Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΑΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ - ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Τοιχογραφία, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου.
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ἀγάπησε πραγματικὰ τὸν Κύριον καὶ ἐπεζήτησε ἀληθινὰ νὰ κερδήση τὴν μέλλουσα βασιλεία, ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε πραγματικὸ πόνο γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του καὶ ζωντανὴ ἐνθύμησι τῆς κολάσεως καὶ τῆς αἰωνίου κρίσεως, ἐκεῖνος ποὺ ξύπνησε ἀληθινὰ μέσα του τὸν φόβο τοῦ θανάτου του, δὲν θὰ ἀγαπήση πλέον οὔτε θὰ ἐνδιαφερθῆ οὔτε θὰ μεριμνήση καθόλου γιὰ χρήματα ἢ γιὰ κτήματα ἢ γιὰ τοὺς γονεῖς του ἢ γιὰ ἐπίγειο δόξα ἢ γιὰ φίλους ἢ γιὰ ἀδελφοὺς ἢ γιὰ τίποτε τὸ γήϊνο. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀποτινάξη ἀπὸ ἐπάνω του καὶ μισήση κάθε ἐπαφὴ καὶ κάθε φροντίδα γιὰ ὅλα αὐτά, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ πρὶν ἀπ᾿ ὅλα ἀφοῦ μισήση καὶ τὴν ἴδια τὴν σάρκα του, ἀκολουθεῖ τὸν Χριστὸν γυμνὸς καὶ ἀμέριμνος καὶ ἀκούραστος, ἀτενίζοντας πάντοτε στὸν οὐρανὸ καὶ ἀναμένοντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια, καθὼς τὸ εἶπε ἕνας Ἅγιος: «Ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου» (Ψαλμ. ξβ´ 9). Καὶ καθὼς τὸ εἶπε πάλι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Προφήτης: «Ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν σοι καὶ ἡμέραν ἢ ἀνάπαυσιν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, Κύριε» (Ἱερεμ. ιζ´ 16).

2. Εἶναι μεγάλη ἐντροπή, ἀφοῦ ἐγκαταλείψαμε ὅλα τὰ προηγούμενα, μετὰ τὴν κλῆσι ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Κύριος καὶ ὄχι κανεὶς ἄνθρωπος, νὰ φροντίζωμε γιὰ κάτι ἄλλο, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς φανῆ χρήσιμο τὴν ὥρα τῆς μεγάλης μας ἀνάγκης, δηλαδὴ τοῦ θανάτου μας. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Κύριος, ὅταν ὡμίλησε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ «ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ δὲν εἶναι εὔθετος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Λουκ. θ´ 62).

3. Ὁ Κύριος, ἐπειδὴ γνωρίζει πόσο εὔκολα γλυστροῦμε ἐμεῖς οἱ ἀρχάριοι καὶ ἐπιστρέφομε στὸν κόσμο, ἐὰν συναναστρεφώμεθα ἢ ἔστω συναντώμεθα μὲ κοσμικούς, ἀπήντησε σ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ εἶπε, «ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου»: «Ἅφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. η´ 22).

4. Μετὰ τὴν ἀποταγή μας οἱ δαίμονες μᾶς παρακινοῦν νὰ μακαρίζωμε τοὺς κοσμικοὺς ποὺ τυχὸν εἶναι ἐλεήμονες καὶ εὔσπλαγχνοι, καὶ νὰ ἐλεεινολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας, διότι δῆθεν τὸν ἐστερήσαμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρετή. Ὁ δὲ σκοπὸς τῶν ἐχθρῶν μας εἶναι, μὲ αὐτὴν τὴν νόθο ταπείνωσι νὰ μᾶς ξαναφέρουν στὸν κόσμο ἤ, ἂν παραμείνωμε μοναχοί, νὰ μᾶς κατακρημνίσουν στὴν ἀπόγνωσι.

5. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευτελίζωμε τοὺς κοσμικοὺς ἀπὸ οἴηση, ὅπως ἐπίσης νὰ τοὺς ἐξουθενώνωμε ἀπόντας, γιὰ νὰ πολεμοῦμε τὴν ἀπόγνωσι καὶ νὰ ἀποκτοῦμε περισσότερο θάρρος καὶ ἐλπίδα.

6. Ἂς ἀκούσωμε τί εἶπε ὁ Κύριος στὸν νέον ἐκεῖνο ποὺ εἶχε τηρήσει ὅλες σχεδὸν τὶς ἐντολές: «Ἕνα σοῦ λείπει, νὰ πωλήσης τὰ ὑπάρχοντά σου, νὰ τὰ δώσης στοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ γίνης ἐσὺ πτωχὸς ποὺ θὰ δέχεται ἐλεημοσύνες» (πρβλ. Ματθ. ιθ´ 21).

7. Ὅσοι ἐπιθυμοῦμε νὰ τρέχωμε μὲ ταχύτητα (στὸν δρόμο τῆς ἀσκήσεως), ἂς στοχασθοῦμε καλά, ὅτι ὁ Κύριος ὅσους ζοῦν στὸν κόσμο τοὺς ἔκρινε καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισε σὰν ζωντανοὺς νεκρούς, λέγοντας σὲ κάποιον: «Ἄφησε τοὺς νεκρούς του κόσμου νὰ θάψουν τοὺς νεκροὺς κατὰ τὸ σῶμα» (πρβλ. Ματθ. η´ 22).

8. Σὲ τίποτε δὲν ἐμπόδισε ὁ πλοῦτος ἐκεῖνον «τὸν πλούσιον νεανίσκον» νὰ προσέλθη στὸ βάπτισμα. Πλανῶνται λοιπὸν μερικοὶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι χάριν τοῦ βαπτίσματος ὁ Κύριος τὸν διέταξε νὰ πωλήση τὸν πλοῦτο του. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἂς εἶναι ἀρκετὴ γιὰ μᾶς, σὰν μεγίστη ἀπόδειξις τῆς δόξης τῆς μοναχικῆς μας πολιτείας.

9. Ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο καὶ λυώνουν στὶς ἀγρυπνίες, τὶς νηστεῖες, τοὺς κόπους καὶ τὶς κακουχίες, ὅταν ἀναχωρήσουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πρὸς τὴν μοναχικὴ ζωή, σὰν σὲ κάποιο δοκιμαστήριο ἢ στάδιο, ὅλη αὐτὴ τὴν προηγούμενη ἄσκησί τους, τὴν νοθευμένη καὶ ἐπιφανειακή, δὲν τὴν συνεχίζουν πλέον.

10. Ἔχω ἰδεῖ πολλὰ καὶ διάφορα φυτὰ ἀρετῶν, φυτευμένα μέσα στὸν κόσμο, οὗ ἐποτίζονταν ἀπὸ τὸν βόρβορο τοῦ ὑπονόμου της κενοδοξίας καὶ ἐσκαλίζονταν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιδείξεως καὶ ἐλιπαίνονταν μὲ τὸ λίπασμα τῶν ἐπαίνων. Τὰ ἴδια ὅμως αὐτὰ φυτά, ὅταν μεταφυτεύθηκαν σὲ γῆ ἔρημο καὶ ἄβατο ἀπὸ κοσμικούς, καὶ ἄνυδρο, χωρὶς τὸ βρωμερὸ νερὸ τῆς κενοδοξίας, ἀμέσως ἐξεράθηκαν. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν αὐτὰ τὰ ὑδροχαρῆ φυτὰ νὰ καρποφορήσουν σὲ σκληρὰ καὶ ἄνυδρα γυμναστήρια.

11. Ὅποιος ἐμίσησε τὸν κόσμο, αὐτὸς ἐγλύτωσε ἀπὸ τὴν λύπη. Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει «προσπάθεια» (= ἡ μετὰ πάθους προσκόλλησις, ἡ δέσμευσις τοῦ συναισθήματος σὲ κάτι) σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ ὁρατά, δὲν ἔχει λυτρωθῆ ἀκόμη ἀπὸ τὴν λύπη. Διότι πῶς ἂν μὴ λυπηθῆ, ὅταν στερηθῆ ἐκεῖνο ποῦ ἀγαπᾶ;

12. Σὲ ὅλα μᾶς χρειάζεται πολλὴ νήψις. Ἰδιαίτερα δὲ ἂς δοθῆ μεγάλη προσοχὴ στὴν ἑπομένη περίπτωση: Εἶδα πολλοὺς μέσα στὸν κόσμο, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, φροντίδες, συζητήσεις, ἔρευνες καὶ ἀγρυπνίες ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὴν μανία τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅταν ὅμως, ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ κάθε μέριμνα, ἔγιναν μοναχοί, ἐμολύνθηκαν ἐλεεινὰ ἀπὸ τὶς ὁρμὲς καὶ τὰ κινήματα τῆς σαρκός.

