι αναβαθμοί του τετάρτου ήχου και διαβάζονταν το Ευαγγέλιο του όρθρου από το Πατριάρχη. Ακολουθούσε δέηση υπό του Πατριάρχη και μετά ψάλλωνταν αργά η Καταβασία των Χριστουγέννων «Χριστός γεννάται δοξάσαται…». Τότε η Πατριαρχική πομπή με τάξη εξέρχονταν από το Άγιο Σπήλαιο δια της βόρειας θύρας και έκαμε λιτανεία (τρις) στο καθολικό του ναού, ενώ στο κέντρο κάτω από το πολυέλαιο γίνονταν δέηση και συνεχίζονταν ο όρθρος και η Πατριαρχική Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων μετά των Αρχιερέων, εκ των οποίων ο τρίτος τελούσε την ιερουργία στο Άγιο Σπήλαιο.


ΠΗΓΗ : ΤΙΜΟΘΕΟΥ Π. ΘΕΜΕΛΗ, ΑΝΑ ΤΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ, ΕΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΟΙΣ 1909, σελ. 113 - 115.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΛΗ


Ο εορτασμός των Χριστουγέννων διαρκούσε δώδεκα ημέρες, έως τα Θεοφάνεια. Ο λαός – κατά τις ημέρες αυτές - έτρωγε και έπινε με Αυτοκρατορική δαπάνη. Οι αγρότες συνέρρεαν στη Βασιλεύουσα, τραγουδώντας σε κάθε συνοικία ύμνους, εκ των οποίων έλκουν τη καταγωγή τους και τα κάλαντα που τραγουδούν τα παιδιά. Πλην των εκκλησιαστικών ακολουθιών, λάμβαναν χώρα Ιπποδρομίες (και άλλα αθλήματα)  στο μεγάλο Ιππόδρομο της Βασιλεύουσας. Η Πόλη τη χαρμόσυνη ημέρα των Χριστουγέννων «φορούσε» τη γιορτινή της στολή. Τα παράθυρα και οι πόρτες στολίζονταν με κλαδιά δάφνης και στεφάνια. Οι ιπποκόμοι ντυμένοι με πορφυρά ενδύματα, πήγαιναν με λαμπάδες και τις επευφημίες του κόσμου στους ναούς, για να ευχηθούν υπέρ της επιτυχίας των αγώνων. Κατά την επιστροφή, κατευθύνονταν στα μέγαρα των αρχόντων της πόλης, διένειμαν καθ΄ οδόν χρυσά νομίσματα στο κόσμο. Ακόμη, οι ανδριάντες των Αυτοκρατόρων εκτίθονταν δαφνοστόλιστοι. Ο Αυτοκράτωρ, μετά τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία στον ναό της Αγίας Σοφίας, διένειμε δώρα (χρυσά νομίσματα) στους αυλικούς, τους πατρικίους, τους μάγιστρους και γενικά σε όλους τους άρχοντες. Η τελετή αυτή ονομάζονταν Ρόγα (διανομή χρυσών νομισμάτων) και γίνονταν ως εξής : Μπροστά από μια τράπεζα μήκους δέκα πήχεων και πλάτους τεσσάρων, γεμάτη από χρυσά νομίσματα, τοποθετημένα και ταξινομημένα σε θήκες ανάλογα με τα ποσά που θα λάβει ο κάθε δικαιούχος, παρέλαυναν μπροστά από τον - Αυτοκράτορα - με τάξη και επισημότητα, και σύμφωνα με τη προσφώνηση του κήρυκα, ο οποίος ανακοίνωνε τα ονόματα των αξιωματούχων σύμφωνα με τη τάξη του οφφικίου τους. Πρώτος καλούνταν ο Κουροπαλάτης (Αυλάρχης), ο οποίος λάμβανε (φόρτωνε) τα χρυσά νομίσματα στον ώμο του μαζί με τέσσερις πορφυρές στρατιωτικές χλαίνες. Ακολουθούσαν ο Μέγας Δομέστικος των σχολών (Γενικός Διοικητής του στρατού), ο Δρουγγάριος των Πλωίμων (Αρχιναύαρχος), οι οποίοι έπαιρναν ίδιο αριθμό νομισμάτων και πορφυρών στρατιωτικών χλαινών μιας και είχαν ισότιμα αξιώματα και καθότι ήταν πολλά τα νομίσματα, με τη βοήθεια άλλων – με κόπο - τα έσυραν από πίσω τους. Στη συνέχεια περνούσαν οι 24 Μάγιστροι, στον καθένα εκ των οποίων δίδονταν 24 λίτρα χρυσών νομισμάτων με δύο πορφυρές στρατιωτικές χλαίνες. Η τάξη των Πατρικίων που ακολουθούσε – μεγάλη στον αριθμό - έπαιρνε 12 λίτρα χρυσών νομισμάτων