13. Ἂς προσέχωμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας, μήπως πλανηθοῦμε καὶ ἐνῷ πιστεύομε ὅτι βαδίζομε τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδό, ἐν τούτοις εὑρισκόμεθα στὴν πλατεία καὶ εὐρύχωρο. Τὰ σημεῖα ποὺ θὰ σοῦ δείχνουν ὅτι βαδίζεις τὴν στενὴ ὁδὸ εἶναι: Ἡ θλίψις τῆς κοιλίας, ἡ ὁλονύκτιος στάσις στὴν προσευχή, τὸ μετρημένο νερό, τὸ λιγοστὸ ψωμί, τὸ καθαρτικὸ ποτὸ τῆς ἀτιμίας, οἱ χλευασμοί, οἱ περιγέλωτες, οἱ ἐμπαιγμοί, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ἡ ὑπομονὴ στὶς συγκρούσεις μὲ τοὺς ἄλλους, τὸ νὰ μὴ γογγύζεις ὅταν σὲ περιφρονοῦν, νὰ βιάζης τὸν ἑαυτό σου νὰ ὑπομένη τὶς ὕβρεις, νὰ ὑπομένης γενναῖα ὅταν οἱ ἄλλοι σὲ ἀδικοῦν, νὰ μὴν ἀγανακτῆς ὅταν καταλαλοῦν εἰς βάρος σου, νὰ μὴν ὀργίζεσαι ὅταν σὲ ἐξευτελίσουν, νὰ ταπεινώνεσαι ὅταν σὲ κατακρίνουν. Μακάριοι ὅσοι βαδίζουν τὴν προηγούμενη ὁδό, «ὅτι αὐτῶν ἔστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´ 3).

14. Κανεὶς δὲν θὰ εἰσέλθη στεφανωμένος στὸν οὐράνιο νυμφώνα, ἐὰν δὲν ἔχη κάνει τὴν πρώτη, τὴν Δευτέρα καὶ τὴν τρίτη ἀποταγή. Τὴν ἀποταγὴ δηλαδὴ πρῶτον ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ αὐτῶν τῶν γονέων του, δεύτερον τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τρίτον τὴν ἀποταγὴ τῆς κενοδοξίας ποὺ ἐπακολουθεῖ τὴν ὑπακοή.

15. «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν, καὶ ἀφορίσθητε, καὶ ἀκαθαρσίας κόσμου μὴ ἄπτεσθε, λέγει Κύριος» (πρβλ. Ἡσ. νβ´ 11). Διότι ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς ἔκανε ποτὲ θαύματα; ποιὸς ἀνέστησε νεκρούς; ποιὸς ἐξεδίωξε δαίμονες; Κανείς! Ὅλα αὐτὰ εἶναι τῶν μοναχῶν βραβεῖα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιτύχη ὁ κόσμος. Διότι ἂν μποροῦσε, τότε θὰ ἦταν περιττὴ ἡ ἄσκησις, δηλαδὴ ἡ ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμο.

16. Ὅταν μετὰ τὴν ἀποταγή μας οἱ δαίμονες μᾶς φλογίζουν τὴν καρδιὰ μὲ τὴν ἐνθύμησι τῶν γονέων καὶ τῶν ἀδελφῶν μας, τότε ἐμεῖς ἂς ὁπλισθοῦμε ἐναντίον τους μὲ τὴν προσευχή, καὶ ἂς πυρώσωμε τὸν ἑαυτό μας, μὲ τὴ σκέψι τοῦ αἰωνίου πυρός, ὥστε μὲ τὴν ἐνθύμησι αὐτοῦ νὰ κατασβέσωμε τὴν παράκαιρη φλόγα τῆς καρδιᾶς μας. Ἐκεῖνος ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει «ἀπροσπάθεια» (= ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν «προσπάθεια») γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε πράγμα, αἰσθάνεται ὅμως λύπη στὴν καρδιά του ὅταν τὸ στερηθῆ, αὐτὸς ἀπατᾶται τελείως.

17. Ὅσοι νέοι ἔχουν μανιώδη ροπὴ στοὺς σαρκικοὺς ἔρωτες καὶ τὴν τρυφή, καὶ ἐπιθυμοῦν ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἂς φροντίσουν νὰ γυμνασθοῦν μὲ πολλὴ νῆψι καὶ προσοχή, καὶ νὰ μάθουν νὰ ἀπέχουν ἀπὸ κάθε τρυφὴ καὶ κακία, μήπως γίνουν σ᾿ αὐτοὺς «τὰ ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων» (Ματθ. ιβ´ 45).

18. Τὸ λιμάνι μπορεῖ νὰ γίνη ἐξ ἴσου αἰτία καὶ σωτηρίας καὶ κινδύνων. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουν ὅσοι διαπλέουν τὴν νοητὴ θάλασσα τοῦ μοναχικοῦ βίου. Θὰ εἶναι δὲ ἐλεεινὸ τὸ θέαμα νὰ ἰδῆ κανεὶς αὐτοὺς ποὺ ἐσώθηκαν ἀπὸ τὸ πέλαγος, νὰ ναυαγήσουν μέσα στὸ λιμάνι! Βαθμὶς δευτέρα! Σὺ ποὺ τρέχεις νὰ σωθῆς, μιμήσου τὸν Λὼτ καὶ ὄχι τὴν γυναίκα του, καὶ φεῦγε!

ΠΗΓΗ : ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, ΚΛΙΜΑΞ, Νεοελληνική απόδοση Ιερά Μονή Παρακλήτου. 


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΘΥΜΙΑΜΑ


Η χρήση του θυμιάματος απαντάται κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας, αφού γνωρίζουμε ότι  χρησιμοποιούνταν από τους Φοίνικες, τους Βαβυλώνιους, τους Αιγυπτίους και άλλους λαούς. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος διήρχετο θριαμβευτής από την Βαβυλώνα, θυσιαστήρια προς τιμήν του έκαιαν θυμίαμα. Και οι Ισραηλίτες χρησιμοποιούσαν το θυμίαμα στις θρησκευτικές τους τελετές. Στην Παλαιά Διαθήκη περιγράφεται η κατασκευή του θυμιάματος – αυστηρώς για τον ναό του Θεού - από τέσσερα ισόποσα συστατικά : στακτή, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο, απαγορεύονταν δε επί ποινή θανάτου η κατασκευή και χρήση του γι αλλότριους (βέβηλους) σκοπούς (Έξοδος 30, 34-38). Με το πέρασμα του χρόνου προστέθηκαν κι άλλα συστατικά και έτσι στην εποχή του Ιώσηπου το θυμίαμα περιείχε δεκατρείς ευώδεις ουσίες. Ένα δε από τα τρία δώρα που προσέφεραν οι Μάγοι στον αρτιγέννητο Χριστό ήταν ο λίβανος. Από την Ιουδαϊκή λατρεία παρέλαβε η Εκκλησία την χρήση του θυμιάματος. Κατά πρώτον λόγοι υγιεινής επέβαλαν τη χρήση του, αφού στις Κατακόμβες τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, είχαν αναθυμιάσεις από τους τάφους, ενώ οι τοίχοι των υπογείων κρυπτών, έβγαζαν υγρασία. Κατά συνέπεια έπρεπε να μετριάζεται ο μολυσμένος αέρας με τις αντισηπτικές ιδιότητες του θυμιάματος. Οι Ισραηλίτες το χρησιμοποιούσαν – κατά τον Ραβίνο Μαϊμωνίδη (12ος αιών) – και ως αντισηπτικό των αιμάτων και των λοιπών εκροών των σφαγίων που προσέφεραν θυσία. Ο τρίτος Αποστολικός κανόνας διακελεύει ότι το θυμίαμα και το λάδι, είναι τα μόνα που επιτρέπεται να ευρίσκονται στους ναούς. Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος στη διαθήκη του παρακαλεί να τον ενταφιάσουν θυμιάζοντας στην Εκκλησία. Ανώνυμος ιστορικός μας κληροδοτεί ότι ο Ιουστινιανός, κατασκεύασε και αφιέρωσε 36 ολόχρυσα θυμιατήρια στολισμένα με πολύτιμους λίθους, ενώ ο Πορφυρογέννητος μας πληροφορεί ότι οι Αυτοκράτορες εισερχόμενοι στον ναό των Βλαχερνών, έθεταν οι ίδιοι θυμίαμα στα θυμιατήρια ή καπνιστήρια όπως αποκαλούνταν τότε. Ο δε Ψευδοκωδινός γράφει ότι οι ίδιοι οι Αυτοκράτορες θυμίαζαν την Αγία Τράπεζα σταυροειδώς και τον Πατριάρχη. Η πνευματική σημασία του θυμιάματος είναι η ανάταση του νου προς τον ουρανό, «άνω σχώμεν τας καρδίας». Όπως το λιβάνι όταν τοποθετείται στο θυμιατό ανέρχεται προς τα πάνω και ευωδιάζει, έτσι και οι ψυχές – όταν λατρεύουν τον Θεό, με ζέση και θερμή πίστη, πρέπει να φτερουγίζουν προς τα ουράνια. Ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων, βλέπει στην χρήση του θυμιάματος, την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο Γερμανός, που άκμασε προ του Θεόδωρου Ανδίδων, μας λέγει ότι θυμίζει τον αρωματισμό του σώματος του Χριστού, το λιβάνι των Μάγων και τους λόγους του Απ. Παύλου περί του Χριστού στους πιστούς ως ευωδία. Κατ΄ άλλους συμβολίζει : το πυρ της Θεότητας και την ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Νεώτερες ερμηνείες λέγουν ότι το θυμιατό συμβολίζει τη γαστέρα της Θεοτόκου, η οποία φέρει τον Θείο άνθρακα Χριστό και τη κολυμβήθρα του Αγίου Βαπτίσματος,

ΠΗΓΗ : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡ., Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΑ ΕΝ ΑΥΤΩ, ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 1921, σσ. 173 – 180.


Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Απάντηση σε ανιστόρητες απόψεις για την Εκκλησία και το 1821


27.3.2014

Εκ της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος

Χωρίς τον ορθόδοξο κλήρο δεν θα πετύχαινε η μεγάλη εθνική εξόρμηση του 1821. Ορισμένοι προπαγανδιστές ξεπερασμένων ιδεολογιών αρνούνται τον ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως φάνηκε και από δημοσιεύματα και τηλεοπτικές εκπομπές των τελευταίων ημερών. Αποδεικνύονται ανιστόρητοι και εμπαθείς.

Ο Γάλλος Πρόξενος Πουκεβίλ, ο οποίος έζησε τα γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως, γράφει ότι 100 Πατριάρχες και Επίσκοποι θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνος. 80 κινήματα έκαναν οι Έλληνες πριν από το 1821 και στα περισσότερα πρωτοστατούσαν Επίσκοποι. Θυμίζω ότι από το 1680 έως το 1700 η Ανατολική Στερεά ήταν ελεύθερη μετά από την εξέγερση δύο Επισκόπων, του Θηβών Ιεροθέου και του Σαλώνων Φιλοθέου.

Το 1821 βάφεται με το αίμα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και του Πατριάρχη Κυρίλλου Στ΄, του από Ανδριανουπόλεως. Εκτός από τον Επίσκοπο της Πάτρας Γερμανό που ευλόγησε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα (17 Μαρτίου 1821) και στην Πάτρα (25 Μαρτίου 1821), ο Σαλώνων Ησαΐας κηρύσσει την Επανάσταση στη Φωκίδα και θυσιάζεται στην Αλαμάνα. Στην Πάτμο έρχεται γι’ αυτόν τον σκοπό ο Πάτμιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και υψώνει και αυτός λάβαρο επαναστατικό. Από τότε δεν ξαναγύρισε στον θρόνο του.

Οι περισσότεροι Επίσκοποι της Πελοποννήσου κλείσθηκαν στη φυλακή του πασά της Τριπολιτσάς από τις αρχές Μαρτίου 1821 και μόνον τρεις βρέθηκαν ζωντανοί όταν μπήκαν οι Έλληνες μετά από 6,5 μήνες. Αυτή τη θυσία των κληρικών ας μην την λησμονούμε.

Στην Κύπρο ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Οι Τούρκοι το πληροφορήθηκαν και στις 9 Ιουλίου 1821 έγινε η μεγάλη σφαγή στη Λευκωσία. Θανατώθηκε ο Κυπριανός και όλοι οι Επίσκοποι και οι Αρχιμανδρίτες του νησιού μαζί με τους προκρίτους.

Πολλοί άλλοι Επίσκοποι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα όπως ο Έλους Άνθιμος, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ταλαντίου Νεόφυτος. Και στη μεγαλειώδη Έξοδο του Μεσολογγίου ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, βοηθός του Μητροπολίτη Άρτης Πορφυρίου, θυσιάζεται ανατινάζοντας τον Ανεμόμυλο.

Αλλά και στην ηθική και πνευματική προετοιμασία του 1821 ο ρόλος της Εκκλησίας και του Ράσου είναι μαχητικός και πανθομολογούμενος. Το ελληνορθόδοξο φρόνημα και η εθνική ταυτότητα διαφυλάχθηκαν με τη βοήθεια της Παιδείας, η οποία ήταν κατ’ εξοχήν έργο του ορθοδόξου κλήρου. Σε κρυφά και φανερά σχολεία, αναλόγως των συνθηκών που επικρατούσαν, τα ελληνόπουλα μάθαιναν από τους ιερείς την Πίστη τους, την γλώσσα τους και εγαλουχούντο με τον πόθο για Ελευθερία. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται τριακόσια χρόνια, ήταν ιερομόναχος, ίδρυσε διακόσια σχολεία και κήρυξε σε εκατοντάδες πόλεις και χωριά την ελπίδα για το «ποθούμενον», την απελευθέρωση. Οι Νεομάρτυρες, οι πρώτοι αντιστασιακοί της δουλείας, αρνήθηκαν να τουρκέψουν και δεν φοβήθηκαν τον δήμιο. Την πνευματική τους υποστήριξη και ενθάρρυνση είχαν αναλάβει οι κληρικοί που τους εξομολογούσαν, οι λεγόμενοι «αλείπται».

Ορισμένοι διαδίδουν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο «αφόρισε τον Ρήγα Φεραίο». Τούτο είναι ανακριβές. Η αλήθεια είναι ότι μετά από τις απειλές και τις φορτικές πιέσεις του Σουλτάνου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απέστειλε επιστολή στον Μητροπολίτη Σμύρνης Άνθιμο, με την οποία εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για το κείμενο του Ρήγα που είχε τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις», χωρίς να απαξιώνεται η προσωπικότητα του Εθνομάρτυρος.

Είναι εύκολο να ξαναγράφει κάποιος την Ιστορία κατά το δοκούν. Όμως Ιστορία είναι η μελέτη των πηγών. Οι προσωπικές ερμηνείες και παρερμηνείες καταδεικνύουν φανατισμό, εθελοτυφλία και άγνοια των πηγών. Όσοι έζησαν τα γεγονότα, Έλληνες και ξένοι, αγωνιστές και λόγιοι, παραδέχονται ότι χωρίς τον ορθόδοξο κλήρο οι Έλληνες δεν θα είχαν ελευθερωθεί. Διαβάστε τον Νικόλαο Κασομούλη, τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο, τον Ιωάννη Μακρυγιάννη και τόσους άλλους αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Ακούστε τι λέει ο λαός μας μέσω του δημοτικού τραγουδιού. Επισκεφθείτε τα αμέτρητα πεδία των μαχών και τους τόπους του μαρτυρίου των ορθοδόξων κληρικών, Πατριαρχών, Επισκόπων, ιερέων, ιερομονάχων, διακόνων και απλών μοναχών.

Η Εκκλησία της Ελλάδος επιχειρεί μία ψύχραιμη και τεκμηριωμένη προσέγγιση της Τουρκοκρατίας και του 1821 μέσω μιας σειράς δέκα επιστημονικών συνεδρίων, τα οποία διοργανώνει η Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος. Τα δύο πρώτα συνέδρια έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και κυκλοφορείται ο Τόμος με τα Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου, του 2012. Το δέκατο και τελευταίο Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί συν Θεώ το 2021, όταν θα συμπληρώνονται ακριβώς διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως.