και μια πορφυρά στρατιωτική χλαίνη. Ενώ τη σκυτάλη έπαιρνε άπειρο πλήθος πρωτοσπαθάριων, σπαθάριων, σπαθαροκανδιδάτων, κοιτωνιτών, μαγγλαβιτών, πρωτοκαράβων, εκ των οποίων άλλος έπαιρνε 7 λίτρα χρυσών νομισμάτων, άλλος έξι, άλλος πέντε, άλλος τέσσερα, άλλος τρία, άλλος δύο και άλλος ένα, ανάλογα με το αξίωμά τους. Η τελετή ξεκινούσε τη πέμπτη ημέρα των Χριστουγέννων (από τη πρώτη έως τη τέταρτη ώρα) και τελείωνε την έβδομη ημέρα. Εκείνοι που λάμβαναν λιγότερο από ένα λίτρο χρυσών νομισμάτων, τα παραλάμβαναν όχι από τον Αυτοκράτορα, αλλά από τον Παρακοιμώμενο (Φύλακας της βασιλικής κλίνης και αρχηγός των κοιτωνάριων), ο οποίος βάδιζε πίσω από τον Αυτοκράτορα. Τέτοιες διανομές δώρων γίνονταν εκτός από τα Χριστούγεννα τη Κυριακή των Βαίων και κατά τις δεξιώσεις ξένων ηγεμόνων και πρέσβεων. Κατά την ημέρα των Χριστουγέννων παραθέτονταν 19 τράπεζες στο «εξάερο», το οποίο βρίσκονταν δίπλα στον Ιππόδρομο. Εκεί, ο Αυτοκράτωρ και οι συνδαιτυμόνες, μετείχαν του συμποσίου όχι καθήμενοι αλλά σχεδόν ξαπλωμένοι. Κατά τη διάρκεια των ημερών αυτών δεν χρησιμοποιούνταν αργυρά σκεύη, αλλά  μόνον χρυσά. Μετά το δείπνο προσφέρονταν φρούτα εντός τριών χρυσών αγγείων, τα οποία συνεπεία του βάρους τους μεταφέρονταν όχι από ανθρώπους αλλά από οχήματα καλυμμένα με πορφυρά. Τα αγγεία μεταφέρονταν στη τράπεζα με τον εξής τρόπο : μέσα από τρύπες του φατνώματος (ξύλινο πλαίσιο) κατέβαιναν τρία σχοινιά καλυμμένα από δέρματα χρυσωμένα και κρίκους χρυσούς, οι οποίοι τοποθετούνταν στις λαβές των αγγείων που προεξείχαν (με τη βοήθεια τεσσάρων ή περισσοτέρων ανδρών), με στρόφιγγα η οποία υπάρχει πάνω από το ξύλινο πλαίσιο (φάτνωμα), ανασύρονται από τη τράπεζα και έτσι τοποθετούνται πάνω της. Ακολουθούσε ψυχαγωγία με διάφορα αθλήματα και ακροβατικά νούμερα. Για παράδειγμα, εμφανίζονταν ένας νέος ο οποίος έφερε στο μέτωπό του ένα ξύλο μήκους μεγαλύτερου των 24 ποδών (πλάτους δύο πήχεων – ύψος μισού) και χωρίς λαβές, ενώ δύο ημίγυμνοι παίδες, ανέβαιναν στο ξύλο και αθλούνταν με ποικίλες ασκήσεις διατηρώντας θαυμαστή ισορροπία (έκαμαν ακροβατικά νούμερα). Η ημέρα των Θεοφανείων σφράγιζε το κύκλο του εορτασμού των Χριστουγέννων με μέγα δείπνο το οποίο παρέθετε ο Αυτοκράτορας, ενώ ακολουθούσε συμβολική θεατρική παράσταση, της οποίας τέσσερις ηθοποιοί που εκλέγονταν από τις δύο φατρίες του Ιππόδρομου, κρατώντας στο ένα χέρι ασπίδα και στο άλλο ραβδί, ορμούσαν στην αίθουσα του βασιλικού συμποσίου και χτυπώντας με τις ράβδους τις ασπίδες, χόρευαν και τραγουδούσαν βαρβαρικά άσματα, με τα οποία διακωμωδούνταν οι Γότθοι και άλλοι βαρβαρικοί λαοί.

Σημείωση : η περιγραφή στο μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται στους χρόνους του Κωνσταντίνου του Προφυρογέννητου (10ος αιών), και προέρχεται από το Λουϊτπράνδο, πρέσβη του ιταλού ηγεμόνα Βεγγάριου Β΄ (ο οποίος διεκδικούσε το Λογγοβαρδικό θρόνο), μετέπειτα επίσκοπο Κρεμόνας.

ΠΗΓΗ : ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Θ. Α., ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝ ΤΩ ΒΥΖΑΝΤΙΩ, ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΛΗ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1908.