Συλλογή ὑπογραφῶν ἐνάντια στήν ἵδρυση Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν στό ΑΠΘ



Λέμε ΟΧΙ στην ίδρυση Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών στο ΑΠΘ το οποίο απευθύνεται προς: Υπουργείο Παιδείας, Ιερά Σύνοδος, Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Θεολογικές σχολές

Εσύ θα πάρεις θέση; Κάνε κλικ εδώ για να μάθεις περισσότερα και να υπογράψεις: 
https://secure.avaaz.org/el/petition/Ypoyrgeio_Paideias_Iera_Synodos_Dimarhos_Thessalonikis_Theologikes_sholes_Leme_OHI_sti_idrysi_Tmimato_Islamikon_Spoydon_/?pv=4

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ


Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου να φθάσει στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας του μαθητές του την δύναμη της μετάνοιας.
Ένας νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθεί στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησή του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετάνοια του ανθρώπου.
-Αν κατά τύχη σκιστεί κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;
-Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωση.
-Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθεί ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώσει; Είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.

Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
-Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
-Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
-Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
-Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μη επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.

Άλλος Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
-Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρεί, τέκνο μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επ' άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.

Κάποιος άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι μετάνοια.
-Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.

Ένας Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
-Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
-Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
-Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
-Και τι σ' εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
-Ως πότε; Ρώτησε ο Αδελφός.
-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρίνω σε»; Εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.

«Αμαρτία προς θάνατον», γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία. Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία δια τας αμαρτίας των, δέχονται όμως με ευχαρίστηση τας αφορμάς των.

Αυτή η φωνή ακούγεται να λέγει επιτακτικά στον επιλήσμονα άνθρωπο, έλεγε κάποιος Πατήρ: «Σήμερον επίστρεψον».

Οι τωρινοί άνθρωποι δε ζητούν το σήμερον, αλλά το αύριον για να μετανοήσουν, έλεγε άλλος Γέρων.

Λένε πως ένας Αδελφός, κάθε φορά που οι λογισμοί του τον ξεγελούσαν και του έλεγαν, άφησε σήμερα και αύριο μετανοείς, εκείνος ο σοφός αποκρινόταν «Σήμερα θα δείξω με έργα τη μετάνοιά μου, όσο για αύριο, ας γίνει του Θεού το θέλημα».

Να τι διαβάζουμε στ' «Ασκητικά» του μεγάλου διδασκάλου του ασκητισμού Ισαάκ του Σύρου: «Με τα ίδια μέσα που έχασες το αγαθό, προσπάθησε πάλι να το αποκτήσεις. Χρυσάφι χρωστάς στον Θεό; Δε θέλει από σένα μαργαριτάρια. Τη σωφροσύνη σου έχασες; Δε σου γυρεύει ελεημοσύνη, αλλά τον αγιασμό του σώματός απαιτεί. Περιφρονείς την εντολή της αγάπης, νικημένος από το πάθος του φθόνου; Για ποιο λόγο πολεμάς τον ύπνο με αμέτρες αγρυπνίες ή αφανίζεις το σώμα σου με υπερβολική νηστεία; Αυτά δεν σου προσφέρουν καμιά ωφέλεια, δε γιατρεύουν τον φθόνο. Κάθε αρρώστια της ψυχής, όπως και του σώματος, χρειάζεται ειδικά φάρμακα και θεραπεία ανάλογη».

ΠΗΓΗ : Μέγα Γεροντικόν.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ


«Εις έτους αψοζ΄ (1777) Αυγούστου 22 ημέρα γ΄, ήλθε ένας ασκητής καλούμενον Κοσμά ιερομονάχου και ημάς εδίδαξε ημέρας τρεις και έξω με σκαμνί έβαλε την διδαχήν και όλον τον κόσμον εδίδαξε και έκοψαν αι γυναίκες τα ασήμια και τα μεταξωτά φορέματα και μετά δεύτερον χρόνον ήλθε αύθις εδώ κάτως’ς την Μουζακιάν εις μίαν χώραν καλούμενην Κολικόνδασι και τον επίασαν  και τον έπνιγαν με σχοινί και το έρριξαν ΄ς το ποτάμι και τον έβγαλαν και τον ενταφίασαν εις άνωθεν χώραν. και γράφω την ημέραν όπου τον εσκότωσαν έτους αψοθ΄ (1779) αυγούστου κδ΄. Ημέρα ζ΄».

(Μηναίο του Αυγούστου (Βενετία 1772), που ανήκει στον Ι. Ναό του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου στο Κάστρο του Βερατίου).

«Εις τους χιλίους επτακοσίους εβδομήκοντα επτά εις τας είκοσι δύο του αυγούστου μηνός επέρασεν ένας ασκητής και αγιώτατος άνθρωπος εις όλα τα μέρη εις Γραικίαν και Αρβανιτίαν ήλθεν και εδώ εις τα Βελεγράδια και μας εδίδασκε άγια λόγια και εθαύμασαν οι χριστιανοί από τας διδαχάς αυτού και επήραν τόσον φόβον οι χριστιανοί και μάλιστα οι γυναίκες έκοψαν να μη φορούν ποκάμισα κόκκινα και άλλα κεντημένα με χρυσάφι και πολλά πράγματα έκαμεν οπού τις ημπορεί να τα γράψη. αλλά ταύτα τα έγραψα δια ενθύμησιν των μεταγενεστέρων εγώ ο ελάχιστος Νικόλαος υιός Κωνσταντίνου Νόκας και έξαρχος και όποιος να τον αναγνώση ας με συγχωρήση και ας είναι συγχωρημένος. αμήν. και τω θεώ δόξαν».

(στην αριστερή πλευρά του Μηναίου του Μαρτίου (Βενετία 1558), που ανήκει στον Ι. Ναό του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου στο Κάστρο του Βερατίου).

ΠΗΓΗ : Ι.Κ.Δ., «ΕΝΘΥΜΗΣΕΩΝ ΗΤΟΙ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΥΤΕΡΑ», «ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ», τομ. 16, 1922, σσ. 412 – 413.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΗΡΩΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΑΡΧΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠOΛΕΩΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄

O απαγχονισμός του Ιερομάρτυρα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριου Ε΄.
Ιδού πως εξ αξιοπίστου πηγής ιστορείται η απόπειρα αύτη διασώσεως του Πατριάρχου.

Κατά τον Απρίλιον του 1820 ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος επανερχόμενος εκ Πελοποννήσου εις Ρωσίαν δια Κωνσταντινουπόλεως εκόμισεν επιστολήν του Παλαιόν Πατρών Γερμανού προς τον αείμνηστον Γρηγόριον ζητούντος τας συμβουλάς αυτού επί του Εθνικού ζητήματος και επί των ενεργειών εν γένει των Φιλικών. Ο Παπαρρηγόπουλος συνοδευόμενος υπό του Π. Σέκερη επεσκέφθη τον Πατριάρχην και επέδωκεν εις αυτόν την επιστολήν την οποίαν αναγνώσας ο Γρηγόριος είπεν.

- Είναι περιττόν να μου ζητούν συμβουλάς δια πράγματα, τα οποία γνωρίζουν ως εγώ. Χρεωστούμεν να ποιμαίνωμεν καλώς τα ποίμνιά μας, και χρείας τυχούσης να κάμωμεν όπως έκαμεν ο Ιησούς δι΄ ημάς, δια να μας σώση (εννοών και την θυσίαν της ζωής των ακόμη). Αυτή είναι η απάντησις την οποίαν θέλω να σας δώσει όταν μέλετε να επιστρέψητε.

Ότε δε ο Παπαρρηγόπουλος, αναχωρών εις Ρωσίαν προς συνάντησιν των ανωτάτων αρχηγών της Εταιρίας, τον επεσκέφθην εκ νέου δια να τον αποχαιρετίση και λάβη τας ευχάς και τας διαταγάς του, ο Πατριάρχης του ενεπιστεύθη δύο επιστολάς, μιαν δια τον Αλέξανδρον Υψηλάντην και ετέραν δια τον εν Μόσχα Ιω. Ζωσιμάν. Η πρώτη αποτελουμένη από μιαν ολόκληρον σελίδα δεν περιείχεν ειμή την λέξιν «ΦΡΟΝΗΣΙΣ» πλειστάκις επαναλαμβανομένην. Η δευτέρα η προς τον Ζωσιμάν, περιείχε και αυτή μόνο την λέξιν «ΒΟΗΘΕΙΑ» εν ολοκλήρω σελίδι επανειλημμένως γεγραμμένην.

Αι επιστολαί αύται παρεδόθησαν ασφαλώς εις τον προς ον όρον υπό του Παπαρρηγόπουλου, όστις επανελθών την 30 Αυγούστου εις Κωνσταντινούπολιν εγένετο κομιστής απαντήσεων εις αυτάς προς τον Πατριάρχην.

Ο Υψηλάντης εις απάντησιν της Πατριαρχικής επιστολής έγραφε και παρήγγειλε συγχρόνως δια του Παπαρρηγοπούλου, ότι πλοίον καλώς εφοδιασμένον ήτο έτοιμον εις τας διαταγάς του Εθνάρχου δια να τον μεταφέρη εις Οδησσόν ή Πελοπόννησον προς αποφυγήν παντώς κινδύνου και δια να χρησιμεύση η παρουσία του εις ενίσχυσιν του προετοιμαζομένου αγώνος. Ο δε Ζωσιμάς δια της επιστολής του τον ειδοποιεί ότι επεφόρτισε τον εν Κωνσταντινουπόλει Κυριάκον Κουμπάρην να τω χορηγήση όσα έξοδα απητούντο δια την αναχώρησίν του, περιέκλειε δε συγχρόνως εν τη επιστολή του ετέραν επιστολήν του εκ Μόσχας Αντωνίου Κομηζοπούλου προς τον Κουμπάρην, δι΄ ης εξουσιοδοτείτο να μετρήση ούτος δια λογαριασμόν των εις τον Πατριάρχην 20.000 αργυρών ρουβλίων ή και πλείονα, εάν η ανάγκη το εκάλει.

Ο Παπαρρηγόπουλος μεταβάς εις τα Πατριαρχεία μετά του Κουμπάρη και του Σέκερη την 2αν Σεπτεμβρίου επέδωκε τα γράμματα, του Κουμπάρη βεβαιώσαντος ότι και το πλοίον και τα χρήματα ήσαν έτοιμα εις την διάθεσιν της Παναγιότητός του.

Ο Πατριάρχης ανέγνωσε τας επιστολάς και δάκρυ συγκινήσεως εφάνη εις αναθρώσκον εκ των οφθαλμών του.

Εμειδίασεν έπειτα και αποτεινόμενος προς τους συνομιλητάς του :
- Οι ευλογημένοι, είπε, κακώς ηννόησαν τα γράμματά μου. Ο μεν ενόμισεν ότι φοβούμενος δια τον εαυτόν μου του έγραψα την φρόνησιν, ο δε ότι έχω ανάγκην βοηθείας. Ούτε το εν, ούτε το άλλο είναι. Ούτε πλοίον μου χρειάζεται, ούτε χρηματικής βοηθείας έχω ανάγκην. Μ΄ όλον τούτο ας έχουν την ευχήν μου.

Οι τρεις συνομιληταί του μάτην επέμειναν να μεταπείσωσι τον Πατριάρχην. Υπήρξεν ανένδοτος ούτος.

-Ας χρησιμοποιήση προσέθηκεν, ο Υψηλάντης το χρήμα, το οποίον ήθελον να διαθέσωσι δι΄ εμέ δια τον ιερόν σκοπόν, τον οποίον ανέλαβε. Όσον αφορά το πλοίον ίσως χρησιμεύση τούτο προς μεταφοράν του νεκρού σώματος μου εις Ορθόδοξον ελεύθερον τόπον.

Απολύσας έπειτα τον Κουμπάρην και τον Σέκερην εκράτησεν εις δείπνον παρ΄ εαυτώ τον Παπαρρηγόπουλον, παρά του οποίου εζήτησε λεπτομερείας δια το ετοιμαζόμενον κίνημα, συμβουλεύσας φρόνησιν, επιμονήν, υπομονήν και εθελοθυσίαν δια να επιτύχη ο υπέρ Αναστάσεως του Γένους αγών, υποσχεθείς αμέριστον την συνδρομήν του εις αυτόν.

Αλλά και οι εν Κωνσταντινουπόλει φίλοι του Πατριάρχου, μεταξύ των οποίων πλείστοι των εν ταις Πρεσβείαις υπηρετούντων και αυτός ο Μέγας Διερμηνεύς Κωνσταντίνος Μουρούζης προέτειναν εις αυτόν να φύγη εκ Κωνσταντινουπόλεως, διότι ήτο πρόδηλος η τύχη, ήτις τον ανέμενεν.

- Γνωρίζω το τέλος μου, τω έλεγεν ο Μουρούζης όταν τον παρότρυνε να φύγη. Αλλ΄ αν φύγω εγώ σώζω μεν την ζωήν μου, θα την ίδω όμως εξαγοραζομένην δια του αίματος απείρων αθώων. Η φυγή μου θα ενισχύση τας περί ενοχής του Γένους υπονοίας του Σουλτάνου και γενική σφαγή θέλει παρακολουθήσει ταύτην. «Συμφέρει ένα απολέσθαι υπέρ του λαού». Ας θυσιασθώ εγώ, Δεσπότη μου, αλλ΄ ας σωθώσιν οι αθώοι, ας σωθή το Έθνος.

Και απήντα ο Γενάρχης :
-Σωθήτε σεις, διότι, έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν να υπηρετήσετε την πατρίδα. Μη προτρέπετε όμως εμέ εις φυγήν. Μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Μου ζητείτε, μεταμφιεζόμενος να καταφύγω εις πλοίον ή να σωθώ εν τω οίκω οιουδήποτε φίλου Πρέσβεως δια να ακούσω πως εις τας οδούς οι δήμιου κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν. Όχι. Είμαι Πατριάρχης δια να σώσω το Έθνος και όχι δια να ωθήσω αυτό εις αγρίαν καταστροφήν. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρη μεγαλειτέραν ωφέλειαν παρ΄ όσον η ζωή μου.

Οι ξένοι χριστιανοί ηγεμόνες δεν δύνανται παρά να εκπλαγώσιν επί τω αδίκω θανάτω μου και δεν θα παρέλθωσιν ίσως αδιάφοροι προ της ύβρεως, ην εν τω προσώπω μου θα υποστή η πίστις του Χριστού.

Και οι Έλληνες, οι άνδρες των όπλων, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. Ια εκδικήσωσι τον θάνατόν μου. Αναμένετε μεθ΄ υπομονής ότι και αν συμβή. Δεν θα θελήσω όμως ποτέ να γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θ΄ ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας ή της Αγκώνος διερχόμενον να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες : «Ιδού ο φονεύς Πατριάρχης». Αν δε το Έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, είμαι πεπεισμένος ότι θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμήν, διότι εξεπλήρωσα το καθήκον μου. Τετάρτην φορά δεν θα υπάγω πλέον εις τον Άθωνα. Δεν θέλω.

Εζήτησαν τότε να σώσωσι τον Πατριάρχην δι΄ άλλης προφάσεως. Ο Δέρκων Γρηγόριος θεωρών τον θάνατον του Αρχηγού της Εκκλησίας ως και εαυτού και των άλλων αρχιερέων ως άφευκτον, προέτεινε να φύγωσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως και μεταβαίνοντες εις Πελοπόννησον να τεθώσιν επικεφαλής της Επαναστάσεως με τον Σταυρόν ανά χείρας, συντελούντες ούτω εις την επιτυχίαν του σκοπού αυτής.

Εις πλήρες δε Συμβούλιον της Συνόδου, καθ΄ ο παρίστατο και ο Μέγας Διερμηνεύς, προέτεινεν ότι άλλο τι δεν ηδύνατο να καταστείλη την Επανάστασιν, ειμή η παρουσία του Πατριάρχου και εαυτού εις τα έτοιμα να στασιάσωσι μέρη. Ο Μέγας Διερμηνεύς ενέκρινε την γνώμην του και ανεδέχθη να την προβάλη εις το Διβάνι και την υποστηρίξη. Αλλ΄ ο Πατριάρχης δεν συγκατένευσε. Προς δε τον Δέρκων είπε κατ΄ ιδίαν :

- Και εγώ ως κεφαλή του Έθνους και υμείς ως Σύνοδος, οφείλομεν ν΄ αποθάνωμεν δια την κοινήν σωτηρίαν.

Ο θάνατος ημών να δώση το δικαίωμα εις την χριστιανοσύνην να υπερασπίση το Έθνος εναντίον του τυράννου. Αλλ΄ αν υπάγωμεν υμείς να ενθαρρύνωμεν την επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον σουλτάνον αποφασίσαντα να εξολοθρεύση το Έθνος………….. Και ο διωγμός ήρχισεν.

ΠΗΓΗ : ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, Η βιογραφία και το μαρτύριον του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε': Άγνωστοι λεπτομέρειαι προκαλούσαι ρίγη ιεράς συγκινήσεως και λατρείας προς το σεπτόν σκήνωμα και την μνήμην του αοιδίμου πατριάρχου,[χ.τ.] (Έκδοσις Μαργαρίτας Ραφτοπούλου Πρόσφυγος ) [χ.χ.], σσ 20 – 24. 


TO ΣΕΠΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε΄ ΣΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

Η εξόδιος ακολουθία στην Οδησσό του Ιερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄.
Την 11ην Μαίου τέλος του 1821, πλοίον μεσίστιον φέρον την Ιονικήν σημαίαν, εσημειώθη προ του λιμένος της Οδησσού, ήτο ο «Άγιος Νικόλαος»…………………………

Και λέμβος απεστάλη εκ του λιμένος όπως, πληροφορηθή τα διατρέχοντα και δώση τας απαιτουμένας οδηγίας. Δεν παρήλθεν όμως ώρα πολλή και ως αστραπή διεδόθη ανά την πόλιν η είδησις ότι το πενθοφόρον πλοίον εκόμιζε τον νεκρόν του Πατριάρχου, του οποίου είχε ήδη γνωσθή ο μαρτυρικός θάνατος. Ο αρχηγός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ήρχετο να ζητήση άσυλον προς ταφήν επί της ομοθρήσκου γης της Ρωσίας.

……… Κατά διαταγήν αυτού (Αντιστρατήγου Γενικού Διοικητή της Μεσημβρινής Ρωσίας Κόμη Λανζερών – Γαλλικής καταγωγής και ιδιαίτερου φίλου του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου) ελήφθησαν αμέσως υπό των αρχών, όλα τα κατάλληλα μέτρα δια τον νεκρόν του Πατριάρχου.

Ο γέρων Έλλην ιατρός Εμ. Περσιάνης επεφορτίσθη συγχρόνως όπως παραλαμβάνων έξ εκ των προσφύγων προυχόντων της Κωνσταντινουπόλεως, γνωριζόντων τον Πατριάρχην Γρηγόριον όπως και αυτός, ανέλθη επί του πλοίου και και πιστοποιήση την ταυτότητα του νεκρού. Και πράγματι μετέβη συνοδευόμενος υπό των Νικ. Σούτσου, Αλεξ. Χαντζερή, Γεωρ. Καρατζά, Ιωάννου Σχινά και δύο άλλων, οίτινες πάντες ανεγνώρισαν τον Πατριάρχην.

Το παρ΄ αυτών συνταχθέν και υπογραφέν πρωτόκολλον συναφθέν εις σχετικήν έκθεσιν, απεστάλη εις Πετρούπολιν υπό του Γενικού Διοικητού ζητούντος οδηγίες περί του πρακτέου.

Εν τω μεταξύ διετάχθη η αποβίβασις του πτώματος και η εναπόθεσις αυτού εν τω λοιμοκαθαρτηρίω, όπου ητοιμάσθη επίτηδες δωμάτιον, αποδοθεισών όλων των οφειλομένων εις τον επίσημον του νεκρού τιμών.

Κανονιοβολισμοί της προ του λιμένος ηγκυροβολημένης Αυτοκρατορικής Φρεγάτας ανήγγειλαν εις τα κατακλύζοντα τον λιμένα πλήθη την επί της λέμβου του Ιονικού πλοίου επιβίβασιν του νεκρού του Πατριάρχου, τον οποίον εκάλυπτον δύο σημαίαι, η Ρωσική και η Ιονική ! Ο νεκρός απεβιβάσθη επί της προκυμαίας υπό τας εκπυρσοκροτήσεις της Αυτοκρατορικής Φρεγάτας, κανονιοβολούσης ανά παν δευτερόλεπτον και μετεφέρθη εις το λοιμοκαθαρτήριον συνοδευόμενος από μακράν υπό των αρχών, του ανωτέρου Ρωσικού Κλήρου, και της επιτροπής, ήτις εβεβαίωσε την ταυτότητα του Οικουμενικού Πατριάρχου.

Εις το δωμάτιον όπου εναπετέθη η σεπτή σορός, λαμπάδες μέγισται επί κηροστατών πολυτελών έκαιων. Το φέρετρον εκαλύπτετο από πολυτελές ύφασμα, επί του οποίου έκειτο μεγαλοπρεπής Σταυρός προσφερθείς ευλαβώς υπό του Μητροπολίτου Χέρσωνος, εις του οποίου της Εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν ανήκεν η Οδησσός.

Εις το λοιμοκαθαρτήριον έπρεπε να παραμείνη επί τριάκοντα ημέρας, συμφώνως προς την επιβεβλημένην τότε εις τας εκ του εξωτερικού προελεύσεις αυστηράν κάθαρσιν.

Κατά το διάστημα τούτο είχον ήδη ληφθή διαταγαί εκ Πετρουπόλεως. Ο Αυτοκράτωρ διέταξε ν΄ αποδοθώσιν εις τον νεκρόν του Πατριάρχου, αι συνήθως αποδιδόμεναι τιμαί εις τον νεκρόν του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Ρωσίας συνδυαζόμεναι με τας στρατιωτικάς τιμάς τας απονεμομένας εις Γερουσιαστήν αποθανόντα εν ενεργεία.

Ταυτοχρόνως ο Αυτοκράτωρ απέστειλε πολυτελή Σταυρόν αδαμάντινον, όπως τεθή επί του νεκρού, η δε Αυτοκράτειρα μίτραν βαρύτιμον και αρχιερατικήν στολήν κατασκευασθείσα υπό την ιδίαν επίβλεψίν της.

Ολόκληρος εν γένει η Αυτοκρατορική οικογένεια κατέβαλεν ευγενή άμιλλαν δια να κοσμηθή λαμπρότερον ο νεκρός του αρχηγού της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η 19η Ιουνίου προσδιωρίσθη ως η ημέρα της κηδείας. Εις την Οδησσόν είχον ήδη συνέλθει τρεις Μητροπολίται ο της Χέρσωνος, ο του Κιέβου και ο του Κισνοβίου, συνοδευόμενοι υπό πολυαρίθμων κληρικών πάσης τάξεως.

Ταυτοχρόνως διάφορα Συντάγματα Ρωσικού στρατού εστρατοπέδευσαν εις τα πέριξ της πόλεως, δια ν΄ αποδώσωσι τας διαταχθείσας στρατιωτικάς τιμάς εις τον επιφανή νεκρόν. Άπειρα πλήθη λαού είχον συρρεύσει επίσης εις την πόλιν εκδηλούντα της ευλάβειαν της Ορθοδοξίας προς τον μάρτυρα και την οργήν αυτής κατά του διαπραχθέντος ανοσιουργήματος.

Την 11ην ώραν της ταχθείσας ημέρας κανονιοβολισμοί του Πυροβολικού ανήγγειλαν την έναρξιν της εκφοράς. Σταυρός παμμεγέθης προηγείτο των σημαιών και των διαφόρων θρησκευτικών εμβλημάτων.

Τον νεκρόν, περικυκλωμένον από ταγμάτων ιερέων και διακόνων λαμπροστολισμένων από πολυαρίθμους ψάλτας και πλήθος λαμπάδων, υπεδέχθη έξωθεν της πύλης του λοιμοκαθαρτηρίου ο Γενικός Διοικητής περικυκλωμένος από λαμπρόν Επιτελείον, και οι τρεις Μητροπολίται, τους οποίους ανωτέρω αναφέραμεν.

Λαός αναρίθμητος πάσης κοινωνικής τάξεως και πάσης ηλικίας, συνωθείτο περιμένων να διακρίνη την νεκρόν του Πατριάρχου.

Και όταν ο Μητροπολίτης Κιέβου ως αρχαιότερος των παρευρισκομένων Αρχιερέων έκλεινε την κεφαλήν προσευχόμενος, ο στρατός παρουσίασεν όπλα, ενώ τα πλήθη εγονυπέτησαν επικαλούμενα την ευλογίαν του σεπτού Μάρτυρος.

Υπό τους κανονιοβολισμούς των πλοίων προβαίνουσα βραδέως η νεκρική πομπή έφθασεν εις την προ της προκυμαίας μεγάλην επιμήκη πλατείαν. Εκεί το φέρετρον εναπετέθη εις υπό σκιάδα λαμπρώς στολισμένην και απαστράπτουσαν από χρυσόν και άργυρον.

Εκεί ανεγνώσθη υπό του Μητροπολίτου Χέρσωνος και των λοιπών Αρχιερέων η νεκρώσιμος ακολουθία εν πλήρει κατανύξει.

Μετά το πέρας αυτής, κατόπιν δοθέντος προστάγματος τα Συντάγματα του Πεζικού και οι λόχοι του Πυροβολικού επυροβόλησαν τρεις και κατόπιν όλα τ΄ αποτελούντα την συνοδείαν στρατιωτικά σώματα παρήλασαν προ του φερέτρου εις πυκνάς σχηματισμένας φάλαγγας και παρουσιάζοντα όπλα. Ληξάσης της παρελάσεως έκαστον σώμα έλαβε την ορισθείσαν δι΄ αυτό θέσιν.

Το Πεζικόν με τα όπλα υπό μάλης ετοποθετήθη εκατέρωθεν του φερέτρου και της πομπής ολοκλήρου, ενώ ίλαι θωρακοφόρων κατείχον την κεφαλήν και έκλειον δια πυκνής φάλαγγος τας τελευταίας τάξεις της λαμπράς συνοδείας.

Η πομπή δια του κύκλου της παραλίας έφθασε μετά μακράν πορείαν εις τον Μητροπολιτικόν ναόν του Σαμπορίου, εν τω μέσω των ψαλμωδιών των πολυαρίθμων ψαλτών του ήχου των πενθύμως κρουομένων κωδώνων και του κρότου των τηλεβόλων.

Ανεγνώσθησαν εκεί οι υπολειπόμεναι ευχαί, του νεκρού εναποτεθέντος επί πολυτελούς ικριώματος.

Μεθ΄ ο ο διάσημος της Μεγάλης Εκκλησίας Ιεροκήρυξ και διδάσκαλος του Γένους Οικονόμος ο εξ Οικονόμων εξεφώνησε επικήδειον προς τον νεκρόν του Πατριάρχου λόγον διαρκέσαντα πλέον των δύο ωρών και βαθύτατα συγκινήσαντα το πολυπληθές εκκλησίασμα.

Μετά τον επικήδειον έληξεν η τελετή της κηδείας αλλ΄ ο νεκρός παρέμεινε επί τρεις ακόμη ημέρας εις την Εκκλησίαν του Σαμπορίου, εκτεθειμένος εις ευλαβές προσκύνημα.

Την τετάρτην ημέρα το σώμα του σεπτού Πατριάρχου Γρηγορίου μετεφέρθη εις τον Ναόν της Αγίας Τριάδος, ανήκοντα εις την Ελληνικήν Κοινότητα και ετάφη ενώπιον της Ωραίας Πύλης προς τα δεξιά, υπό μεγαλοπρεπή παστάδα.

ΠΗΓΗ : ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, Η βιογραφία και το μαρτύριον του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε': Άγνωστοι λεπτομέρειαι προκαλούσαι ρίγη ιεράς συγκινήσεως και λατρείας προς το σεπτόν σκήνωμα και την μνήμην του αοιδίμου πατριάρχου,[χ.τ.] (Έκδοσις Μαργαρίτας Ραφτοπούλου Πρόσφυγος ) [χ.χ.], σσ. 43 – 47.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ


Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή. Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ' αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ' εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ' όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ' αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύονν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ' όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ' Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ' όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ' εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

2. Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς "έγινε" χωρίς να "πράξη" τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σέ καμμιά ανθρώπινη σκέψη.

΄Ετσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

3. Kαι το "μεσότοιχον της έχθρας" και ο "φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ' αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ' όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ' ενώ κυριάρχησε σ' ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ' αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που

γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι' Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την "ευπρέπεια", τη "δύναμη" και την ίδια τη "βασιλεία". Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δέ φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.

4. Μ' αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ' αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το "χαίρε" που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε "κεχαριτωμένη" τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θά γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: "ποιήσωμεν άνθρωπο". Όταν όμως χρειάσθηκε να "εισαγάγη τον πρωτότοκον"-αυτόν τον "θαυμαστόν Σύμβουλον" -"εις την οικουμένην", όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη "βουλή" του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που "ευδόκησε", και της Δυνάμεώς του, που "επεσκίασε", και του Πνεύματος, που "επεδήμησε", αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

5. Αφού λοιπόν μ' αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. Όπως Αυτός ήθελε και "συνελήφθη", έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ' όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ' Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ' είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ' αυτό το έργο. Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση. Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον

ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θά συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβίμ ή Σεραφίμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι' αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν' ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι' από πολλούς πραγματοποιημένα. Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ' αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι' αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι' αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν", όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά "συνηγορούσαν".

6. «Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι' αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι' αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ' αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, "όταν ήρθε" ο Δεσπότης και "έκρουσε", όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ' Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ' εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ' Αυτόν σκήνωμα και τόπο. Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ' αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

7. Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πρίν, χωρίς καμμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ' αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι'αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ' αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ' αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ' αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ' όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.

8. Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ' αυτές που υπήρχαν, αλλά τήν απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ' Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.

Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηχαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ηταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ' αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα

προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ' εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο (που αποτελεί, ως γνωστόν, εικόνα του Θεού) να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.

9. Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άαάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ' εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ' όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι' αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ' όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι' αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

10. Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της "φωνή δυνάμεως", όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Εκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ' ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

Γι' αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικου, πύρινης γλώσσας. Γι'αυτό κι εμείς, αφου θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!

Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ' Αυτόν και σ' Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ' Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

(Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά "Επί τας Πηγάς", εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1995).

ΠΗΓΗ : myriobiblos.gr/texts/greek/kavasilas_theotokos2.html


Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ Ε΄

Σπάνια εικόνα του Ιερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριου του Ε΄, δημοσιευθείσα στο περιοδικό "Ελληνικόν" (εκδιδόμενο στην Γερμανία την περίοδο της Επαναστάσεως του 1821).
Την Μεγάλην Δευτέραν του 1821, τρεις ώρας μετά το μεσονύκτιον, εν ω άπαντες οι εν τω Πατριαρχείω εκοιμώντο, ο Πατριάρχης κατήρχετο την κλίμακα, φέρων εις χείρας κλείδα και υπό των αγίων συνοδικών, των Μητροπολιτών Καισαρείας, Δέρκων, Εφέσου, Χαλκηδόνος, Νικομηδείας και Νικαίας ακολουθούμενος. Κατελθών εις την αυλήν του μεγάρου διηυθύνθη προς την θύραν του Πατριαρχικού ναού και ήνοιξεν αυτήν. Αφού δε πάντες εισήλθον, εκλείδωσεν αυτήν ένδοθεν. Θεία γαλήνη εκράτη εν τω ναώ.

Ουδέν άλλο φως έλαμπεν εν αυτώ ειμή το αμυδρόν ακοίμητον της κανδήλας της προ του Εσταυρωμένου και το της όπισθεν του αρτοφορείου της Αγίας Τραπέζης.

Η σιγή, το τρέμων φως των δύο κανδήλων, η μαρμαρυγή των αγίων εικόνων, αίτινες εφαίνοντο κινούμενοι υπό το ασθενές των κανδήλων φως, το σοβαρόν και ιεροπρεπές της Εκκλησίας, η παρουσία επτά ρασοφόρων, των επισημοτέρων ποιμένων της Ανατολικής Ποίμνης, παρίστων θέαμα εξαίσιον και απερίγραπτον.

- Άγιοι αδελφοί και συλλειτουργοί, είπε προς αυτούς ο Πατριάρχης, προχωρήσαντας  μέχρι των αγίων θυρών του ιερού βήματος, ένθα συνετάχθησαν εις κύκλον, έχοντες αυτόν εν τω μέσω, ιδού συνήλθομεν, εν τω ναώ του Θεού. Ουδείς άλλος μας βλέπει ειμή ο ακοίμητος αυτού οφθαλμός και ουδέν άλλο ους μας ακούει ειμή το ους το κλίνοντος αυτό εις τας δεήσεις και των δικαίων και των αμαρτωλών. Προ μικρού απηυθύναμεν αφορισμόν ακούσιον κατά των επαναστατών αδελφών ημών χριστιανών, των υπέρ Πίστεως και Πατρίδος υπό την σημαίαν του Σταυρού μαχομένων.

Ο Σωτήρ ημων ενετείλατο ημίν το «εύχεσθαι και μη καταράσθε», ημείς δε κατηράσθημεν έργον άγιον, πράξιν θείου μαρτυρίου, θυμάτων ιερών υπέρ της πίστεως του Χριστού προσφερθέντων εις ολοκαύτωσιν.


Κατηράσθημεν τους τον βαρύν ζυγόν της δουλείας απειθήσαντας, ίνα ελευθερώσωσι την Πατρίδα από τους υβριστάς της αγίας ημών πίστεως και τους καταπιεστάς της εθνικότητος ημών. Όθεν ο ακοντιστείς παρ΄ ημών αφορισμός κατ΄ αυτών, ου μόνον επιβαρύνει τον τράχηλον ημών, αλλά και τους αγωνιζομένους κατέθλιψε, καίτοι ακούσιος, δι΄ ο οφείλομεν να άρωμεν αυτόν τη παρακλήσει του παναγίου Πνεύματος.

- Αλλ΄ ημείς, Παναγιώτατε Πατριάρχα, επράξαμεν έργον ακούσιον. Υπετάχθημεν εις την βίαν και εις την ανάγκην ίνα μη ερεθίσωμεν την οθωμανικήν κυβέρνησιν εις μείζονας κατά των χριστιανών κακώσεις, απεκρίθη ο Μητροπολίτης Εφέσου, απομάξας δάκρυ συμπαθείας και μετανοίας.

- Αληθώς επράξαμεν έργον ακούσιον, επανέλαβεν ο Πατριάρχης, και καθ΄ ην στιγμήν υπεγράφομεν τον αφορισμόν ενώπιον της εξουσίας, αι καρδίαι ημών ηύχοντο. Οφείλομεν εν τούτοις να τον λύσωμεν. Ακούσατε αδελφοί.

Το μεσονύκτιον του παρελθόντος Σαββάτου, αφ΄ ου ο διάκονός μου μοι ανέγνωσε το μεσονυκτικόν, επορευόμην εις την κλίνην μου, ότε δ΄ έκλεισα την θύραν του κοιτώνος μου και επλησίασα ολίγα βήματα προς αυτήν, μορφήν φωτεινή ώφθη αίφνης ενώπιόν μου».

«Ετοιμάσου, μοι είπεν εις το μαρτύριον, ευλόγησον ους κατηράσθης και μιμήθητι τον Χριστόν τον υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων αποθανόντα, επί του Σταυρού. Το μαρτύριόν σου έσεται η σωτηρία των πιστών».

Ήτο τοσούτον η φωνή αρμονική και πραεία, ώστε ως ηδύτατον βάλσαμον εισέδυσεν εν τη καρδία μου. Όλην εκείνην την νύκτα διήλθον εν προσευχή και η ψυχή μου επληρώθη αγαλλιάσεως.

Ήδη δε περιμένω το μαρτύριον, μαρτύριον εις σωτηρίαν των χριστιανών.

Οι συνοδικοί εθεώρουν εν πλήρει σιγή και κατανύξει τον Πατριάρχην της Ανατολικής Εκκλησίας, με τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων να συγκινήσεως και αγάπης προς το Έθνος των.

Άγομεν, εξηκολούθησεν ο Γενάρχης. Το μαρτύριόν μου θέλει ακολουθήσει και ημείς μετά μικρόν αδελφοί, ίνα γίνη πλήρης η θυσία.

Και στραφείς ο Μητροπολίτης Νικομηδείας :
-Συ είσαι ο νεώτερος πάντων ημών, είπε. Άναψε τας λαμπάδας της Αγίας Τραπέζης. Πρόθυμος εκτελεστής της εντολής του αρχηγού ο Ιεράρχης έδραμε προθύμως και λαβών κηρίον το ήναψε, καταβιβάσας την κανδήλα του Σταυρού, και εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα, το οποίον εν ακαρεί εγένετο κατάφωτον.

- Ενδυθείτε τας ιερατικάς υμών στολάς, είπεν ο Πατριάρχης, εν ω συγχρόνως ενεδύετο και ούτος διακονούμενος υπό του Νικομηδείας.

Εισήλθον είτα πάντες εις το Ιερόν. Ο Πατριάρχης έστη ενώπιον της Αγίας Τραπέζης και οι Συνοδικοί περιεκύκλωσαν αυτόν πέριξ αυτής ιστάμενοι.

Και μετά σύντομον ακολουθίαν, λαβών ο Πατριάρχης τον αφορισμόν έθηκεν αυτόν επί ενός τρίποδος παρά την Αγίαν Τράπεζαν και απήγγειλε την εξής προσευχήν, ακροωμένων των Συνοδικών:
«Θεέ Παντοκράτωρ, Συ ο αποστείλας τον Μονογενή σου υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εις τον κόσμον, ίνα λάβη σάρκαν, δια Πνεύματος Αγίου παρά της αειπαρθένου Μαρίας και ν΄ αποθάνη επί του Σταυρού υπέρ υμών, συγχώρησον πρώτον ημίν τοις ημαρτηκόσι σοι δια της παραβάσεως της εντολής του Μονογενούς Σου υιού, του εντειλαμένου ημίν «Εύχεσθε και μη καταράσθε». Είτα καθά δέδωκας ημίν εντολήν του δεσμείν και λύειν, καταλύομεν τον αφορισμόν τούτον, ον ακουσίως απηυθύναμεν κατά του Χριστεπωνύμου ποιμνίου Σου. Ναι Κύριε Βασιλεύ, επάκουσον ημών και ενίσχυσον και σώσον αυτό τω βραχίονί Σου τω υψηλώ ότι δεδοξασμένος υπάρχεις συν τω Μονογενεί Σου Υιώ και τω Παναγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν».

Και λαβών μία των λαμπάδων της Αγίας Τραπέζης, ενέπρισε τον αφορισμόν, όστις έπεσεν εις σποδόν προ των ποδών αυτού.

Απεξεδύθησαν είτα τα ιερά άμφια οι Ποιμένες, τα φώτα εσβέσθησαν και προπορευομένου του Γρηγορίου εξήλθον του Ναού.

Εξ ημέρας βραδύτερον ο Εθνάρχης εκρεμάτο ως κακούργος εις τα πρόθυρα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, άπνους έχων εστραμμένους τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν τα δε χείλη ημιηνεωγμένα, ως να παρεκάλει τον ουράνιο πατέρα υπέρ της απελευθερώσεως απάσης της Ελληνικής Φυλής.

ΠΗΓΕΣ : 
1. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, Η βιογραφία και το μαρτύριον του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε': Άγνωστοι λεπτομέρειαι προκαλούσαι ρίγη ιεράς συγκινήσεως και λατρείας προς το σεπτόν σκήνωμα και την μνήμην του αοιδίμου πατριάρχου,[χ.τ.] (Έκδοσις Μαργαρίτας Ραφτοπούλου Πρόσφυγος ) [χ.χ.], σσ. 25 - 28. 
2. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ . ΓΕΩΡΓΙΟΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Συλλογή εκ των γραφέντων και παραδοθέντων περί του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄. Αθήνησι :Εκ του Τυπογραφείου ¨Μερίμνης¨, 1863, σσ. 351 – 353.
3. ΑΝΩΝΥΜΟΥ, Βιογραφία και το μαρτύριον του πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄. Άγνωστοι λεπτομέριαι Εκδίδεται υπό ειδικής επιτροπής της κοινής των αλυτρώτων Ελλήνων επιτροπείας, και παρέχεται δωρεάν εις τους προσφέροντας τον έρανον αυτών[sic]. [Εν Αθήναις] Τυπογραφεία & Βιβλιοδετεία "Θάρρους¨,[χ.χ.], σσ. 29 κ.ε.
4. ΑΝΩΝΥΜΟΥ, Του ιερομάρτυρος Γρηγορίου Ε' πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως βιογραφία και τα κατά την εν Οδησσώ μεν κηδείαν εις Αθήνας δε μετακομιδήν, των Λειψάνων αυτού /υπό ***.Εν Αθήναις :Τέλεσί τε και Τύποις Κ. Αντωνιάδου,1871, σσ. 39 – 40.
5. ΚΑΝΔΗΛΩΡΟΥ Χ. ΤΑΚΗ, Ιστορία του Εθνομάρτυρος Γρηγόριου του Ε΄, Εν Αθήναις 1909 σ. 219.